Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2018

Το μανιφέστο ενός παιδαγωγού



Ο Αλέξανδρος Δελμούζος (1880-1956) γεννήθηκε στην Άμφισσα, από αριστοκρατική οικογένεια της πόλης. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και συνέχισε τις σπουδές του στη Γερμανία, όπου γνωρίστηκε με το Γεώργιο Σκληρό. Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, το 1908 ανέλαβε τη διεύθυνση του Ανώτερου Δημοτικού Παρθεναγωγείου του Βόλου, μετά από πρόταση του Δημητρίου Σαράτση και του Νικολάου Πολίτη. Ο Δελμούζος εφάρμοσε πρωτοποριακές παιδαγωγικές μεθόδους στα πλαίσια των ευρωπαϊκών παιδαγωγικών θεωριών, της πολιτικής θεωρίας του νέου ελληνισμού και της γλωσσικής θεωρίας του δημοτικισμού. Η νεωτεριστική δράση του προκάλεσε αντιδράσεις των συντηρητικών κύκλων, αντιδράσεις οι οποίες σχετίζονταν και με τη σύνδεσή του με το Εργατικό Κέντρο Βόλου. Το 1910 από κοινού με τους Δημήτρη Γληνό και Μανώλη Τριανταφυλλίδη πρωτοστάτησε στην ίδρυση του Εκπαιδευτικού Ομίλου. Το 1911, μετά από κινητοποιήσεις, η λειτουργία του Παρθεναγωγείου ανεστάλη και ο Δελμούζος παραπέμφθηκε μαζί με άλλα στελέχη του Εργατικού Κέντρου σε δίκη στο Ναύπλιο. Τα γεγονότα της δίκης έμειναν στην ιστορία ως τα Αθεϊκά του Βόλου. Ο Δελμούζος αθωώθηκε. Η συνεργασία του με τους Γληνό και Τριανταφυλλίδη συνεχίστηκε επί επαναστατικής κυβερνήσεως Βενιζέλου, όταν οι τρεις άντρες έδρασαν υπέρ της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης από υψηλές θέσεις του Υπουργείου Παιδείας. Την περίοδο εκείνη ο Δελμούζος ολοκλήρωσε το "Αλφαβητάρι" της Συντακτικής Επιτροπής (γνωστό ως "Το αλφαβητάρι με τον ήλιο") και από κοινού με τον Ζαχαρία Παπαντωνίου, τα "Ψηλά βουνά". Μετά την εκλογική ήττα του Βενιζέλου του 1920, έφυγε ξανά για τη Γερμανία, όπου συνδέθηκε με τον παιδαγωγό Γκέοργκ Κέρσενστάινερ, εισηγητή της θεωρίας του Σχολείου Εργασίας. Στην Αθήνα επέστρεψε το 1924 και ο Γληνός του ανάθεσε τη διεύθυνση της Μαρασλείου Παιδαγωγικής Ακαδημίας. Η εκεί δράση του προκάλεσε νέο κύκλο αντιδράσεων (γνωστών ως τα Μαρασλειακά), που οδήγησαν σε νέα δίκη του. Έχασε τη θέση του (όπως και ο Γληνός) και η φήμη του αποκαταστάθηκε μόλις το 1926, μετά την πτώση της δικτατορίας Παγκάλου, οπότε μετά από πρωτοβουλία του Υπουργού Δικαιοσύνης Κωνσταντίνου Τριανταφυλλόπουλου, η περίπτωση του Δελμούζου επανεξετάστηκε και οδηγήθηκε σε αθώωσή του. Το 1927 η ιδεολογική ρήξη του με το Γληνό (που ακολούθησε το δρόμο του μαρξισμού) προκάλεσε τη διάσπαση του Εκπαιδευτικού Ομίλου. Το 1929 ο Δελμούζος διορίστηκε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, θέση που διατήρησε ως το 1937, οπότε παραιτήθηκε υπό την πίεση του καθεστώτος του Μεταξά. Κατά τη διάρκεια της πανεπιστημιακής του θητείας ο Δελμούζος συνέβαλε στην ίδρυση και διετέλεσε επόπτης του Πειραματικού Σχολείου του Πανεπιστημίου. Από το 1927 και ως το τέλος της ζωής του διατήρησε χαμηλό προφίλ και ουδέτερη πολιτική στάση, χωρίς ποτέ να πάψει να ασχολείται με τα παιδαγωγικά θέματα. Πέθανε στην Αθήνα. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Αλέξανδρου Δελμούζου βλ. Μανώλης Γιαλουράκης, "Δελμούζος Αλέξανδρος", στη "Μεγάλη εγκυκλοπαίδεια της νεοελληνικής λογοτεχνίας", τ. 6, Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. [1968], Ευάγγελος Π. Παπανούτσος, "Αλέξανδρος Δελμούζος: η ζωή του, επιλογή από το έργο του", Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1978, β' έκδ. 1984, Άννα Φραγκουδάκη, Αλέξης Δημαράς, "Δελμούζος Αλέξανδρος", στο "Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό", τ. 3, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985 και Αλέξης Ζήρας, "Δελμούζος Αλέξανδρος", στο "Λεξικό νεοελληνικής λογοτεχνίας", Αθήνα, Εκδόσεις Πατάκη, 2007.



