Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πινακοθήκη Παπαλουκά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πινακοθήκη Παπαλουκά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2022

Για τον αγιογραφικό διάκοσμο της Μητρόπολης Άμφισσας

 


Του Γιώργου Σκυλογιάννη


   Όλη η δημιουργία του Σπύρου Παπαλουκά  διέπεται από μία συνεχή και μεταβαλλόμενη έρευνα και αναζήτηση νέων πλαστικών διατυπώσεων.  Διαφοροποιείται από τη γενιά του ‘30,  καταθέτοντας μία άλλη πρόταση ως προς την παραδοχή της «ελληνικότητας».  Η προσέγγισή του στη βυζαντινή τέχνη μαρτυρεί μεν «θρησκευτική» αφοσίωση αλλά συγχρόνως και τις επιρροές που αφομοίωσε από τα ζωγραφικά κινήματα των αρχών του 20ου αιώνα στο Παρίσι,  όπου κατέφυγε μετά τις σπουδές του,  αφού κατέστρεψε όλα τα ως τότε έργα του,  απορρίπτοντας την ακαδημαϊκή γνώση που απέκτησε στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας.  Η χρωματική ένταση των συμπληρωματικών, η αιχμηρότητα και η γραμμική καθαρότητα του σχεδίου, η χρήση του φόντου ως αυτοδύναμου ζωγραφικού στοιχείου της επιφάνειας Και η παραθετικότητα των χρωμάτων έχουν τις ρίζες τους στις κατακτήσεις των κυβιστών,  των φωβιστών, των ναμπί, των μεταϊμπρεσιονιστών και άλλα.

   Στην Ιερά Μητρόπολη της Άμφισσας έχουμε ένα έργο μοναδικό και ιδιαίτερο, μία τολμηρή διατύπωση μεταβυζαντινής τέχνης,  που δυστυχώς δεν βρήκε συνεχιστές μέχρι σήμερα.  Γιατί τόσο ο Κόντογλου αλλά και ο Σπύρος Βασιλείου,  στην ιδιότυπη προσωπική ανάγνωσή τους της βυζαντινής τέχνης όσον αφορά το αγιογραφικό τους έργο,  δεν πλησιάζουν τις προσεγγίσεις,  το εύρος και την καινοτόμο χρήση των πλαστικών στοιχείων του Παπαλουκά στην απεικόνιση βυζαντινών θρησκευτικών μορφών.

   Ένα άλλο χαρακτηριστικό γνώρισμα των τοιχογραφιών της Ιεράς Μητρόπολης της Άμφισσας είναι η αντιμετώπισή τους ως ενιαίου και αρμονικού χρωματικού συνόλου (τα ανθίβολα μαρτυρούν αυτή την προσπάθεια του ζωγράφου).  Τα περίτεχνα διακοσμητικά του ναού και η συνεχής χρωματική και συνθετική διαφοροποίησή τους απασχολούν τη ζωγραφική αναζήτηση του.  Δεν αποτελούν στείρα αναπαραγωγή αλλά επιζητούν την πληρότητα και την αρμονία της συνολικής σύνθεσης.  Με σχηματοποιημένες αντινατουραλιστικές αφαιρέσεις,  αποφεύγοντας τη λεπτομερή απεικόνιση,  το χρώμα και το φως,  πλάθουν τους όγκους προσδίδοντας στο έργο μία υπερβατικότητα,  μία εσωτερικότητα πέρα από την πρώτη ανάγνωσή του.  Με την παράθεση των χρωματικών διαβαθμίσεων,  ο Παπαλουκάς ακυρώνει τους κανόνες της προοπτικής και τη δομή των ζωγραφικών του χώρου.  Με τον δικό του ρυθμό και τη συνοχή να κυριαρχούν σε όλη τη ζωγραφική επιφάνεια,  αποδίδει μία λιτή και στερεά δομική σύνθεση.

