Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2016

Άμφισσα: Γλυκύτητα της παλαιάς Ελλάδας


Του Δημήτρη Αθηνάκη

Οι μικροί τόποι σού δίνουν την αίσθηση ότι οι λεπτομέρειές τους μεγεθύνονται τόσο, που πάνε να σε καταπιούν. Η Άμφισσα είναι τόπος μαγείας. Πρωτεύουσα ενός μεγάλου, στην έκταση, νομού, αραιοκατοικημένου και με τρεμώδη μορφολογία, η πόλη επιβάλλει τη σιωπή και σε καλεί να την ακουμπήσεις. Είναι από εκείνους τους τόπους, όπου τα δρομάκια είναι μια ολοζώντανη υπενθύμιση μιας Ελλάδας που βλέπεις μόνο σε λευκώματα Ευρωπαίων περιηγητών των αρχών του προηγούμενου αιώνα ή, ίσως, του Μεσοπολέμου.
Είναι έτσι ή, μήπως, η περιορισμένη αλλά έντονη έκταση της Άμφισσας δημιουργεί παραισθήσεις; Δεν ξέρω αν έχει περισσότερη σημασία η, ας πούμε, παροντική αλήθεια των πόλεων ή οι αναταράξεις που προκαλεί στο μάτι και στο μυαλό. Τα Ταμπάκικα ή η συνοικία «Χάρμαινα» των παλιών βυρσοδεψών, για παράδειγμα, είναι μια παράσταση ενός κόσμου που κάποτε έλαμψε και τώρα σε καλεί να τον ανασυστήσεις με τη μνήμη, την εμπειρία και τη θέλησή σου. Το Κάστρο των Σαλώνων είναι η Ιστορία που σου δίνει ήχους και μυρωδιές αιώνων. Ο μητροπολιτικός ναός, με τις τοιχογραφίες του Σπύρου Παπαλουκά, οι οικίες με τα κοσμήματα λαϊκών καλλιτεχνών είναι πρόκληση για αναστοχασμό μιας πολυβασανισμένης ελληνικότητας. Το ψηλοτάβανο μεγάλο καφενείο «Πανελλήνιον», με τη μεγάλη θεατρική σκηνή, που φιλοξένησε τον «Θίασο» του Αγγελόπουλου και σέρβιρε καφέ στη Ρόμι Σνάιντερ, είναι ακόμα ένα σκηνικό που σε προετοιμάζει για λεμονίτα και υποβρύχιο, ενώ ακούγονται ακόμα τα χάχανα των μπουλουκιών. Το Αρχαιολογικό Μουσείο Άμφισσας, το οποίο στεγάζεται στο κτίριο όπου έγινε η Α΄ Εθνοσυνέλευση της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος, είναι υπενθύμιση του «πώς» και του «τι» της σημερινής χώρας.
Η Άμφισσα, τελικά, είναι ή δεν είναι μια πόλη όπου πρέπει να φτάσεις, έχοντας αφήσει τις «σειρήνες» των Δελφών και της Αράχωβας; Είναι.


ΠΗΓΉ: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΉ

Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2016

Η νύχτα των στοιχειών


Το Στοιχείο της Χάρμαινας, ήταν ένα ανθρωπόμορφο τέρας, πανύψηλο, με μακρουλά χέρια. Είχε άγριο και φριχτό παρουσιαστικό. Φύλαγε την Πηγή της Χάρμαινας, που δούλευαν οι ταμπάκηδες της πόλης και τους προστάτευε από κάθε κακό και από τ’ άλλα στοιχειά της περιοχής. Γιατί, τους αγαπούσε τους βυρσοδέψες, τους ένιωθε δικούς του ανθρώπους. Κι όταν κάποιος απ’ αυτούς, ήταν ετοιμοθάνατος, τότε γύριζε έξω από το σπίτι του και άρχιζε ένα αξιοθρήνητο ουρλιαχτό πόνου. Όταν το έζωνε η μοναξιά, το στοιχειό, έβγαινε από το ησυχαστήριο του και περιφερόταν από σοκάκι σε σοκάκι, βγάζοντας άγριες στριγκλιές και βογκητά. Μαζί με τα ουρλιαχτά ακούγονταν και περίεργοι θόρυβοι και σύρσιμο από αλυσίδες. Ακολουθούσε πάντα την ίδια διαδρομή. Περνούσε από το σπίτι της Λενιώς, από το πατρικό του και από τα σπίτια των φίλων του. Τότε ο κόσμος κλειδαμπαρωνόταν στα σπίτια τους και γεμάτοι φόβο, προσεύχονταν στο Θεό να τους φυλάει. Στην Άμφισσα τότε, εκτός από το Χαρμαινιώτικο, υπήρχαν και άλλα στοιχειά. Το καθένα από αυτά, προστάτευε κάποια πηγή νερού, κάποια συνοικία, τους αμπελώνες, τα ελαιόδεντρα κα. Πολλές φορές τα στοιχειά συγκρούονταν μεταξύ τους και πάλευαν μερόνυχτα ολόκληρα. Πάντα όμως νικούσε το Χαρμαινιώτικο, γιατί ήταν το πιο δυνατό και έξυπνο. Η πάλη γινόταν στην Χάρμαινα, κάτω από τα πλατάνια και τα πεύκα. Οι Αμφισσιώτες φοβόνταν και δεν ‘‘έβγαζαν μύτη’’ κατά την διάρκεια του αγώνα. Περίμεναν καρτερικά, ώσπου να τελειώσουν όλα και να σταματήσουν οι κραυγές και τα ουρλιαχτά των στοιχειών. 

 
Φωτογραφίες: Μιχάλης Παππάς/ FOSPHOTOS

Περισσότερα γι' αυτό το αποκριάτικο δρώμενο της Άμφισσας μπορείτε να διαβάσετε ΕΔΩ.

Ακρόπολις Αμφίσσης

(κάντε κλικ πάνω στην εικόνα)
 
Σ' ένα χωμάτινο περιβάλλον τα πρώτα ίχνη ενός αστικού περιβάλλοντος.

Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2016

«Οι απίστευτες περιπέτειες του Κυρίου Μανιτάρη Κάπα»


Κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα του Αμφισσιώτη συγγραφέα Ανδρέα Ασημακόπουλου με τίτλο «Οι απίστευτες περιπέτειες του Κυρίου Μανιτάρη Κάπα».

“Με το πέρας ενός παράξενου εγκεφαλικού επεισοδίου, ο κύριος Κάπας ανακαλύπτει ότι, εκτός από την διευρυμένη του αντίληψη, είναι παντελώς ανίκανος να θυμηθεί το μικρό του όνομα, το οποίο φαίνεται να έχει αντικατασταθεί από το περίεργο όνομα «Μανιτάρης». Σαν να μην έφτανε αυτό, ένα αλλοπρόσαλλο εξωδιαστατικό πλάσμα που του συστήνεται ως Χτυποκάρδιος, τον προτρέπει να ψάξει για την Αδελφότητα Των Απαγορευμένων Ιδεών, μία επικηρυγμένη ομάδα hackers του βιοδικτύου, του αντικαταστάτη του internet στο μέλλον, όπου οι άνθρωποι σερφάρουν και επικοινωνούν φορώντας περικεφαλαίες εικονικής πραγματικότητας.
Περίπου 80 χρόνια από σήμερα σε ένα όχι και τόσο απίθανο μέλλον, ο κύριος Μανιτάρης Κάπας διαπιστώνει ότι τα πράγματα σχεδόν ποτέ δεν είναι όπως φαίνονται. Καθώς βγαίνει αναγκαστικά από την ζώνη της καθημερινής του ασφάλειας έχει να αντιμετωπίσει έναν βρικόλακα σκέψεων, έναν σεξουαλικό κυβερνοδαίμονα, διανοητικούς ιούς, το σωφρονιστικό σύστημα του μέλλοντος που δημιουργεί αυτοματοποιημένους πολίτες και μια εταιρία-κολοσσό που απειλεί να ισοπεδώσει το ανθρώπινο είδος, όπως το ξέραμε μέχρι τώρα.
Τι δουλειά έχει ο φιλόσοφος Πλάτωνας και η διδασκαλία του Ζεν με όλα αυτά; Ποιοι είναι ο πατέρας-Χάος και ο Ψευδοκράτορας που όλοι τους τρέμουν, αλλά κανείς δεν τους έχει αντικρύσει ποτέ; Γιατί ο αριθμός 38 επιμένει να εμφανίζεται στον δρόμο του; Τώρα που όλες οι πιθανότητες είναι εναντίον του, θα καταφέρει άραγε ο Μανιτάρης Κάπας να σώσει τον εαυτό του, τον μεγάλο του έρωτα και τον ίδιο τον πλανήτη από την απόλυτη καταστροφή;”

Ο Ανδρέας Ασημακόπουλος γεννήθηκε στην Άμφισσα. Είναι απόφοιτος του τμήματος ηλεκτρολόγων μηχανικών και μηχανικών υπολογιστών του ΑΠΘ, με master στη μουσική τεχνολογία (MSc) από το πανεπιστήμιο του York. Τα τελευταία χρόνια ζει και εργάζεται στην Θεσσαλονίκη ως μουσικός παραγωγός και καθηγητής μουσικής τεχνολογίας.