Της Μικέλας Χαρτουλάρη

Τα Ανάλεκτα του ριζοσπάστη δασκάλου Αλέξανδρου Δελμούζου είναι μία συγκεντρωτική έκδοση με αθησαύριστα κείμενά του, που φωτίζει την ιδεολογική διάσταση της διαμάχης για την εκπαιδευτική πολιτική.
Εξήντα επτά μαχητικά κείμενα ενός εμβληματικού δασκάλου. Τετρακόσιες πενήντα φλογερές σελίδες που πάλλονται από το όραμα της λαϊκής εθνικής παιδείας και από τη φωνή μιας κορυφαίας προσωπικότητας της προοδευτικής παιδαγωγικής σκέψης και της εκπαιδευτικής πράξης. Μια έκδοση επιστημονικά άρτια, που φωτίζει το κίνημα του εκπαιδευτικού δημοτικισμού, ερμηνεύει τη γλωσσική διαμάχη και τους εθνικισμούς που την ορίζουν και καταδεικνύει ότι το σχολείο είναι ο ισχυρότερος κοινωνικός θεσμός αναπαραγωγής των ιδεολογιών. Ενας τόμος για τα ηρωικά χρόνια των πολλαπλών μεταρρυθμιστικών εγχειρημάτων και των αλλεπάλληλων ματαιώσεων και, εντέλει, για την ήττα της διαφωτιστικής εθνικής ιδεολογίας, που σε κάθε περίοδο κρίσης της κοινωνίας παραμερίζεται από τον εθνικισμό της αρχαίας αίγλης.
Είναι τα Ανάλεκτα του Αλέξανδρου Δελμούζου, με κείμενα δημόσιου λόγου της περιόδου 1907-1954 υπό τον τίτλο Η γλώσσα είναι μόνο μέσον (…και όχι αυτοσκοπός). Ένα βιβλίο που μπορεί να συναρπάσει ακόμα και τον μη ειδικό διότι είναι λιγότερο φιλολογικό και περισσότερο πολιτικό. Και μόνο οι άλλες μεγάλες προσωπικότητες που συναντάμε στις σελίδες του, το επιβεβαιώνουν: Γληνός (με τον οποίο συγκρούστηκε ο Δ.), Τριανταφυλλίδης, Ψυχάρης, Ρόζα Ιμβριώτη, Ι. Κακριδής, Κουντουράς αλλά και Μιστριώτης, Γ. Χατζιδάκης, Παπανούτσος και φυσικά Γ. Σκληρός, Ελευθέριος Βενιζέλος ή Παπάγος.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον εδώ έχουν τα εκτενή εισαγωγικά δοκίμια της Αννας Φραγκουδάκη και του Χάρη Αθανασιάδη που ανατέμνουν πολιτικά τις θέσεις και τις ιδέες του Δελμούζου (1880-1956), την κριτική που δέχτηκε από αριστερούς διανοούμενους (ότι από σοσιαλίζων έγινε συντηρητικός) και τον πόλεμο που του έκαναν οι ιθύνοντες. Αλλά ανατέμνουν και τα διακυβεύματα του καιρού του, τα οποία συνομιλούν με τη δική μας επικαιρότητα, όπως συνομίλησαν και με την εκσυγχρονιστική εκπαιδευτική πολιτική της Μεταπολίτευσης.