   Ο Σπύρος Παπαλουκάς βρίσκεται σε διαρκή αναζήτηση όσον αφορά την εξέλιξη του ζωγραφικού του ιδιώματος καθόλη την εικαστική του έρευνα, και αυτό τον διαφοροποιεί από τους ζωγράφους της γενιάς του,  τον κάνει πιο επίκαιρο.  Στην πορεία των πέντε ετών που διήρκεσε η αγιογράφηση της Ιεράς Μητρόπολης της Άμφισσας,  η αναζήτηση του συνεχώς μεταβαλλόταν τόσο από την αρχική μακέτα του έργου όσο και καθώς εξελισσόταν στο χρόνο από το ένα ανθίβολο στο άλλο.  Βλέπουμε την προσπάθεια του Ζωγράφου στην εξελικτική ποικιλομορφία της γραφής,  του χρώματος,  της σύνθεσης.


Η φωτογραφία είναι της Πέγκυς Αραβαντινού

Περισσότερα για το έργο του Σπύρου Παπαλουκά στην Άμφισσα μπορείτε να διαβάσετε ΕΔΩ.

 

Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2017

Σπύρος Παπαλουκάς. Ο Μητροπολιτικός Ναός της Ευαγγελίστριας στην Άμφισσα.




Από τις εκδόσεις ΜΙΕΤ/ΑΣΚΤ κυκλοφορεί το συλλογικό βιβλίο, Σπύρος Παπαλουκάς. Ο Μητροπολιτικός Ναός της Ευαγγελίστριας στην Άμφισσα. Αγιογραφίες, σχέδια, ανθίβολα. 1927-1931.

Κείμενα: Νικόλαος Δ. Φουσέκης, Γιώργος Χαρβαλιάς, Μαίρη Μιχαηλίδου, Γιώργος Σκυλογιάννης, Ευθυμία Γεωργιάδου-Κούντουρα

Ο παρών τόμος αποτελεί μια συνολική παρουσίαση του εικονογραφικού έργου που σχεδίασε και εκτέλεσε ο Σπύρος Παπαλουκάς (1892-1957) στον Μητροπολιτικό Ναό της Ευαγγελίστριας της Άμφισσας. Το 1927 ο Παπαλουκάς κέρδισε τον πανελλήνιο διαγωνισμό για την αγιογράφηση του ναού και τα επόμενα έξι χρόνια εργάστηκε στην Άμφισσα, συνθέτοντας «ένα πρωτοπόρο, ανεπανάληπτο και γι’ αυτό μοναδικό αγιογραφικό έργο» –όπως γράφει στο εισαγωγικό κείμενό του ο Νικόλαος Φουσέκης. Ο Παπαλουκάς απομακρύνεται «από τις κλασικές βυζαντινές αγιογραφικές φόρμες, δίχως όμως τη διάπραξη κανενός είδους ύβρεως». Ωστόσο προχωρά «εν μέσω πολλών δυσκολιών. Με την εξέλιξη της δουλειάς του και τις καινοτομίες της, που εξαρχής διαφάνηκαν, δεν συμφωνούσαν όλοι». Μολονότι ο καλλιτέχνης εργάζεται μέχρι το 1931, το έργο μένει ημιτελές, καθώς «ο Παπαλουκάς θα ενοχληθεί από την κακόπιστη κριτική που θα ξεκινήσει σχεδόν αμέσως. Θα κουραστεί και θα θυμώσει από τις καθυστερήσεις στις πληρωμές». Καθοριστικό ρόλο για τη διακοπή των εργασιών έπαιξε, σύμφωνα με τον Γιώργο Σκυλογιάννη, και η παρέμβαση του επίσκοπου Ιωακείμ Αλεξόπουλου, ο οποίος δήλωσε ότι «το έργο έχει εκτραπεί από τις προδιαγραφές της εικαστικής βυζαντινής παράδοσης».
Εντούτοις, όπως σημειώνει ο Γιώργος Χαρβαλιάς στο δικό του κείμενο η εικονογράφηση της Μητρόπολης της Άμφισσας αποτελεί «ένα ιδιαίτερα σημαντικό δείγμα εκκλησιαστικής τέχνης, στο οποίο επιχειρείται η ανανέωση της αγιογραφίας με πρωτοτυπία αλλά και με σεβασμό στο ορθόδοξο δόγμα, καθώς ο Παπαλουκάς επιχειρεί τον γόνιμο και αρμονικό συγκερασμό των διδαγμάτων της βυζαντινής τέχνης και των αφομοιωμένων εκφραστικών μορφών και κατακτήσεων της σύγχρονής του ευρωπαϊκής ζωγραφικής. Από την ανάπτυξη του σχεδίου στα ανθίβολα ώς την τολμηρή σχεδιαστική και χρωματική ερμηνεία που παρατηρείται στην αγιογράφηση του ναού, είναι διακριτή μια ρευστότητα διαθέσεων, που παραπέμπει σε συγγενή ρεύματα της ζωγραφικής των αρχών του Μοντερνισμού».
Η μέθοδος των ανθιβόλων, την οποία χρησιμοποίησε ο Παπαλουκάς για την αγιογράφηση του ναού, ανάγεται στον 15ο αιώνα και ήταν διαδεδομένη στην Κρήτη. Τα ανθίβολα ήταν διάτρητα σχέδια μορφών, παραστάσεων και διακοσμητικών μοτίβων που χρησιμοποιούνταν με μηχανικό τρόπο για την παραγωγή τοιχογραφιών ή φορητών εικόνων. Τα ανθίβολα του Παπαλουκά είναι συνήθως μεγάλων διαστάσεων, για την αποτύπωση της παράστασης απευθείας στον τοίχο της εκκλησίας. Άλλα σχέδια, συνήθως με μολύβι, μη διάτρητα και μικρότερα σε μέγεθος, φιλοτεχνήθηκαν ως σπουδές μοτίβων και χρωματικών συνδυασμών. Το σύνολο των σχεδίων ο Παπαλουκάς, και εν συνεχεία η κόρη του Μίνα, το φύλαξαν στο σπίτι τους στην Αθήνα, ώς το 2001, οπότε η τελευταία το δώρισε στην Πινακοθήκη «Σπύρος Παπαλουκάς» της Άμφισσας. Τα ανθίβολα και τα σχέδια που περιλαμβάνονται στον παρόντα τόμο αναδεικνύουν αυτό το αφανές στάδιο της εργασίας του καλλιτέχνη που προηγείται του ολοκληρωμένου έργου. Όπως γράφει ο Γιώργος Σκυλογιάννης: «Η παρουσίαση αυτού του μέχρι στιγμής ανέκδοτου υλικού αποτελεί την ιστορική μαρτυρία όλης αυτής της διαδρομής».

Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2011

Αισθητικές παρεμβάσεις στις τοιχογραφίες του Σπ. Παπαλουκά

Του Γιώργου Σκυλογιάννη

Τα ερωτήματα και οι προβληματισμοί που τίθενται στην αισθητική αποκατάσταση των τοιχογραφιών της Ιεράς Μητρόπολης Άμφισσας, έργο του ζωγράφου Σπ. Παπαλουκά, είναι πολλαπλά και σύνθετα. Η προχωρημένη εγκατάλειψη του γραπτού διακόσμου της εκκλησίας και οι κατά καιρούς ατυχείς παρεμβάσεις, δυσκολεύουν την πλήρη αποκατάσταση των τοιχογραφιών. Προσωπικά, σαν εικαστικός καλλιτέχνης και έχοντας παρακολουθήσει όλη τη διαδρομή της προμελέτης από την κ. Ελίζα Πολυχρονιάδου, θα αναφερθώ στο κομμάτι εκείνο της συντήρησης που αφορά τον καθαρισμό, τη συμπλήρωση και την αποκατάσταση, κομμάτια που θα διαμορφώσουν την τελική αισθητική πρόταση συντήρησης του Μνημείου. Η αισθητική αποκατάσταση των τοιχογραφιών θα έπρεπε να λάβει υπ΄ όψιν της, την καλλιτεχνικοιστορική αξία του έργου και συγχρόνως να μην διακινδυνεύσει την ολότητά του, δεδομένου ότι λειτουργεί ως σύλληψη ενός ενιαίου Ζωγραφικού Έργου.