Μια Καθαρή Δευτέρα


Κάποια Καθαρή Δευτέρα, τότε που γινόταν γλέντι στην πλατεία και κάθε φορέας της Πόλης έστηνε τραπέζι με σαρακοστιανά! Είναι το τραπέζι της Ομάδας "Αμφισσαϊκός" που υπήρξε ο πρόδρομος του "Φωκικού"! Αριστερά κάθονται οι παίχτες και δεξιά και στο βάθος το Συμβούλιο και φίλοι!Στο βάθος, το "Κορδώνειον Θέατρον"! Περίπου 1962! 

Ευάγγελος Παπούλιας

Του Αη Θυμιού


Του Ευάγγελου Παπούλια


Πιστός και φέτος στο ραντεβού του με τα χιόνια, ο Αη-Θύμιος!
Μέρα που ΄ναι, θυμήθηκα μια ομαδική κοπάνα, σχεδόν όλου του τότε Γυμνασίου, μάλλον το 1963 ήταν, όταν οι "μεγάλες" τάξεις, αποφάσισαν το πρωί να μη μπουν στις αίθουσες και να πάνε με τα λεωφορεία στο γειτονικό μα Χωριό, την Αγία Ευθυμία! Τώρα γιατί, ενώ το Χωριό έχει εκκλησία Άγιο Ευθύμιο, το έβγαλαν "Αγία Ευθυμία" από "Μυωνία" που ήταν το αρχαίο του όνομα, θα μας το εξηγήσει πιστεύω, ο εορτάζων σήμερα Θύμιος Αλεξανδρής. Τότε λοιπόν, οι "μεγάλοι" την έκαναν ομαδική κοπάνα και ακολουθήσαμε κι εμείς οι μικροί της Δευτέρας Τάξης. Όχι όλοι αλλά, όπως δείχνει και η φωτογραφία, αρκετοί. Φυσικά δε μας οδήγησε εκεί η υπερβολική λατρεία μας προς τον εορτάζοντα Άγιο, αλλά η πληροφορία ότι το Χωριό είχε πολύ χιόνι και η κρυφή "επαναστατική" μας διάθεση! Βέβαια, το τι έγινε την άλλη μέρα από τους Καθηγητές μας, δεν περιγράφεται. Καλέσματα στο γραφεία, ανακρίσεις διερεύνηση για το ποιος ήταν ο Αρχηγός της "Στάσης" και άλλα τέτοια, που σήμερα μπορεί να μοιάζουν αστεία, τότε, όμως, μπορούσαν να αλλάξουν την πορεία ενός μαθητή.
Δε θυμάμαι τι έγινε από ποινές, αλλά, μάλλον επικράτησαν οι πιο ήπιοι από τους Καθηγητές, αφού την επόμενη χρονιά, μας έκαναν τη χάρη και συντόμευσαν κατά το μισό τις πρώτες ώρες για να προλάβουμε να πάμε πάλι για ... προσκύνημα!
Άντε και του χρόνου!

Μουσείο – Οικία οπλαρχηγού Πανουργιά


Της Πέγκυς Αραβαντινού 
 
Το κτίριο αποτελούσε μέρος ενός συνόλου κτιρίων τα οποία δεν έχουν διασωθεί και είχαν μορφή τουρκικού σεράι. Δόθηκε μετά την απελευθέρωση στην οικογένεια του οπλαρχηγού Πανουργιά.
Το κτίριο περιέχεται σε οικόπεδο συνολικής έκτασης 1.034,27 τ.μ και αποτελείται από δύο όγκους συνολικού εμβαδού 286,84 τ.μ., την κύρια διώροφη οικοδομή (ισόγειο, μεσοπάτωμα, όροφος) και την προσθήκη κατ ́ επέκταση στον όροφο και φέρουν κοινή τετράριχτη στέγη.
Η ιδιαιτερότητα του κτιρίου έγκειται στο γεγονός ότι φέρει α) δύο αντηρίδες, μία νότια και μια δυτικά (περίεργο για κτίρια λαϊκής αρχιτεκτονικής, β) πολλά ανοίγματα με μορφή πολεμίστρας στο Ισόγειο γ) η τοιχοποιία αποτελείται από αργολιθοδομή διαχωριζόμενη σε ζώνες από τέσσερεις ξυλοδεσιές με ελεύθερο ύψος (3.15+0.15=3.30 μέτρα). Στις γωνίες μάλιστα υπάρχουν επιπλέον ξυλοδεσιές που ενώνουν τις δύο πλευρές, δ) ένα πανέμορφο - μπρουτάλ μεσοπάτωμα, το οποίο προστέθηκε σε δεύτερο χρόνο και διατηρήθηκε αμιγώς κατά την φάση της αποκατάστασης, ε) υπερυψωμένη είσοδο κατά ένα μέτρο, στ) εσωτερικό κλιμακοστάσιο με ξύλινη σκάλα και το χολ - εσωτερική βεράντα, πάνω από το μεσοπάτι (στάθμη ευρισκόμενη ανάμεσα στο ισόγειο και τον α’ όροφο), η) στέγη που εδράζει στους περιμετρικούς τοίχους καθώς και σε δύο δοκούς οι οποίοι βρίσκονται στον ενδιάμεσο τσατμά (τύπου χαγιατιού), θ) και το πλέον σημαντικό ότι κατά την φάση της αποτύπωση διαπιστώθηκε ότι η προσθήκη έχει άλλο τρόπο δόμηση (λιθοδομή με ενδιάμεσα κεραμικά τουβλάκια) και μικρή απόσχιση από το διώροφο κτίριο. Το γεγονός αυτό μας προκάλεσε το ενδιαφέρο με αποτέλεσμα να προβούμε σε εσωτερική εκσκαφή του μπαζώματος. Το αποτέλεσμα των ευρημάτων μας αντάμειψε. Κάτω από το χώρο της κουζίνας και το χώρο του τζακιού, βρέθηκε διπλός τοίχος στον όμορο τοίχο του ισογείου καθώς και μεγάλο χώρο καύσης με τέσσερεις καμινάδες, οι οποίες είχαν απόληξη μέσα στου περιμετρικούς τοίχους. Η είσοδος του χώρου καύσης φαίνετε να συνεχίζεται στο επόμενο δωμάτιο (στο σημείο της νεότερης κουζίνας) σε υψηλότερο επίπεδο. Ενώ μεταξύ του δυτικού τοίχου και του ξύλινου διαχωριστικού τοίχου (τσατμά) ανακαλύφθηκε νεότερος φούρνος από πυρότουβλα. Στην είσοδό του χώρου καύσης, οδηγεί περίτεχνο καλιγωτό δάπεδο, το οποίο εκτίνετε μέχρι τον εξωτερικό χώρο της βεράντας. Το καλιγωτό δάπεδο τόσο του χώρου εισόδου καύσεως όσο και της βεράντας βρίσκεται υψομετρικά σχεδόν στο επίπεδο του εξωτερικού βόρειου δρόμου, γεγονός που μας κάνει να συμπεράνουμε την παλαιότερη ύπαρξη ενιαίου χώρου με τον βόρειο δρόμο. Από την εξέταση του συνόλου των στοιχείων του χώρου καύσης-εισόδου-δρόμου θεωρούμε ότι παλιότερα εκεί φιλοξενούνταν το ιδιωτικό χαμάμ του τουρκικού σεράι. 


Η αποκατάσταση του κτιρίου σχεδιάστηκε και υλοποιήθηκε με τέτοιο τρόπο ώστε να αναδειχθούν όλα τα χρονικά μέρη του κτιρίου και να μην αλλοιωθεί τίποτα από τα στοιχεία του. Οι παρεμβάσεις για την επανάχρησή του γίνονται με τρόπο ώστε να εξυπηρετούν την νέα χρήση και την απαιτούμενη λειτουργικότητα ως κέντρο ιστορικής ενημέρωσης, καθώς και τις σύγχρονες απαιτήσεις σχεδιασμού στατικών και σεισμικών φορτίων και με την ικανότητα αντοχής που προβλέπονται στους νέους κανονισμούς, χωρίς να αλλοιώνουν το χαρακτήρα του κτίσματος. Αυτό επιτυγχάνεται με την ένταξη των σύγχρονων αναγκών στο παραδοσιακό κέλυφος με ενίσχυση του φέροντος οργανισμού, με χρήση ίδιων υλικών που προέρχονται από την περιοχή (μέθοδο ανόργανης μήτρας - στην Ελλάδα έχει εφαρμοστεί σε ελάχιστες κατασκευές και σε πολύ μικρότερη κλίμακα), ώστε το κτίσμα να εναρμονίζεται πλήρως στο φυσικό του περιβάλλον και να εμπεριέχει όσο είναι εφικτό την σοφία και την αλήθεια της αρχικής κατασκευής του.
Το κτίριο θα εξυπηρετεί την επίσκεψη ατόμων με ειδικές ανάγκες με την κατασκευή νέας εξωτερικής κλίμακας με ενσωματωμένη ειδική πλατφόρμα και με την κατασκευή αναβατορίου κατακόρυφης κίνησης. Επίσης αναπλάστηκε πλήρως ο περιβάλλοντας χώρος και η περίφραξή του (η οποία χρονολογείται παλαιότερα του κτιρίου) με βελτίωση και συμπλήρωση της υπάρχουσας τοιχοποιίας από λιθοδομή.