Η συλλογή με τα Ανάλεκτα ξεκίνησε καθόλου τυχαία με τη φροντίδα του Αλέξη Δημαρά, ιστορικού της εκπαίδευσης, ταγμένου στη διδακτική πράξη και την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, που πέθανε ξαφνικά το 2012. Το εγχείρημα ολοκληρώθηκε με την επιμέλεια και τον σχολιασμό της διδάκτορος Σύγχρονης Ιστορίας Αλεξάνδρας Πατρικίου και κυκλοφόρησε μόλις από το Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ιδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη) και τη δραστήρια Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας (ιδρυτής: Σχολή Μωραΐτη). Το βιβλίο αυτό έχει ιδιαίτερο ειδικό βάρος στα σημερινά συμφραζόμενα. Διότι αφυπνίζει τον αναγνώστη απέναντι στην εθνικιστική ρητορεία και τη βαθιά συντηρητική ιδεολογία, η οποία κερδίζει έδαφος μέσα στη σύγχρονη γενικευμένη κρίση, όπως και επί Δελμούζου.
Μια ιδεολογία άρνησης του παρόντος που, όπως σχολιάζει η ομότιμη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών Αννα Φραγκουδάκη, «κηρύσσει τον εξευγενισμό της εθνικής ταυτότητας με την προς τα πίσω “εξέλιξη” της χώρας προς το ένδοξο παρελθόν».
Ήταν εντέλει ένα τραγικό πρόσωπο ο Δελμούζος. Ενώ αφιέρωσε τη ζωή του στο να εκπορθήσει τον εκπαιδευτικό θεσμό, ενώ ήξερε ότι ο αγώνας ήταν πολιτικός στο όνομα μιας δικαιότερης κοινωνικής προοπτικής, αποσύρθηκε από τις κεντρικές εκπαιδευτικές συγκρούσεις στα 48 του, όταν το μέτωπο των δημοτικιστών διασπάστηκε σε φιλελεύθερους και σοσιαλιστές. Και στο τέλος πια, μετά το 1951, φόρεσε τους φακούς ενός εκλεπτυσμένου εθνισμού, που όμως στη μετεμφυλιακή συγκυρία δύσκολα μπορούσε να διακριθεί από τη μισαλλόδοξη εθνικοφροσύνη του κράτους. Το εντυπωσιακό είναι ότι ακόμα και σήμερα τα μεγάλα όνειρά του -τα οποία δεν πρόδωσε ποτέ- γίνονται αντιληπτά ως ριζοσπαστικές ακρότητες.