Πρόκειται για ένα σύστημα «Παρατακτικής» ζωγραφικής, εγκλείοντας όλες τις εικαστικές ανησυχίες των αρχών του 20ου αιώνα (κυβιστές, μεταιμπρεσσιονιστές, φωβιστές, το κίνημα nabi κλπ), δημιουργώντας έτσι μια άλλη ανάγνωση της βυζαντινής τέχνης, τολμηρής και μοναδικής ακόμα και σήμερα. Επομένως η συνολική αποκατάσταση των φθορών θα έπρεπε να συνδυαστεί με την σωστή ανάγνωση της ενιαίας ζωγραφικής επιφάνειας και κυρίως να είναι απόρροια συνολικής απόφασης εξειδικευμένων συνεργατών. Το έργο όπως προανέφερα είναι προϊόν ζωγραφικής σύλληψης και δεν ακολουθεί την τυποποιημένη βυζαντινή γραφή. Μερικά από τα ερωτήματα που προκύπτουν και πρέπει να απαντηθούν είναι τα ακόλουθα:
• Ο καθαρισμός του γραπτού διακόσμου στο σύνολό του, είναι εφικτός και μέχρι ποίου σημείου συντελεί στην τελική αισθητική αποκατάσταση?
Μια παλαιότερη προσπάθεια καθαρισμού αναδεικνύει μια φωτεινότητα χρωμάτων, χωρίς όμως να εξασφαλίζει την αρχική τονικότητα και ένταση των χρωμάτων, με αμφισβητούμενο μάλιστα αισθητικό αποτέλεσμα. Ίσως μια ηπιότερη μορφή καθαρισμού να ταιριάζει περισσότερο στη χρωματική αντίληψη του έργου. Όσον αφορά τα διακοσμητικά κομμάτια της τοιχογραφίας, που αποτελούν και μαρτυρία πλαστικών αναζητήσεων, χωρίς τη διάθεση της μηχανικής συμπλήρωσης των επιφανειών -όπως πολλές φορές συνηθίζεται σήμερα- έχουν υποστεί τις μικρότερες και πιο ορατές φθορές. Επομένως ο βαθμός της συντήρησης των διακοσμητικών μοτίβων των τοιχογραφιών, θα πρέπει να διαφέρει απ΄ αυτών των παραστάσεων, όπου οι φθορές είναι πιο εκτεταμένες και πιο ορατές. Βέβαια υπάρχει το μεγάλο πλεονέκτημα των διασωθέντων ανθιβόλων του Σπ. Παπαλουκά (κλίμακας 1:1), μοναδικά σε μέγεθος και αξία, που θα επιτρέψουν τη σωστή διατύπωση του αρχικού σχεδίου. 


• Ποιο χρώμα θα επιλεχθεί για τη συμπλήρωση των κατεστραμμένων περιοχών? Ένα ενδεικτικό χρώμα της ίδιας οικογένειας της παράστασης ή θα υιοθετηθεί ένα γενικός τόνος για όλες τις παραστάσεις, διακινδυνεύοντας έτσι τη συνολική χρωματική αντίληψη. Υπάρχουν κομμάτια που δεν έχουν ολοκληρωθεί ή άλλα που είναι καλυμμένα με ώχρα και γαλάζιο. • Θα υπάρξει γραμμική αποτύπωση των ανθιβόλων και στην περίπτωση αυτή, τι θα χρησιμοποιηθεί σα χρώμα φόντου?
• Θα γίνει αποκατάσταση των στασιδιών, τα όποια έχουν αφαιρεθεί και στη θέση τους υπάρχει χρωματική απομίμηση μαρμάρου, διαφορετικής αισθητικής αντίληψης?
Θα πρέπει να απαντηθούν τα διαφορετικά αυτά ερωτήματα και επιπλέον αυτά που θα προκύψουν, κατά τη διαδικασία της αποκατάστασης του διατηρητέου αυτού μνημείου.
Τελειώνοντας, πιστεύω ότι η αισθητική αποκατάσταση των τοιχογραφιών της Ιεράς Μητρόπολης Άμφισσας είναι εφικτή, αρκεί και το αποτέλεσμα που θα προκύψει να προέλθει από ένα σύνθετο σχεδιασμό, τεχνικών και εικαστικών παραμέτρων, για να επιτευχθεί μια άρτια εφαρμογή της συντήρησης και αποκατάστασης του έργου.
Η καλλιτεχνική αξία των τοιχογραφιών του Σπ. Παπαλουκά είναι πρωτότυπη ακόμα και σήμερα, παραμένοντας επίκαιρη και προκλητική. Στηρίζεται στην ιδέα της προσωπικής υπέρβασης και ανησυχίας του καλλιτέχνη, που δυστυχώς σήμερα απειλείται και θυσιάζεται στον κοινωνικό βωμό του ορθολογισμού και της αντιπνευματικότητας.

Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2009

Λεπτομέρειες





Λεπτομέρειες από τις τοιχογραφίες του Σπύρου Παπαλουκά, στην Μητρόπολη της Άμφισσας. Ένα μοναδικό έργο που καταστρέφεται...

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2009

Οι αγιογραφίες του Σπύρου Παπαλουκά










Οι αγιογραφίες του Σπύρου Παπαλουκά στον Μητροπολιτικό Ναό της Άμφισσας. Ένα μοναδικό έργο τέχνης εγκαταλελειμμένο στη φθορά του χρόνου και στην αδιαφορία των αρχών.

Ο Μητροπολιτικός Ναός της Άμφισσας


Ο Μητροπολιτικός Ναός της Άμφισσας, νεοβυζαντινός σταυροειδούς τύπου με τρούλο κτίστηκε το 1868. Η Αγιογράφησή του ανατέθηκε πολύ αργότερα κατόπιν πανελλήνιου καλλιτεχνικού διαγωνισμού. Η κριτική επιτροπή του διαγωνισμού αποτελούμενη από τους Α. Ορλάνδο, Δ. Πικιώνη, Αρ. Ζάχο και Κ. Παρθένη ανέθεσε ομόφωνα το έργο της αγιογράφησης στο νεαρό τότε και ανήσυχο Ζωγράφο Σπύρο Παπαλουκά (1892-1957). Ο Παπαλουκάς άρχισε την αγιογράφηση το 1927 και την ολοκλήρωσε το 1932.Ο Σπύρος Παπαλουκάς αγιογράφησε τη Μητρόπολη της Άμφισσας με τη μέθοδο των «Ανθιβόλων». Σχεδίαζε δηλαδή με κάρβουνο και την παραμικρή παράσταση σε χαρτί σε κλίμακα 1:1, τρυπούσε το περίγραμμα του σχεδίου, τοποθετούσε το τρυπημένο χαρτί, «Ανθίβολο» στον τοίχο της Εκκλησίας και με τη χρήση καρβουνόσκονης αποτύπωνε μέσα από τις τρύπες, την παράσταση που είχε ζωγραφίσει στο χαρτί, στον τοίχο του Ναού.Τα «Ανθίβολα» της Μητρόπολης της Άμφισσας, ο Παπαλουκάς δεν τα κατέστρεψε. Τα φύλαξε ευλαβικά στο υπόγειο του σπιτιού του και σήμερα φυλάσσονται στην «Πινακοθήκη Παπαλουκά» στην Άμφισσα.Η ιδιαιτερότητα και η σημασία του έργου της αγιογράφησης του Μητροπολιτικού Ναού της Άμφισσας από το Σπύρο Παπαλουκά, έγκειται στην πρωτότυπη και τολμηρή γραφή του και στην ελεύθερη πλαστική του ανεξαρτησία. Αφομοιώνοντας την αισθητική των σύγχρονων καλλιτεχνικών τάσεων των αρχών του 20ου αιώνα (Fauves, Nabis, Lubistes και post Impressioniste), ο Παπαλουκάς κατορθώνει στην αγιογράφηση της Μητρόπολης της Άμφισσας, τη διατύπωση μια ελεύθερης ανάγνωσης της Βυζαντινής Αγιογραφίας, διατηρώντας στο ακέραιο τη βαθιά πνευματικότητα του Ιερού Στοιχείου. Σήμερα έχει ξεκινήσει από το Υπουργείο Πολιτισμού εργασίες συντήρησης των τοιχογραφιών.   












Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2009

Δημοτική πινακοθήκη Άμφισσας «Σπύρος Παπαλουκάς»



     Η Δημοτική Πινακοθήκη Άμφισσας «Σπύρος Παπαλουκάς» φιλοξενεί τα ανθίβολα και τα σχέδια που έκανε ο Σπύρος Παπαλουκάς για την αγιογράφηση του Μητροπολιτικού Ναού της Άμφισσας. 


Η Αγιογράφησή του ανατέθηκε κατόπιν πανελλήνιου καλλιτεχνικού διαγωνισμού. Η κριτική επιτροπή του διαγωνισμού αποτελούμενη από τους Α. Ορλάνδο, Δ. Πικιώνη, Αρ. Ζάχο και Κ. Παρθένη ανέθεσε ομόφωνα το έργο της αγιογράφησης στο νεαρό τότε και ανήσυχο ζωγράφο Σπύρο Παπαλουκά (1892-1957). 

Ο Παπαλουκάς άρχισε την αγιογράφηση το 1927 και την ολοκλήρωσε το 1932 χρησιμοποιώντας τη μέθοδο των «Ανθιβόλων». Σχεδίαζε δηλαδή με κάρβουνο και την παραμικρή παράσταση σε χαρτί σε κλίμακα 1/1, τρυπούσε το περίγραμμα του σχεδίου, τοποθετούσε το τρυπημένο χαρτί, «Ανθίβολο» στον τοίχο της Εκκλησίας και με τη χρήση καρβουνόσκονης αποτύπωνε μέσα από τις τρύπες, την παράσταση που είχε ζωγραφίσει στο χαρτί, στον τοίχο του Ναού.


Τα «Ανθίβολα» της Μητρόπολης της Άμφισσας, ο Παπαλουκάς δεν τα κατέστρεψε. Τα φύλαξε ευλαβικά στο υπόγειο του σπιτιού του. H κόρη του Μίνα Παπαλουκά, δώρισε τη συλλογή των «Ανθιβόλων» στο Δήμο Άμφισσας, το Δεκέμβριο του 2001. Πρόκειται για έναν εικαστικό θησαυρό ανυπολόγιστης αξίας, μοναδικό στο είδος του, αποτελούμενο από 349 «Ανθίβολα». Η συλλογή αυτή εκτίθεται πλέον μόνιμα στο ειδικά διαμορφωμένο κτίριο της Πινακοθήκης του Δήμου Άμφισσας στον παραδοσιακό οικισμό της Χάρμαινας, που φέρει το όνομα «Σπύρος Παπαλουκάς». 

Η ιδιαιτερότητα και η σημασία του έργου της αγιογράφησης του Μητροπολιτικού Ναού της Άμφισσας από το Σπύρο Παπαλουκά, έγκειται στην πρωτότυπη και τολμηρή γραφή του και στην ελεύθερη πλαστική του ανεξαρτησία. Καταγράφει και αφομοιώνει όλες τις κατακτήσεις και ανησυχίες των καλλιτεχνικών ρευμάτων των αρχών του 20ου αιώνα (Fauves, Nabis, Cudistes Post Impressioniste) κάνοντας μια ελεύθερη ανάγνωση της Βυζαντινής Αγιογραφίας, διατηρώντας όμως στο ακέραιο τη βαθιά της πνευματικότητα. Εισάγει έτσι στο αγιογραφικό έργο τις εικαστικές ανησυχίες της εποχής του, με μια τολμηρή και δυναμική ζωγραφική γραφή, επικαιροποιώντας το μήνυμα του Η γόνιμη αφομοίωση αυτών των παραδοσιακών αξιών με τις σύγχρονες καλλιτεχνικές ανησυχίες απέδωσαν ένα πρωτότυπο και πρότυπο έργο ανανέωσης της βυζαντινής αισθητικής που όμως δεν βρήκε αντάξιους συνεχιστές μέχρι σήμερα. 

Ο Σπύρος Παπαλουκάς σε μια σπάνια φωτογραφία του μέσα στον Μητροπολιτικό Ναό της Άμφισσας, μπροστά στο ανθίβολο του Ευαγγελισμού.





Ο Σπύρος Παπαλουκάς (1892-1957), γεννήθηκε στη Δεσφίνα Φωκίδας . Μαθητής του Ιακωβίδη και του Ροϊλού, είναι μία από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ελληνικής τέχνης του 20ού αιώνα. Σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών και συνέχισε στο Παρίσι. Την περίοδο της φοίτησής του στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, ζωγράφισε εικόνες για το τέμπλο του ναού του Αγίου Δημητρίου της Δεσφίνας. Έλαβε μέρος στη Μικρασιατική Εκστρατεία ως πολεμικός ζωγράφος. Δυστυχώς, όμως, τα έργα εκείνης της εποχής, 500 τον αριθμό, κάηκαν στο τρένο που τα μετέφερε στη Σμύρνη τις μέρες της καταστροφής. Με τον Στρατή Δούκα έμεινε στο Αγ. Όρος (1923-24), φιλοτεχνώντας μία από τις αντιπροσωπευτικότερες ενότητες της δουλειάς του.