Η οικία Πανουργιά προβλέπεται να λειτουργήσει ως κέντρο ιστορικής τεκμηρίωσης όπου ο επισκέπτης θα λαμβάνει, μέσα και από τη χρήση νέων τεχνολογιών, μια πρώτη εικόνα των βασικών μαχών και ηρώων της περιοχής μας κατά την Ελληνική Επανάσταση, τόσο στο νομό Φωκίδας όσο και σε όλη την Στερεά Ελλάδα (Ρούμελη).

Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2015

Παρυφές και μεθόριοι / Τα στοιχεία που αδρανούν

Το The Symptom Projects πραγματοποιεί για έκτη συνεχόμενη χρονιά στην πόλη της Άμφισσας και στους Δελφούς το εκθεσιακό του πρόγραμμα: Το Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2015 πραγματοποιούνται τα εγκαίνια της έκθεσης “Παρυφές και μεθόριοι” σε επιμέλεια της Ευαγγελίας Λεδάκη και, μια ημέρα πριν, την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου τα εγκαίνια της έκθεσης φωτογραφίας “Τα στοιχεία που αδρανούν” του Γιάννη Θεοδωρόπουλου, σε επιμέλεια του Κώστα Χριστόπουλου.



the symptom 06
Παρυφές και μεθόριοι”
Επιμέλεια: Ευαγγελία Λεδάκη
Παραγωγή: The Symptom Projects
Παλαιό Νοσοκομείο Άμφισσας και Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών
Εγκαίνια: Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2015, 11.00 στο Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών και 20.00, στο Παλαιό Νοσοκομείο Άμφισσας
Διάρκεια έκθεσης: 10 - 25 Οκτωβρίου, 2015
Ώρες λειτουργίας:
Παλαιό Νοσοκομείο Άμφισσας, καθημερινά 17.00 - 22.00
Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών, καθημερινά 8.00 – 20.00

Στην έκθεση Παρυφές και μεθόριοι, που παρουσιάζεται στα πλαίσια του The Symptom Projects στην Άμφισσα, η μεθόριος γίνεται κατανοητή ως διαβλητό, συνεχώς μετατρέψιμο και μετατοπιζόμενο όριο· περίγραμμα ή περιφερειακή ζώνη, η οποία ορίζει το χώρο μέσα από μια διπλή διαδικασία περιλήψεων και αποκλεισμών. Μια μορφή γενίκευσης, αναγωγής, στερεοτυπικών αναγνωρίσεων και ετεροκαθορισμών. Η μεθόριος και η μεθοριακή συνθήκη που αναπαράγει, επισημαίνουν ένα πεδίο στο οποίο δεν εμφιλοχωρούν διακριτά τοπογραφικά σημεία. Η μεθόριος συγκροτεί ένα νοητό χώρο του οποίου η κύρια λειτουργία είναι να καθιστά ορατό τον διαχωρισμό ανάμεσα στο γνωστό και το άγνωστο, το αποδεκτό και το μη αποδεκτό και κατ’ επέκταση το αναγνωρίσιμο και το μη αναγνωρίσιμο. Τονίζει δηλαδή τη διάσταση της διάκρισης και τα σημεία τομής που παρεμβάλλονται ώστε να καταστήσουν σαφείς τους νοητούς διαχωρισμούς.

Ιστορικά, στην αποικιοποίηση των νέων ηπείρων από το δυτικό κόσμο, οι μεθοριακές γραμμές, τα λεγόμενα frontiers, λειτούργησαν ως αναγνώριση του πολιτισμένου κόσμου, ορίζοντας την έκταση του εξευγενισμού. Πέρα από εκείνα εκτεινόταν ο άγριος κόσμος, ο Άλλος. Με αυτή την έννοια το frontier, στην απόλυτη νοηματική του ελαχιστοποίηση, υποδηλώνει το όριο του συμβολικού, της οργανωτικής συγκρότησης του συνειδητού κόσμου. Σε αυτή την περιοχή διακρίνουμε μια τοπολογική αντιστοιχία με το στοιχείο που ο Sigmund Freud ονόμασε ομφαλό του ονείρου. Στην έκθεση Παρυφές και μεθόριοι που πραγματοποιείται παράλληλα στην Άμφισσα και τους Δελφούς, ο ομφαλός της γης, αυτό το αινιγματικό αντικείμενο που φυλάσσεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο των Δελφών –όπως και ο τόπος που λειτουργεί ως όνομα-μεταφορά, αναδεικνύονται ως εμβληματικό σημαίνον, σημείο ανάδυσης της μεθοριακής εκκρεμότητας και των σύγχρονων εκδοχών που λαμβάνει.


Συμμετέχοντες καλλιτέχνες:
Νίκος Αρβανίτης, Αριστείδης Αντονάς, Κωστής Βελώνης, Πάκυ Βλασσοπούλου, Ζωή Γιαμπουλντάκη, Θοδωρής Γιαννάκης, Λυδία Δαμπασίνα, Λητώ Κάττου, Μανώλης Μπαμπούσης, Πέτρος Μώρης, Γιάννης Παπαδόπουλος, Κώστας Σαχπάζης, Χαρίκλεια Χάρη, Κωνσταντίνος Χατζηνικολάου, Κώστας Χριστόπουλος


es-optron 03
Γιάννης Θεοδωρόπουλος
Τα στοιχεία που αδρανούν”
Επιμέλεια: Κώστας Χριστόπουλος
Παραγωγή: The Symptom Projects
Μουσείο Δελφικών Εορτών Άγγελου και Εύας Σικελιανού, Δελφοί.
Εγκαίνια: Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2015, 20.00
Διάρκεια έκθεσης: 10 - 25 Οκτωβρίου, 2015.
Ώρες λειτουργίας: Τρίτη - Σάββατο 10.30 – 14.30

H Δελφική Ιδέα και το σχέδιο των Δελφικών Εορτών συνοψίζουν μια καίρια στιγμή της συνολικής παρουσίας του Σικελιανού στην νεώτερη εγχώρια πολιτισμική ιστορία. Τι απέμεινε, όμως, από όλα αυτά; Ένα μουσείο, που μέσα από διάφορα θραύσματα, φωτογραφίες, κείμενα και χειρόγραφα, κοστούμια, επιστολές και αντικείμενα, επιχειρεί να ανασυστήσει ένα γεγονός. Βρισκόμαστε εντός ενός χώρου, στον οποίο λαμβάνει χώρα μια συνθετική προσπάθεια, μια απόπειρα ενοποίησης μιας συνθήκης μέσα από αποσπάσματα. Ο κόσμος της μοντερνικότητας είναι αυτός της διάρρηξης μιας ολότητας και της επανασυγγόλησής της. Οι συρραφές, ωστόσο, αυτής της ανασύνθεσης, τα σημεία της ένωσης, δεν μπορούν να απαλειφθούν, δεν μπορούν παρά να είναι πλέον και για πάντα εμφανή. Σε αυτά τα σημεία, σε αυτές τις συρραφές παρεμβαίνει ο Γιάννης Θεοδωρόπουλος με το φωτογραφικό του έργο. Όχι για να τις κλείσει, ούτε για να τις καλύψει, ούτε καν για να τις εξωραΐσει. Το αντίθετο: για να τις υποδείξει και να τις φωτίσει, να τις καταστήσει ακόμα περισσότερο σαφείς. Παρεμβαίνει ανάμεσα στα εκθέματα του Μουσείου Δελφικών Εορτών, καταφάσκοντας στην αποσπασματικότητα, στην αδυνατότητα ανασυγκρότησης μιας όποιας ολότητας και, τελικά, στην απροθυμία μπροστά σε κάθε συνθετικό εγχείρημα. 
 

Περισσότερες πληροφορίες:



Κυριακή, 31 Μαΐου 2015

Δημήτρης Αρμάος

Ο Δημήτρης Αρμάος γεννήθηκε στην Άμφισσα το 1959 και απεβίωσε στην Αθήνα το 2015. Είχε σπουδάσει Φιλολογία και εργαζόταν ως καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης αλλά και ως επιμελητής εκδόσεων. Είχε δημοσιεύσει τα Ποιήματα Ι και ΙΙ (1979 και 1984), καθώς και ανάτυπα ποιητικών εργασιών (Μητρόπολη, 1989· Ηθογραφία, 1997·Μυθολόγημα, 2000· Ανάστημα Ορθίου & Καλένδες, 2001), έργα για τη διδασκαλία και τη διδακτική της λογοτεχνίας (με το φ.ψ. Δ. Πτολεμαίου: Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, συνεργ. Ζ.Κ. Μπέλλα, 4 ττ., 1982-83· συνεργ. Στη Νεοελληνική Λογοτεχνία για τις Κατευθύνσεις του Π.Ι., 1999· Ήθη Ερμηνευτικά, Ήθη Διδακτικά, 2002), μεταφράσεις (Ο Μπωντλαίρ, τα Άνθη του Κακού και το Ύψος του E. Auerbach, 1984· Χρόνος και Ιστορία του G. Agamben, 2003· Η Επιστολή στον Cangrande του Dante, 2004). Πρόσφατα κυκλοφόρησε κι ένας συγκεντρωτικός τόμος των ποιημάτων του από τις εκδόσεις Ύψιλον με τον τίτλο «Βίαιες εντυπώσεις των ετών 1975-2007».



Δημήτρης Αρμάος: Είναι τραυματικό να διαπιστώνεις ότι υπηρετείς μια τέχνη κοινωνικά αναποτελεσματική

Συνέντευξη στον Σταμάτη Μαυροειδη

«Βρήκα ό,τι γύρευα το πιο πολύ / Θέλει παράδοση / Που όλες τις άδειές μου υπερβαίνει», γράφει ένα τρίστιχο κάπου στις μέσα σελίδες των Βίαιων Εντυπώσεων. Και στη σύνοψη που κατατίθεται, ως προλόγισμα, στο βιβλίο διαφαίνεται ένας μελαγχολικός τόνος. Αν η επισήμανση είναι ορθή, πού εντοπίζεται «το πρόβλημα», κ. Αρμάο;

Το τρίστιχο που αναφέρετε έχει να κάνει με τις αντιστάσεις που προβάλλει κάθε άνθρωπος αλλοτριωμένος, λόγω βασικών βιοτικών του επιλογών, από τη βαθιά απόλαυση της μελέτης. Τη μελαγχολία του εισαγωγικού κειμένου τη γεννούν πολλές, όπως είδατε, αντινομίες, σε επίπεδο αξιών και πραγματώσεων. Αυτό είναι, ας πούμε, «το πρόβλημα».
Είναι τραυματικό να διαπιστώνεις ότι υπηρετείς μια τέχνη κοινωνικά αναποτελεσματική.

Τι εννοείτε με τη φράση ότι οι στίχοι σας «παραδίνονται όπως όλοι οι νικημένοι κατά κράτος»; Σημαίνει ότι η ποίησή δεν ευτυχεί στη συνάντησή της με το αναγνωστικό της κοινό ή κάτι περισσότερο;

Δεν αφορά μόνο στην ποίηση αυτό, και προφανώς όχι αποκλειστικά στη δική μου. Νομίζω πως έχει κιόλας επωαστεί ένας κόσμος που προβάλλει ανερυθρίαστα τις αξιώσεις του για έργα «μιας χρήσης», που δεν απαιτεί από τον εαυτό του κάτι παραπάνω από μια «θυμηδία επί τη εμφανίσει», κι αυτό ισοδυναμεί μάλλον με ήττα κάθε προηγούμενης αντίληψης για το άξιο να μας απασχολήσει, αποσπώντας μας κάπως, για λίγο ή για πολύ, από τη σπαρταριστή ζωή δίπλα μας. 

Σε μια παλιότερη συζήτηση είχατε πει ότι «η λογοτεχνία δοκιμάζεται στο άκουσμα…».  Ποιος ο λόγος, λοιπόν, να προχωρήσετε σε μια συγκεντρωτική έκδοση και, μάλιστα, ιδιαίτερα φροντισμένη ως προς την τυποτεχνική της μορφή;

Είναι μια σύμβαση η τυπωμένη μορφή της ποίησης. Μια ελκυστική σύμβαση. Δεν αναθεωρώ το παραμικρό από την τοποθέτηση που μνημονεύετε. Προχώρησα στην έκδοση του βιβλίου, όμως, επειδή οι προηγούμενες δημοσιεύσεις ήταν πλέον απρόσιτες σε όσους ενδιαφέρονταν (πιεστικούς φίλους, κυρίως) κι επειδή έκρινα ότι έκλεισε ένας συγκεκριμένος ορίζοντας προβληματισμών. 

Παρ’ ότι στη λεγόμενη «αγορά» δεν υπάρχει ζήτηση για ποίηση, εντούτοις παρατηρούμε μια πρωτοφανή έκρηξη του είδους, ιδιαίτερα μέσω του Διαδικτύου. Πώς εξηγείται κάτι τέτοιο;

Η λαμπρή τύχη της ποίησης στο Διαδίκτυο είναι μια παρηγοριά. Η ζήτησή της είναι περιορισμένη στις περισσότερες χώρες (όχι σε όλες), εξαιτίας των «νόμων» που δυναστεύουν το βιβλίο – ιδίως το καλό βιβλίο. Το είδος αναγνώστη που παράγουμε (και στη χώρα μας) είναι απαράσκευο απέναντι στην ποίηση και μπροστά στο απαιτητικό βιβλίο ο καταπονημένος μέσος άνθρωπος των ημερών εύλογα εμφανίζεται απρόθυμος για δαπάνες χρόνου, κόπου και χρημάτων. Αλλά οι δοκιμασίες αυξάνονται σε μια περίοδο διευρυμένης εγγραμματοσύνης. Άρα, οι εκδηλώσεις δυσανεξίας, όπως και η έκφραση ικανοποιήσεων, βρίσκουν διέξοδο και διά του λόγου, σε όλες τις μορφές του. Πράγμα, κατά την εκτίμησή μου, απειλητικό για τις εξουσιαστικές ολιγαρχίες. Κι ελπιδοφόρο.

Θεωρείτε ότι η λειτουργία της ποίησης σήμερα έχει κάποιο σοβαρό αντίκτυπο στο δημόσιο χώρο, κι αν όχι, τότε ποιος ο λόγος της δημόσιας κατάθεσής της;

Πράγματι, πιστεύω ότι η τέχνη, κι όχι μόνο η ποίηση, είναι κατά το πλείστον σήμερα κοινωνικά αποδυναμωμένη. Ξεφεύγουν κάποια είδη μουσικής, κινηματογράφου, βίντεο, γραφιστικής, φωτογραφίας κλπ. Κάποια είδη! Ίσως όχι το καλύτερο κομμάτι τους. Αλλά ο άνθρωπος αυτά τα μέσα έχει. Και δεν σταματά να ελπίζει ότι, αξιοποιώντας τα πεισμόνως, υπάρχει πιθανότητα να «κάνει πράγματα» μ’ αυτά.

Εσείς γιατί γράφετε κ. Αρμάο, ποιες είναι οι αγωνίες που θέλετε να μοιραστείτε με τους άλλους ομοτέχνους ή μη;

Αν και γνωρίζω πως το κοινό της ποίησης είναι κυρίως ποιητές, σπανίως απευθύνομαι σε ομοτέχνους. Έχω έναν συνομιλητή δίπλα μου (καμιά φορά και περισσότερους, όλους το ίδιο «επαρκείς», όσο φτάνει ο νους μου πάντα) και συνήθως συνεχίζω μια συζήτηση (σπάνια την ανοίγω) πάνω στα ηθικά ελλείμματα, το εύκολο προσπέρασμα καθόλου δεδομένων ευτυχημάτων, τον βιωματικό χρόνο, την αίσθηση της ευθύνης, τα πάθη, τους πόθους – όσα ζώνουν τους αρχαίους πυρήνες μέριμνας, ολάκερης της ανθρωπότητας. 

Και κάτι τελευταίο: σ’ ένα από τα πολλά «πολιτικά» ποιήματα της συλλογής, όπου καταδικάζετε μέχρι υπερβολής κάθε μορφή βίας, ο «ακτιβιστής του ταξικού πολέμου» τοποθετείται «ανάμεσα σε αυτόχειρα και σε φονιά» και χαρακτηρίζεται ως «το ανεξέλεγκτο στα φυλλοκάρδια της χιονοστιβάδας». Είναι μια εξαίρεση αυτό;

Είναι, με μισή καρδιά. Και με την απαραίτητη προϋπόθεση της πρώτης ιδιότητας: του αυτόχειρα. Ο αφηρωισμός (εν γένει ύποπτη πρακτική) σε τέτοιες περιπτώσεις, δυστυχώς, είναι αδιανόητος χωρίς το θάνατο.
Γι’ αυτό κι υπάρχει και ένα «Ελεγείο» για τον Χ. Τσουτσουβή.
Η καθολική αξία που υποστηρίζεται πάντως, είδατε, είναι καταδίκη κάθε μορφής πόνου και αφαίρεσης ζωής. Από ανωριμότητα και έλλειψη συλλογικότητας δεν αξιοποιούμε τις υπάρχουσες δυνατότητες βελτίωσης της ζωής μας με μέσα ειρηνικά.