Ατομικότητα των μαθητών, λύτρωση των δασκάλων

Κι όμως. Όταν συνεργάζονται ο μαθητής κι ο καθηγητής, όλα αλλάζουν. Κι όμως, όταν οι πολιτικοί ιθύνοντες δεν αντιμάχονται κάθε διαφωτιστική ιδέα σαν επικίνδυνη για το έθνος, ένα διαφορετικό ελληνικό σχολείο είναι εφικτό. Αυτό απέδειξε ο Αλέξανδρος Δελμούζος την τριετία 1908-1911 στο Ανώτερο Παρθεναγωγείο του Βόλου, όπου για πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας εφάρμοσε τις αρχές του δημοτικισμού.
Ήταν μόλις 28 χρόνων όταν ανέλαβε διευθυντής σ’ αυτό το σχολείο τρίχρονης φοίτησης (που ήταν πρωτοβουλία του δήμου, όχι αναγνωρισμένο από το κράτος), για μαθήτριες των μεσαίων στρωμάτων από 12 έως 14 χρόνων. Και τριάντα χρόνια αργότερα, όταν πια ο Δελμούζος είχε θητεύσει δημιουργικά ως διευθυντής του Μαρασλείου Διδασκαλείου (1923-26), ως ανώτερος επόπτης της Δημοτικής Εκπαίδευσης και έπειτα ως καθηγητής στο Πειραματικό Σχολείο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1934-1937), ανέλυσε γλαφυρά εκείνη την παιδαγωγική εμπειρία του σε ένα άρθρο του («Νέα Εστία» τχ 309, 1/11/1939), το οποίο περιλαμβάνεται στα Ανάλεκτα. Στη σημερινή Ελλάδα όπου η σχολική χρονιά 2014-15 ξεκίνησε με περίπου 9.000 κενά σε εκπαιδευτικούς της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και 3.000 της δευτεροβάθμιας, όσα περιγράφει παρακάτω είναι δυστυχώς, πολύ ψιλά γράμματα:
«…Οταν τους λέγαμε να γράψουν κάτι από τη συνηθισμένη, την καθημερινή ζωή τους, μας κοίταζαν γεμάτες απορία, δεν το χωρούσε το μυαλό τους πως μπορούσαν να γράφωνται σε σχολείο τέτοια πράγματα ταπεινά, και χάραζαν λίγες μονάχα τυπικές λέξεις. Για να υπερνικηθεί η κατάσταση αυτή, έπρεπε οι μαθήτριές μας ν’ αντικρύσουν τα ίδια τα πράγματα χωρίς βιβλία, να τα παρατηρήσουν και να σκεφτούν πάνω σ’ αυτά, έπρεπε να ξαναγίνουν παιδιά, να ιδούν το δάσκαλο σα φίλο και να μιλήσουν ελεύθερα μαζί του, όπως μιλούσαν στο σπίτι τους και μεταξύ τους» Συχνότατοι περίπατοι κι εκδρομές, ώρες ελεύθερη δουλειά στο περιβόλι, φιλικές συζητήσεις μαζί τους, διηγήσεις από την παράδοσή μας που τους θύμιζαν κάτι θαμμένο μέσα τους και λησμονημένο, όλα αυτά ξεκουβάριαζαν την παιδική ψυχή κι εμπρός στο δάσκαλο και μέσα στο σχολείο. Και όσο λυτρωνόταν η ψυχή, τόσο αδυνάτιζε και η αντίδρασή της και αποζητούσε μόνη της και τη δική της πραγματική έκφραση, και η έκφραση πάλι βοηθούσε το αναφτέρωμά της. Και με τον καιρό από τον ομοιόμορφο σχολικό τύπο άρχισαν να ξεχωρίζουν ζωντανές οι διάφορες ατομικότητες των παιδιών, ένας ολόκληρος μικρόκοσμος δικός μας με πολλά ελαττώματα, μα και με πλήθος χαρίσματα
«Για πρώτη φορά έλληνες δάσκαλοι ένιωθαν μέσα στη σχολική πράξη πόσο βαθιά λυτρωτικό ήταν το κίνημα του δημοτικισμού».
Κι όμως. Μια πολιτική τούμπα ήταν αρκετή για να πέσει σκοτάδι. Το 1911 ο Βενιζέλος «προδίδει» τη δημοτικιστική ιδέα προωθώντας την ψήφιση στο Σύνταγμα του άρθρου που ορίζει την καθαρεύουσα επίσημη γλώσσα του κράτους, οπότε οι αντίπαλοι των δημοτικιστών ξεσαλώνουν. Στον Βόλο ξεσπά «εθνικό σκάνδαλο», ο Δελμούζος κατηγορείται ότι «εδίδασκε την μαλλιαρήν», ήταν «αναρχικός», «άθεος» και «ανήθικος», και σύρεται σε δίκη. Το Παρθεναγωγείο κλείνει, και η πανηγυρική αθώωση του Δελμούζου το 1914 (βλ. τη φλογερή απολογία του στα Ανάλεκτα) δεν μπορεί να το αναστήσει. Μέχρι σήμερα, όπως γράφει και ο ιστορικός της Εκπαίδευσης Χ. Αθανασιάδης, παραμένει ζητούμενο το να έρθει ο μαθητής πραγματικά στο κέντρο της διδακτικής πράξης.

Περισσότερα για τον Αλέξανδρο Δελμούζο μπορείτε να διαβάσετε ΕΔΩ.



Δεν υπάρχουν σχόλια: