Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2019

The Symptom 10 / "Poisons"


Το the symptom projects ολοκληρώνει τον δεκαετή του κύκλο, κι ανοίγει έναν άλλον, με την έκθεση "poisons" που θα πραγματοποιηθεί τον Σεπτέμβριο, στην Άμφισσα, στον πρώτο όροφο του Μεγάλου Καφενείου.

Δηλητήρια που αποκαλύπτουν, διαβρώνοντας, το ζωτικό μας χώρο. Μια εκτεταμένη φαρμακεία που γιατρεύει κι απολύει μαζί, και διανοίγει το πεδίο των αντεστραμμένων μορφών της. Τα δηλητήρια διαποτίζουν τη ζωή, διαχέουν τη πυρωμένη τους λάβα στο περιεχόμενό της, και τη διαστρέφουν στη στιγμή του θανάτου της. Εγείρουν έτσι έναν αποκαλυψιακό ορίζοντα, τον ορίζοντα μιας ετερόκλητης ώσμωσης, αλλά κι έναν αναμορφωτικό τροπισμό. Το εύρος της διασποράς τους είναι καθηλωτικό. Δοκιμάζουν τα όρια της εμπειρίας μας και διασαλεύουν το ψυχισμό μας.

Ίχνη αυτής της ευρύτητας επιχειρείται να ιχνογραφηθούν και στην παρούσα έκθεση. Δεκατρία εικαστικά έργα, κι άλλα τόσα κειμενικά αποσπάσματα, δοκιμάζονται και διασώζονται στη συγκίνηση αυτής της αποκαλυψιακής γλώσσας. Υπό την επήρειά της συντάσσουν την ερωτηματοθεσία τους, την ελλειπτική τους τροχιά, αυτό που διαφεύγει πάντα, τη θανατόληπτη φύση της ζωής, τον προαιώνιο αποχαιρετισμό της, αλλά και το εδραίωμα της μοναδικής της αλήθειας.

Αποστόλης Αρτινός


"Poisons"


Επιμέλεια έκθεσης: Αποστόλης Αρτινός


Συμμετέχοντες καλλιτέχνες: Δημήτρης Αμελαδιώτης, Γιώργος Γεροντίδης, Ιωάννα Γκούμα, Λυδία Δαμπασίνα, Δημήτρης Εφέογλου, Γιάννης Θεοδωρόπουλος,  Κωνσταντίνος Λιανός, Χαρά Πιπερίδου, Αλίκη Παλάσκα, Φωτεινή Παλπάνα, Ζωή Σκλέπα, Γιώργος Σκυλογιάννης, Γιώργος Τσεριώνης, Μάριος Σταμάτης. 

Κείμενα καταλόγου: Αββάς Ισαάκ ο Σύρος, Αποστόλης Αρτινός, Γιώργος Αριστηνός, Δήμητρα Ιωάννου, Διονύσιος Σολωμός, Γιώργος Χειμωνάς, Georges Bataille, Maurice Blanchot, Jacques Derrida, Michel Foucault, Franz Kafka, Heinrich von Kleist, Jacques Lacan, Karl Jaspers, Hegel.