Στους δρόμους της ποίησης επί τριάντα χρόνια

Της Τιτίκας Δημητρούλια

Φιλόλογος σε νυχτερινό σχολείο, ο Δημήτρης Αρμάος είναι γνωστός για τις φιλολογικές του επιμέλειες, για την επιμονή, την εμμονή του στη λεπτομέρεια, σ' αυτό που δεν φαίνεται αλλά κάνει τη διαφορά όταν διαβάζει κανείς ένα βιβλίο. Λόγιος και ευρυμαθής, αλλά και διανοούμενος που δεν διστάζει να παρέμβει στις διαμάχες του καιρού του, ορθολογιστής και μουσόληπτος, όπως επισημαίνει ο ίδιος στον πρόλογό του, ο Αρμάος καταθέτει στον εξαιρετικά φροντισμένο αυτό τόμο -τον οποίο κοσμούν και συμπληρώνουν λοξά τα σχέδια του Αλέξη Ταμπουρά- την ποιητική του διαδρομή, από το 1975 που ξεκινά να γράφει ώς το 2007, σχεδόν δηλαδή ώς σήμερα. Για την ακρίβεια παραδίδει τα ποιήματά του νικημένα κατά κράτος, όπως λέει. Πολλά από τα ποιήματα έχουν εκδοθεί, σε συλλογές, σε περιοδικά, άλλα είναι ανέκδοτα. Σκιαγραφούν μαζί μια αγωνία κι έναν αγώνα, ενός «αυτόχθονος του χώρου» που αναζητεί τις ρίζες του στα βάθη της γραφής όσο και της ψυχής, αλλά και του κοινωνικού πραγματικού και των αναπαραστάσεών του.
Πολύσημη η βία στα ποιήματά του. Των αισθημάτων, του παθιασμένου έρωτα, της απόλυτης παράδοσης, της εγκατάλειψης, του πόνου. Της αίσθησης της ματαιότητας, της θνητότητας, της νομοτέλειας σε έναν κόσμο που δεν τον κατοικεί πια ο Θεός αλλά δεν κερδίζει γι' αυτό την αιωνιότητα. Του πόνου που γεννά ο ίδιος ο άνθρωπος, της μάχης και του πολέμου. Της βίας της ποίησης που ανατέμνει το παρελθόν για να γεννήσει το μέλλον.
Γεγονότα και σχόλια
Η ποίηση του Αρμάου είναι κατακλυσμένη από μια βία που έχει κρυώσει για να γίνει ποίηση, η οποία επίσης μιλάει για την ποίηση, για τον εαυτό της, ευθέως και με παραβολές, με ιστορίες ποιητών, μεσαιωνικών και ρομαντικών, Ευρωπαίων και Ελλήνων, εστέτ, νεορομαντικών και μοντερνιστών. Ποίηση που σχολιάζει στη διάρκεια την ποίηση μέσα από τα λόγια των άλλων. Κάπου στην αρχή του τόμου υπάρχει ένα «Ποίημα-αντικείμενο»: στην πράξη, όλα του τα ποιήματα είναι γεγονότα-σχόλια-πάνω-άλλα-γεγονότα, συνομιλίες και διάλογοι ανοιχτοί και μυστικοί, λέξεις σοφά βαλμένες για να υποδηλώνουν μαζί με τον ρυθμό, με το ποιητικό είδος, με το στίχο την καταγωγή και την απόβλεψη. Από τον λυρισμό στο έπος και από το χάι-κου -που γίνεται χάι-κλου- στο πεζόμορφο ποίημα, από το παντούμ στα πολλά ελευθερόστιχα ποιήματα που εκμεταλλεύονται σοφά, κατά τα διδάγματα του Μαλλαρμέ που κάπου εμφανίζεται στο μεγάλο θέατρο της δημιουργίας που στήνει στον τόμο αυτό ο Αρμάος, τη γραφική διάταξη στη σελίδα, ο τόμος περιγράφει, λοιπόν, μέσα από τη βία της αναίρεσης, της καθαίρεσης, της απομυθοποίησης, την ανακήρυξη του ποιητικού λόγου σε ύψιστη πραγματικότητα.
Κι όμως η ποίηση αυτή, που κλείνει μέσα της τον Ελ Σιντ και τη Χιμένα, την Ελένη και την Πηνελόπη, τον Δάντη και τη Βεατρίκη, τον Σαίξπηρ και τους μεταφυσικούς, τον Τέννυσον και τους ρομαντικούς, τον Κάλβο και τη θαλασσινή του κραυγή, τον Σολωμό, τον Παπαδιαμάντη με την μαγική ναυν και την αμφιλάφεια του Βιζυηνού, τον Σεφέρη και τον Ρεμπώ, την κόμησσα ντε Νοάιγ και τη μετάφρασή της από τον Καρυωτάκη, τον Βοκκάκιο και τον Βιγιόν, τον Ρίλκε και τον Μέλβιλ, μια ποίηση απόλυτα διακειμενική και αυτοαναφορική, είναι μαζί και μια ποίηση βαθιά αναπαραστατική. Με γλώσσα που αρύεται τον πλούτο της από την ελληνική στη διαχρονία της και ποικίλλεται από τις ευρωπαϊκές δημώδεις, καταγράφει τον πόνο, την αγωνία του ανθρώπου μπροστά σε όσα τον αφορούν και όσα τον ξεπερνούνε - της τέχνης συμπεριλαμβανομένης.
Εναλλάσσοντας τα είδη και τα ύφη, με μια ειρωνεία πότε κρυμμένη και πότε φανερή, καβαφική στην βαθύτερη ουσία της, να τινάζει στον αέρα κάθε υποψία μελοδραματισμού και δραματοποίησης, παίζοντας με την έκταση, τη στροφική οργάνωση του στίχου, ο Αρμάος δημιουργεί μια πολυφωνία που αιφνιδιάζει και φτάνει ώς το μεδούλι των πραγμάτων, με τον τρόπο των ποιητών που «τους καίνε οι αστραπές», που «κανείς τους δεν ορέχθηκε πλούτο άλλο ρυθμούς και λέξεις / κανείς τους δεν ευτύχησε με τη νεκροφιλία της εξουσίας/ ή δεν αγνόησε το λυγμό που πρέπει να σωθεί». Ένας ρομαντισμός που φωτίζει παρηγορητικά τις αρχές ενός δύσκολου αιώνα.



Η ομιλούσα κεφαλή στην έξοδο του ορφικού μύθου

 



Από την ασύνορη λογοτεχνική τύχη του ορφικού μύθου το μελέτημα αυτό απομονώνει εκείνη του τελευταίου επεισοδίου. Η θαλασσοπορία της κεφαλής που τραγουδάει, μιλάει και προφητεύει αντιμετωπίστηκε με νέο ενδιαφέρον στους νεότερους χρόνους, όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε παρακολουθώντας την, όχι μόνο στη λογοτεχνία, αλλά και στις καλές τέχνες. Τι αξιοποιήθηκε από τις παραδηλώσεις της αρχαίας αφήγησης και τι προστέθηκε; Έχουμε κάθε λόγο, ίσως, να πιστεύουμε ότι αναδείχτηκαν νέες παραστάσεις του συμβόλου, όχι όμως το μήνυμα της αρχαϊκής σκέψης σε όλο το βάθος και το εύρος.


Τι είναι εκείνο που κρατά την ανάμνηση των μύθων μέσα στο πέρασμα του χρόνου; Που παρασύρει στη λήθη ολόκληρες εποχές, πρόσωπα και καταστάσεις, αλήθειες και ψέματα ολόκληρων γενεών; Τι πιο συγκλονιστικό, μυθικά πρόσωπα που συνδέονται με σκοτεινούς πολλές φορές συμβολισμούς, να αντέχουν χιλιετίες ολόκληρες στη μνήμη της ανθρωπότητας, να υπάρχουν γύρω μας μέσα στην καθημερινότητά μας τόσο έντονα σα να πρόκειται για κοντινούς μας συγγενείς! Ο μύθος του Ορφέα, σύμφωνα με την ελληνική εκδοχή του, μας συνδέει με τις απαρχές της καλλιτεχνικής έκφρασης, μια και αναφέρεται στην τέχνη του τραγουδιού και της λύρας. Από το γένος της μητέρας του, ο Ορφέας συνδέεται με τη μουσική. Από τη μεριά του πατέρα κληρονομεί τη μυστική παράδοση, άρα τη θρησκεία.Αν και η ιστορία αυτή έχει τις ρίζες της στην αχλύ των μύθων, η παρουσία του Ορφέα σηματοδοτεί διαχρονικά την καλλιτεχνική υπόσταση. Ο Ορφέας, όνομα που προτιμούν αρκετοί με καλλιτεχνικές ανησυχίες για τα παιδιά τους, αλλά και πληθώρα ωδείων και μουσικών εκδοτικών οίκων, μοιάζει να συνεχίζει στο διηνεκές το μακρύ του ταξίδι στην ιστορία του πολιτισμού. Για αυτό και η παρούσα μελέτη του σημαντικού μας ποιητή και φιλόλογου Δημήτρη Αρμάου αποκτά τη δική της σημασία, μια και αποτελεί σημαντική συμβολή στη φιλολογική διερεύνηση όλων εκείνων των διαχρονικών συντελεστών που μεταφέρουν το συμβολικό φορτίο των μύθων στην καθημερινή ζωή. Η παρούσα μελέτη επικεντρώνει το ενδιαφέρον της σε ό,τι νεότερο έχουν να επιδείξουν οι πιο σύγχρονες τοποθετήσεις πάνω στο τελευταίο επεισόδιο της θαλασσοπορίας της ορφικής κεφαλής στις μεσογειακές ακτές, που τραγουδά, μιλά και προφητεύει... “
Ξενοφών Μπρουντζάκης
 

Βίαιες εντυπώσεις των ετών 1975-2007

 


Την ποιητική διαδρομή της τελευταίας τριακονταετίας του Δημήτρη Αρμάου αποτυπώνουν οι "Βίαιες εντυπώσεις των ετών 1975-2007" που μόλις κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις "Ύψιλον". "Βιβλίο στίχων" η έκδοση "Βίαιες εντυπώσεις" συγκεντρώνει 220 ποιήματα, στο μεγαλύτερο μέρος τους δημοσιευμένα αυτοτελώς ή σε περιοδικά, και με τις αναθεωρήσεις που σε αρκετές περιπτώσεις υπαγορεύει το πέρασμα του χρόνου, αναδεικνύοντας το ύφος και τον πυρήνα της ποιητικής του Αρμάου.
Μια ποίηση δηλαδή που θητεύει με συνέπεια στον μοντερνισμό συνομιλώντας διακριτικά ή και υπόκωφα με τον λυρισμό ή και την παραδοσιακή στιχουργία, και δεν αποποιείται τις συμβολές του υπερρεαλισμού και του εξπρεσιονισμού. Ωστόσο η γλώσσα του Αρμάου είναι εκεί να υποδεικνύει εκλεκτικές συγγένειες αλλά και την απόλυτη αμεροληψία της έναντι του παρελθόντος. Και κάπως έτσι "Μ' αυτό έρχεται το κρυφό μάτι των υποθέσεων που δε θέλει να πει/ Και τίποτα δε λέει να το όλο κι όλο/ Για τη ζωή όμως iam et nondum φτάνει κι ίσως-ίσως περισσεύει....".
Και λέει τα δέοντα και συνάμα ψυχωφελή για τον έρωτα, την απωλεσθείσα αθωότητα, το ακανθώδες της ανθρώπινης πορείας, των ιδεών, των διαψεύσεων. Έκδοση ενδεικτική της διαδρομής ενός ανθρώπου που θητεύει χρόνια όχι μόνο στα τοπία της ποίησης αλλά και στη διαδικασία δημιουργίας των βιβλίων ως επιμελητή εκδόσεων, και εμπλέκεται άμεσα με τον έντυπο λόγο αλλά και τα έργα πολυμέσων, η συλλογή "Βίαιες εντυπώσεις" αφήνει ένα γλυκό άρωμα εκδοτικής φροντίδας και αισθητικής το οποίο έρχεται να επικυρώσει τόσο η προμετωπίδα όσο και τα δώδεκα σχέδια του Αλέξη Ταμπουρά.

(δημοσίευση στην εφημερίδα "Αυγή" στις 18/09/2009)



Φονικό

Ως ήμαστε με βαρετό σκυμμένο άδειο κεφάλι
Μες στην καρδιά μας άναβε πράσινη περιστέρα
Μας είδε απ’ το κατάστρωμα κάποιος με κανοκιάλι
Μα το λεπίδι πρόφταξε κανείς δεν το καρτέρα
Μες στην καρδιά μας άναβε πράσινη περιστέρα
Οι περουζέδες περισσοί και τα ρουμπίνια κρίνοι
Μα το λεπίδι πρόφταξε κανείς δεν το καρτέρα
Ήσκιος περνούσε χάροντα που χνάρι δεν αφήνει
Οι περουζέδες περισσοί και τα ρουμπίνια κρίνοι
Με τι κοντύλι σβήστηκεν η θέση μας στο χάρτη;
Ήσκιος περνούσε χάροντα που χνάρι δεν αφήνει
Ξέραμε και ρωτιόμασταν πώς θα ’ρτει πότε θα ’ρτει
Με τι κοντύλι σβήστηκεν η θέση μας στο χάρτη
Κοπήκαμε απ’ τις ρίζες μας σα θλιβερά τραγούδια
Ξέραμε και ρωτιόμασταν πώς θα ’ρτει πότε θα ’ρτει
Η μέρα που οι παλιοί καρποί θα ρέψουν με τα φλούδια
Κοπήκαμε απ’ τις ρίζες μας σα θλιβερά τραγούδια
Που νοσταλγοί ψελλίζουνε παράφωνα ενώ θάλλει
Η μέρα που οι παλιοί καρποί θα ρέψουν με τα φλούδια
Ως ήμαστε με βαρετό σκυμμένο άδειο κεφάλι.



Νέοι ήχοι στο παμπάλαιο νερό


Ως είμαστε με βαρετό σκυμμένο άδειο κεφάλι
μες στην καρδιά μας άναβε πράσινη περιστέρα.
Μας είδε απ’ το κατάστρωμα κάποιος με κανοκυάλι,
μα το λεπίδι πρόφταξε· κανείς δεν το καρτέρα.
Μες στην καρδιά μας άναβε πράσινη περιστέρα:
Οι περουζέδες περισσοί και τα ρουμπίνια κρίνοι,
μα το λεπίδι πρόφταξε· κανείς δεν το καρτέρα.
Ίσκιος περνούσε χάροντα που χνάρι δεν αφήνει.

Οι περουζέδες περισσοί και τα ρουμπίνια κρίνοι. . .
Με τί κοντύλι σβήστηκεν η θέση μας στο χάρτη;
Ίσκιος περνούσε χάροντα που χνάρι δεν αφήνει.
Ξέραμε. . . Και ρωτιούμασταν πώς θά ’ρτει, πότε θά ’ρτει…

Με τί κοντύλι σβήστηκεν η θέση μας στο χάρτη. . .
Κοπήκαμε απ’ τη ρίζα μας σα θλιβερά τραγούδια. . .
Ξέραμε. . . Και ρωτιούμασταν πώς θά ’ρτει, πότε θά ’ρτει
η μέρα που οι παλιοί καρποί θα πεταχτούν σα φλούδια.

Κοπήκαμε απ’ τη ρίζα μας σα θλιβερά τραγούδια
που οι νοσταλγοί ψελίζουνε παράφωνα ενώ θάλλει
η μέρα που οι παλιοί καρποί θα πεταχτούν σα φλούδια
ως είμαστε με βαρετό σκυμμένο άδειο κεφάλι.



Έκβαση

Τι ιστορία κι αυτή!
Κει που κρατούσα τον χιτώνα μου ανοιχτό
Για νά' βρει καταφύγιο η καταιγίδα
Φύσηξε ένα αεράκι
Που δεν το νιώσανε ούτε οι ρίζες των μαλλιών.

Δευτέρα, 25 Μαΐου 2015

Το συμβάν Lacan

Απ' τις εκδόσεις Επέκεινα κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του Αποστόλη Αρτινού "Το συμβάν Lacan".



Η Αλήθεια είναι, σύμφωνα με τον Badiou, ό, τι εξαιρείται του κόσμου, ένα συμβάν που αποκαλύπτει την ετερογένειά του. Ένα τέτοιο συμβάν ήταν και η μοναδική περίπτωση του Jacques Lacan. Τα κεφάλαια αυτού του βιβλίου, ανιχνεύοντας χαρακτηριστικές έννοιες της λακανικής σκέψης, εκθέτουν και εκτίθενται στη σαγήνη ενός γλωσσικού συμβάντος που σημάδεψε ανεξίτηλα τη ψυχαναλυτική αλλά και τη φιλοσοφική σκέψη του 20ου αιώνα.”

Πολλοί σήμερα μιλούν για το τέλος της ψυχανάλυσης, με την ίδια ευκολία που μιλούσαν κάποιοι για το τέλος της ιστορίας, του πραγματικού ή της πολιτικής. Διαψεύστηκαν. Και τα τρία επανέρχονται δριμύτερα. Ο Lacan το ήξερε: “Το έχω αναγγείλει”, υποστήριζε σε μία από τις τελευταίες του συνεντεύξεις, “το πραγματικό θα αποκτήσει και πάλι το πλεονέκτημα. Και θα είμαστε όπως πάντα χαμένοι”. Στον ορίζοντα αυτής της πίστης θα εγγράψει και την εμπειρία της ψυχανάλυσης. Μια εμπειρία, που μέσα απ' το μετεωρισμό του σημείου της, θα κλονίσει συθέμελα όλο το σύμπαν των σημαινόντων, αυτόν τον ίδιον τον ορίζοντα του Πραγματικού. Ο Lacan θα εγείρει το υποκείμενο του μέσα σ’ αυτή την εκλειπτική, μια έκλειψη που θα γίνει και η αιτία όμως της επιθυμίας του υποκειμένου, η τοπική της καταγωγικής του απόλαυσης. Μια σειρά από έννοιες θα αρθρώσουν τώρα το συμβάν ενός καινοφανούς και απροσάρμοστου λόγου, αυτό το λακανικό σύμπαν, που με το αδιάθετο νόημα του, θα ριζοσπαστικοποιήσει όλον τον ορίζοντα του μετανεωτερικού λόγου.

Απ' τα περιεχόμενα του βιβλίου: Το συμβάν Lacan, Η εκλειπτική του σημαίνοντος, Το α-τόπημα της απόλαυσης, Η ακοινώνητη φύση του ανθρώπου. 


Μια συνέντευξη στον Ηλία Τσίγκα για το βιβλίο.


Ηλίας Τσίγκας: Γιατί ο Λακάν Αποστόλη; Πόσο καιρό ασχολείσαι με το θέμα Ψυχανάλυση γενικότερα και με το Λακάν ειδικότερα;

Αποστόλης Αρτινός: Η ψυχαναλυτική θεωρία είναι μια κυρίαρχη συνιστώσα στη σύγχρονη σκέψη που δεν μπορεί κανείς να την παραβλέψει και μέσα σ' αυτή ο Λακάν είναι μια περίπτωση μοναδική. Κομίζει ένα εννοιολογικό σύμπαν που καινοτομεί πάνω στη σκέψη του εικοστού αιώνα. Η ανάδυση του συμπτώματος, η δομή του ασυνειδήτου, η αδύνατη απόλαυση, το συμβολικό εδραίωμα, το αδιάθετο Πραγματικό, είναι εμπνευσμένες στιγμές ενός έργου που λειτούργησε πραγματικά ως ένα συμβάν, ως ένας καινοφανής και αδιανόητος λόγος.

Η.Τ.: Τα δοκίμια αυτά εκπονήθηκαν εμπρόθετα; Είχες από την αρχή συνείδηση ότι θα έγραφες το βιβλίο ή προέκυψε μέσα από την περιπέτεια της ενασχόλησής σου με το θέμα;

Α.Α.: Η ιδέα του βιβλίου προέκυψε μετά τη συγγραφή τους. Τα δοκίμια αυτά είναι κείμενα χρόνων που δουλεύονταν ξανά και ξανά. Πολλές φορές γράφοντάς τα δοκίμαζα και τις αναγνωστικές μου αντοχές πάνω στο Λακάν, τα όρια της δικής μου κατανόησης. Γράφουμε πάντα στο περιθώριο αυτών που διαβάζουμε, λέει ο Ντεριντά. Έγραφα και γράφω υπό την επήρεια αυτής της σαγήνης που μου ασκεί ο λακανικός λόγος, το λακανικό ιδίωμα των θρυλικών σεμιναρίων του που κυριολεκτικά έγραψαν ιστορία και ανέδειξαν τις δυνατότητες αυτού που λέμε μάθημα (matheme). Υπ όψιν ότι ο Λακάν δεν έγραφε. Τα βιβλία του είναι τα απομαγνητοφωνημένα κείμενα των σεμιναρίων του. Ανήκει, σύμφωνα με τον Ντεριντά, στην τριάδα αυτών που δεν έγραψαν, μια τριάδα που συμπληρώνει το όνομα του Σωκράτη κι του Ιησού.

Η.Τ.: Πολλοί θεωρούν την Ψυχανάλυση "μόδα" και "σημείο των καιρών". Άλλοι πάλι, ως αναγκαίο εργαλείο αυτογνωσίας και "οδοδείκτη" στο σημερινό πλουραλιστικό κι ατομοκεντρικό κόσμο. Πού νομίζεις ότι βρίσκεται η αλήθεια;

Α.Α.: Η ψυχανάλυση δεν είναι μόδα, κάποτε μπορεί και να ήταν. Δεν τη θέλουν σήμερα οι φαρμακευτικές εταιρείες αλλά και η απαίτηση της εποχής μας για άμεσες λύσεις. Η ψυχανάλυση είναι μια αργή και χωρίς καμία εγγύηση, περιπέτεια. Ο Φρόιντ μιλούσε και για την αδύνατη ανάλυση. Δεν είναι καν ένα εργαλείο αυτογνωσίας, όπως λες. Είναι όμως μια μοναδική ευκαιρία ανάδυσης του ασυνειδήτου. Στη μακρά λογοδιάρροια του ψυχαναλυόμενου έρχεται μια στιγμή που αυτή η ροή διακόπτεται και αναδύεται, μέσα από μια ανεντόπιστη απ τον ίδιον ρωγμή, ένα ίχνος του ασυνειδήτου. Μια μεγάλη δωρεά που ο ψυχαναλυόμενος δεν ξέρει τι να την κάνει, αλλά εκεί αναλαμβάνει το ρόλο του όμως ο ψυχαναλυτής...

Η.Τ.: Υπάρχουν "κανονικές" φαντασιώσεις; Ή πολύ απλά η φαντασίωση είναι διαστροφή εξ ορισμού;

Α.Α.: Η φαντασίωση δεν είναι διαστροφική, κάθε άλλο, εξομαλύνει την πραγματικότητα, απαλύνει τις αιχμές της και γι αυτό λειτουργεί σταθεροποιητικά. Αυτό είναι και το πρόβλημά . Μακάρι να ήταν διαστροφή.

Η.Τ.: Tι ακριβώς ορίζεις ως καταγωγική απόλαυση; Στο σημερινό κόσμο μου φαίνεται, όσο κι αν αυτό μοιάζει με αφορισμό, ότι αρκούμαστε κατά βάθος να αποτελούμε το αντικείμενο του όποιου τυχαίου εν πολλοίς και διαθέσιμου άλλου κι όχι να επιζητούμε ουσιαστικά να πραγματώσουμε την επιθυμία της απόλαυσης...

Α.Α.: Η απόλαυση δεν πραγματώνεται, είναι αυτό που δεν πραγματώνεται κι αυτό το αδύνατο είναι και το καταγωγικό σημείο του ψυχισμού μας. Στο Λακάν υπάρχει πάντα κάτι που διεγείρει την επιθυμία και πάντα κάτι που εμποδίζει την απόλαυση. Ο τύπος αυτού του αδιεξόδου αναγνωρίζεται στη σεξουαλική σχέση. Η αδύνατη “απόλαυση του άλλου” που είναι και μία απ' τις τρεις τοπικές της απόλαυσης. Αδύνατη· γιατί στο ασυνείδητο, όπου και εγγράφονται τα ίχνη της επιθυμίας, δεν υπάρχει η σήμανση των σημαινόντων, το σημαίνον του Άντρα και το σημαίνον της Γυναίκας. Μιλάμε δηλαδή για μια καθολική αποτυχία.

Η.Τ.: Ο Λακάν ορίζει τον έρωτα ως εξής: " Έρωτας είναι να δίνεις αυτό που δεν έχεις σε αυτόν που δεν το θέλει". Επομένως, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι εν τη γενέσει του ο έρωτας αποτελεί μία φαντασίωση;

Α.Α.: Ο έρωτας, η ερωτική σχέση, το δύο σε ένα δηλαδή, δεν υπάρχει. Υπάρχουν μόνο διακριτές θέσεις και ο μεταξύ τους ανταγωνισμός, μια ασύμπτωτη μόνο εμπειρία. Η φαντασίωση είναι αυτή που εγείρει την ερωτική μυθοπλασία, αυτή η συγκεκριμένη της εργασία πάνω στα πράγματα που σου λεγα πιο πριν.

Η.Τ.: Η επιθυμία της απόλαυσης είναι τελικά εκείνη που μας κάνει να πιστεύουμε ότι έχουμε κάτι που στην πραγματικότητα δεν έχουμε;

Α.Α: Θα λεγα η αδυναμία της απόλαυσης. Μας από-καλύπτει τον αδιάθετο ορίζοντά της. Αυτό που δεν κατέχουμε στην πραγματικότητα είναι το ίδιο το Πραγματικό, είναι αυτό που μας ξεγλιστρά σαν το νερό μες απ τα χέρια, όπως λέει ο Ζίζεκ, που μας αφήνει στη στέρηση και στην απορία των συμβαντικών του εγέρσεων.

Η.Τ.: Κατά το Λακάν " το σώμα είναι το τελευταίο και μοναδικό ίχνος της απόλαυσης". Πολλές φορές, ή έστω κάποιες, ωστόσο, αυτό δεν είναι κι αρκετό;

Α.Α.: Ασφαλώς. Αλλά η σωματική απόλαυση δεν είναι μια αυνανιστική καθήλωση, το σώμα είναι ο τόπος της επιθυμίας. Μιας επιθυμίας που εν-τοπίζει στο σώμα και στο σώμα του άλλου τα σημεία της αδυναμίας της, τις μαύρες οπές της. Το σώμα δεν πραγματοποιεί την επιθυμία, την επιδεινώνει μόνο.

Η.Τ.: Στην ελληνική περίπτωση, ο "Μέγας Ανατολικός" του Εμπειρίκου δεν αποτέλεσε μία περίπτωση απολύτως ψυχαναλυτικής προσέγγισης με τα εργαλεία της λογοτεχνίας; Ο Ελύτης, εν προκειμένω, είχε επισημάνει ότι η αξία του έργου αυτού δεν εντοπίζεται στα περιγραφόμενα...Πώς θα αξιολογούσες τη λακανική επιρροή στη γλώσσα και τη λογοτεχνία;

Α.Α.: Οι συνδέσεις ανάμεσα σ' αυτά τα δύο πεδία, της ψυχανάλυσης και της τέχνης δεν είναι τόσο ευδιάκριτες όσο υποστηρίζεται και πιστεύω ότι δεν είναι και χρήσιμες, δεν προσφέρουν τίποτε, είναι επιφανειακές περισσότερο προσεγγίσεις, για να μην πω ερμηνευτικά ατοπήματα. Ο Λακάν για παράδειγμα δεν ασχολήθηκε σοβαρά με την τέχνη. Και τις ελάχιστες φορές που το έκανε, όπως στο σεμινάριο του για το Κλεμμένο γράμμα, το έκανε για να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα προδίδοντας σ' ένα βαθμό και το ίδιο το κείμενο του Πόε. Το λογοτεχνικό έργο, η γραφή και η ανάγνωσή του, είναι μια ακραία και αδιάγνωστη εμπειρία, ένα επτασφράγιστο μυστικό που δεν διατίθεται. Ένας ίσκιος, όπως λέει ο Μπλανσό, μιας κίνησης μέσα στο χρόνο που αντιστέκεται σε κάθε ερμηνεία και σε κάθε κατηγοριοποίηση. Μπορείς να την “διαβάσεις” βεβαίως και “ψυχαναλυτικά” αλλά τότε κινδυνεύεις να χάσεις το πνευματικό της εύρος.

Η.Τ.: Για την ψυχανάλυση του Λακάν, λοιπόν, "η απόλαυση είναι μία ουτοπία". Η Τέχνη μπορεί να γεφυρώσει αυτό το χάσμα; Κι αν ναι, σε τι βάθος;

Α.Α.: Η απόλαυση στο Λακάν είναι αναπαράστατη γιατί δεν σημαίνεται στον τόπο της έκλυσής της που είναι το ασυνείδητο, όπως είπαμε. Είναι έτσι μια βουβή μαρτυρία. Το χάσμα λοιπόν είναι αγεφύρωτο, αλλά σκεπτόμενος πάνω στην υπόθεση της ερώτησής σου, και το έργο της τέχνης φέρει μέσα του μια βουβότητα, όπως λέει ο Αντόρνο. Το έργο τέχνης δεν αναπαριστά αλλά παριστά τον εαυτό του, το αδιάθετο και αφανέρωτο ίχνος του, τη δική του μοναδική και αδύνατη θέση.

Η.Τ.: Είναι δεδομένο, για να γίνουμε και λίγο πιο πολιτικοί, ότι μακροϊστορικά ποτέ καμία επανάσταση δεν πέτυχε πλήρως τους διακηρυγμένους της στόχους. Πόσο "λακανική" είναι η διαπίστωση αυτή;

Α.Α.: Ο Λακάν δεν πολιτικολογεί. Θεωρούταν μάλιστα κι ένας συντηρητικός άνθρωπος απ' το περιβάλλον της εποχής του. Η αποτυχία των επαναστάσεων σ' ένα βαθμό οφείλεται στο φαντασιακό τους πρόταγμα που εξαερώνεται όταν το φέρνεις στο επίπεδο της πραγματικότητας, αλλά και σε κάτι πιο ριζικό και ας μου επιτραπεί και πιο λακανικό: στο αδύνατο της υπόσχεσής τους, που δεν είναι άλλο απ το κοινωνικό τους ιδεώδες. Η κοινωνία δεν υπάρχει και δεν το λέω αυτό με την έννοια που το εννοούσε η Θάτσερ, αλλά με το ότι ο κοινωνικός δεσμός είναι αδύνατος, μια αδυνατότητα που εκθέτει τον άνθρωπο στην ενικότητά του και στην ακοινώνητη φύση του. Ο κοινωνικός Άλλος που πληρεί δήθεν τις ελλείψεις μας είναι πάντα μια αυταπάτη. Υποσχέσεις του φαντασιακού που αποδεικνύονται πάντα κενές περιεχομένου. Αλλά σ΄ αυτές όμως τις ελλείψεις είναι που εγείρεται και η επιθυμία, η επιθυμία του Άλλου, η αδύνατη σκηνή του Πολιτικού.

Η.Τ.: Η ιδεοληψία κι ο κομφορμισμός της σύγχρονης "ριζοσπαστικής" (κατά τον αυτοπροσδιορισμό της) Αριστεράς πόση σχέση έχει με τη λακανική θεωρία της (μη) απόλαυσης; Η κατά βάση συναισθηματολογική της ρητορεία κι η εναντίωση στο ρασιοναλισμό, το Διαφωτισμό και τον Ορθό Λόγο, εν τέλει, μπορούν να εξεταστούν με βαση τα "λακανικά" εργαλεία σκέψης κι ανάλυσης; Σου θυμίζω και την πρόσφατη σχετικά μελέτη του Γιάννη Σταυρακάκη επ αυτού που αναγνωρίζεται και στη Δυτική Ευρώπη...

Α.Α.: Η (μη) “απόλαυση του άλλου” γίνεται και στο κοινωνικοπολιτικό πεδίο η αιτία μιας αδύνατης ορθολογικότητας. Εδραιώνει τη κοινωνική συνθήκη στα όρια μιας φαντασιωσικής προσδοκίας, στις αδύνατες εγγραφές της και αφιερώνει το υποκείμενο της σ' αυτό που ο Λακάν θα ονομάσει πληγή του πολιτικού”. Σ' αυτή τη δοκιμασία είναι εκτεθειμένοι όλοι οι πολιτικοί χώροι, όλες οι ιδέες του Πολιτικού. Από την στιγμή που οι ιδέες μεταφέρονται στο επίπεδο των πραγμάτων η αλήθειά τους αίρεται. Ο Laclau το λέει πολύ ωραία: “Η πολιτική υπάρχει εκεί που δεν αλλάζουν τα πράγματα ούτε κατ’ ελάχιστον”. Αυτό είναι και το θέμα του τέταρτου δοκιμίου μου στο βιβλίο και τέλος πάντων η δική μου, αν και όχι καταδική μου προσέγγιση. Δεν μ' ενδιαφέρει η λακανική ορθοδοξία, δεν είμαι λακανικός, είναι μόνο η δική μου ανάγνωση αυτή πάνω στο Λακάν. Υπάρχουν κι άλλες, ανέφερες ήδη μία...

Η.Τ.: Ο Ζίζεκ, που έχει εγκολπωθεί σε εκτεταμένο βαθμό τη λακανική θεωρία και που αποτελεί προνομιακό συνομιλητή της ελληνικής εκδοχής της "ριζοσπαστικής" Αριστεράς (τα εισαγωγικά ξανά δικά μου), θεωρεί ότι η δημοκρατία έχει πια απεμπολήσει κάθε ουσία και χρησιμότητα για τη σύγχρονη προοδευτικότητα. Συμφωνείς;

Α.Α.: Ποιος διαφωνεί; Αλλά δεν υπάρχει και τίποτε να περιμένει κανείς...Αυτό που λες “Δημοκρατία” ανήκει στην αντικειμενικότητα του κόσμου, ενώ η αληθινή απόλαυση ανήκει στην πλήρωση του κόσμου, στην αδύνατη τελικότητά του. Η Δημοκρατία είναι μια φαντασιωσική υπόθεση που εγείρεται για να αποκρύψει την αδυνατότητα της πολιτικής κατασκευής. Το πράγμα δεν λειτουργεί και δεν θα λειτουργήσει ποτέ. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι παραιτούμαστε των απαιτήσεών μας απ' το πολίτευμα.

Η.Τ.: Πόσο ορθόδοξο και συναφές με την καταγωγική ουσία της Αριστεράς είναι το να απουσιάζει από αυτήν σήμερα, έως και να αποκηρύσσεται, η αναφορά στο Φιλελευθερισμό;

Α.Α.: Κατ αρχήν τι σημαίνει σήμερα ο όρος αριστερά; Πως ορίζεται αυτή η σχέση; Που αναφέρεται; Δεν είναι ξεκάθαρα όλα αυτά, απεναντίας περιγράφεται εκεί μια πολύ προβληματική κατάσταση. Από την άλλη ο Φιλελευθερισμός είναι ο θρίαμβος της εποχής μας, ο χώρος που αναγνωρίζει τα σύγχρονα προβλήματα και επιχειρεί να τα επιλύσει, ενώ προηγουμένως βέβαια τα έχει επιδεινώσει. Το πρόβλημα του είναι η πίστη που έχει στον εαυτό του, η σκλήρυνση της πραγματιστικής του πλευράς. Εκεί που η αριστερά ήταν μια ιδέα για το μέλλον του ανθρώπου, ο φιλελευθερισμός μοιάζει να είναι σήμερα το λυσάρι του. Στο περιβάλλον αυτό αναδύεται ένα υβρίδιο που ακούει στο όνομα left liberal. Μια αποδεσμευμένη σοσιαλδημοκρατία που δεν δρα ιδεοληπτικά, με την εργαλειοθήκη δηλαδή της μαρξιστικής της παράδοσης αλλά με μια διάθεση “ιστορικής συμφιλίωσης”. Ένας ιστορικός συμβιβασμός που αναμετράται με την πραγματικότητα μόνο των αιτημάτων του. Το πρόβλημα κι αυτής της πολιτικής είναι και πάλι η οραματική της αδιαθεσία, ότι δηλαδή δρα περιοριστικά, με όρους πολιτικής εκτόνωσης και όχι ιστορικά, στην μεγάλη κλίμακα των ιδεών του Πολιτικού. Ίσως η μόνη πολιτική δυνατότητα των ημερών μας να είναι ένας μετριοπαθής ριζοσπαστισμός, ό, τι η Chantal Mouffe αποκαλεί τελευταίως “ριζοσπαστικό ρεφορμισμό”, έναν πολιτικό δηλαδή οραματισμό, αποδεσμευμένο από αριστερίστικες, αμεσοδημοκρατικές, ψευδαισθήσεις και ενταγμένο απόλυτα στη πραγματικότητα του κομματικού λόγου και της κοινοβουλευτικής διαδικασίας. Ένας πολιτικός λόγος απελευθερωμένος, αλλά όχι κι αποκομμένος, απ' την ποιητική της ριζοσπαστικής του ενόρμησης και δοκιμαζόμενος απ' το ρεαλισμό της εποχής του. Όπως και να χει όμως είμαστε όλοι, και όπως πάντα, χαμένοι από χέρι, φιλελεύθεροι κι αριστεροί κι αυτό δεν είναι καθόλου μια απαισιόδοξη σκέψη.

Η.Τ.: Αποστόλη, σε ευχαριστώ θερμά για τη συζήτησή μας κι εύχομαι στο νέο σου βιβλίο να είναι καλοτάξιδο!

Α.Α.: Ευχαριστώ πολύ κι εγώ.


Αρχική δημοσίευση: AMFISSA FACE

Περισσότερα για το συγγραφικό έργο του Αποστόλη Αρτινού δείτε ΕΔΩ