Φωτογραφία: Γιάννης Θεοδωρόπουλος 


Παρασκευή, 12 Απριλίου 2019

Η κατάληψη του Κάστρου των Σαλώνων


Του Δρόσου Κραβαρτόγιαννου



Οι Τούρκοι των Σαλώνων όταν άκουσαν να διηγούνται με υπερβολές οι ομογενείς του Αιγίου, τα όσα είχαν συμβεί στην πατρίδα τους, από φόβο μήπως πάθουν τα ίδια ανέβασαν στο ακατοίκητο έως τότε Κάστρο, τις οικογένειές τους. Ύστερα κλείστηκαν εκεί, 600 ένοπλοι περίπου, και φρόντισαν να ζητήσουν βοήθεια απ΄ τις άλλες γειτονικές πόλεις.
Ο Πανουργιάς είχε πολύ λιγότερους, για την ώρα. Δεν μπορούσε όμως να περιμένει πολύ. Ήξερε καλά πως σε παρόμοιες περιστάσεις μεγαλύτερη σημασία θάχει ο ενθουσιασμός και το ηθικό των επαναστατών. Ο ίδιος μεταχειρίστηκε σπουδαίο τέχνασμα με σκοπό να δημιουργήσει επιθετικό πνεύμα στους άντρες του, στην πιο κατάλληλη στιγμή. Φρόντισε να φτάσουν στα σημεία που βρίσκονταν οι αρχηγοί των τμημάτων του, ψεύτικες ειδήσεις αυτόπτη μάρτυρα, ότι δήθεν είδε με τα μάτια του στον Όρμο των Σαλώνων, ρώσικα καράβια.
-Τι περιμένετε λοιπόν ακόμα; Φώναξαν ενθουσιασμένοι οι οπλαρχηγοί, του Πανουργιά.
Ήταν 27 του Μάρτη ξημερώματα όταν άρχισε η πολιορκία των Σαλώνων. Το σύνθημα δόθηκε στη μία, μετά τα μεσάνυχτα. Η πρώτη μεγάλη φωτιά φάνηκε στο «Παλουκάκι» της Δεσφίνας κι ακολούθησαν οι άλλες: στο «Μετόχι» του Προφήτη Ηλία, στον «Κόφινα» κοντά στα «Λειβαδάκια», στον «Άη Θανάση» κοντά στο «ρέμα της Μηλιάς» και στην «Κουτσουρέρα πάνω απ’ την Αγιά Θυμιά».
Τα παλληκάρια του Πανουργιά συγκεντρώθηκαν έξω απ’ τα Σάλωνα, σε τρία τμήματα: Το αριστερό διοικούσε ο Γκούρας, το δεξιό ο Παπαντριάς και ο Μανίκας και το κέντρο ο Πανουργιάς. Οι Γαλαξιδιώτες έφεραν ψιλά όπλα, πολεμοφόδια και μικρά κανόνια, απ’ τα καράβια τους.
Όλη σχεδόν η Φωκίδα πήρε μέρος, στην ιστορική αυτή πολιορκία. Ο ιστορικός ερευνητής Γιώργος Καψάλης, παραθέτει 520 περίπου ονόματα πολιορκητών, ήτοι: 10 απ΄ την Αγιά Θυμιά. 5 απ΄τον Αγιώργη. 25 απ΄την Αγόριανη. 1 απ΄την Απάνω Μουσουνίτσα. 11 απ΄τη Βάργιανη. 7 απ΄τη Βιτρινίτσα. 1 απ΄τη Βοστινίτσα. 5 απ΄τη Βουνιχώρα. 25 απ΄το Γαλαξείδι. 1 απ΄τη Γουρίτσα. 3 απ΄τη Γραβιά. 44 απ΄τους Δελφούς. 96 απ΄τη Δεσφίνα. 22 απ΄τη Δρέμισα. 7 απ΄την Κάνιανη. 10 απ΄τις Καρούτες. 13 απ΄τα Καστέλλια. 3 απ΄τις Κολοβάτες. 9 απ΄την Κολοπετινίτσα. 26 απ΄την Κουκουβίστα. 1 απ΄το Λιδωρίκι. 9 απ΄τις Μαριολάτες. 6 απ΄το Μαυρολιθάρι. 1 απ΄τον Μπράλο. 2 απ΄το Ξεροπήγαδο. 12 απ΄τα Πεντεόρια. 64 απ΄τα Σάλωνα. 7 απ΄τη Σεγδίτσα. 4 απ΄το Σεργούνι. 18 απ΄το Σερνικάκι. 4 απ΄το Σκλήθρο. 9 απ΄τη Στρώμη. 33 απ΄την Τοπόλια. 1 απ΄το Τρίστενο. 5 απ΄τον Χλωμό και 17 απ΄το Χρισσό.
Πρωτοπαλίκαρο του Πανουργιά ήταν ο γαμπρός του Θανάσης Μανίκας. Στο σώμα του ο Πανουργιάς περιλάμβανε τους: Γιάννη Γκούρα, Παπαντριά, απ΄την Κουκουβίστα, Γιάνη Ρούκη, Γιώργο Χαλμούκη, Καινούργιο, Γλαβίτσα, Κανέλο, Καραγεώργη, Φαρμάκη (που έπεσε αργότερα, στο Χάνι της Γραβιάς), Θανάση Καπλάνη, Γραμματίκα, Κιτέα, Νίστα, Κακαλίνη και αδελφούς Θεόδωρο και Γιώργη Μπάκα.
Μεταξύ των Γαλαξιδιωτών πολιορκητών βρισκόταν ο Ιωάννης Καραλίβανος, αξιωματικός επί πολλά χρόνια στα πλοία του Βελή Πασά, στην αρχή και του Αλή Πασά, αργότερα. Όταν έμαθε για την Επανάσταση, ένα μήνα πριν απ΄την έκρηξή της, βρέθηκε στο Γαλαξίδι.
Η επίθεση στην πόλη, άρτια οργανωμένη, έγινε απ΄όλα τα σημεία και κράτησε 4 ώρες. Πάνω στη Μάχη σκοτώθηκε ο γιός του Θόδωρου Τράκα, ο Σταμάτης. Ο πατέρας βλέποντας νεκρό το παιδί του, έσφιξε την καρδιά του κι είπε στους στρατιώτες του: «-Γάμος χωρίς σφαχτά δε γίνεται».
Οι Τούρκοι υποχώρησαν και κλείστηκαν στο Κάστρο. Ελάχιστοι Αρβανίτες έμειναν και παραδόθηκαν. Βρήκαν όμως μαρτυρικό θάνατο. Οι Σαλωνίτες έκρυψαν για πολλές μέρες στις κάδες και τα πυθάρια τις τουρκικές οικογένειες που συνδέονταν φιλικά μαζί τους.
Έτσι έπεσε η πόλη. Όπως γράφει ο Ι. Φιλήμων: «Πρώτη η Άμφισσα της Φωκίδος εκινήθη στις 27 Μαρτίου, και πρώτος ο οπλαρχηγός ταύτης, Πανουργιάς, συμφώνους έχων τους προκρίτους του τόπου, έδωκε την κυρίαν ώθησιν και την σημαίαν ύψωσε. Μεγάλα δύναται η πατριωτική συνείδησις και η καλή θέλησις ενός, εν αρμοδία υπάρχοντος μάλιστα θέσει, ανθρώπου… Λόγω δε αληθείας και δικαιοσύνης ο ανήρ ούτος (Πανουργιάς), ως και ο Σκαλτσάς και Διάκος, συντάσσονται μετά των πρωταγωνιστών… ει και ουδέποτε και παρ΄ουδενός εμνημονεύθησαν ως τοιούτοι ούτε αυτός, ούτε οι έτεροι δύο».
Τούρκος γενικός διοικητής των Σάλωνων ήταν ο Οσμάν Μπέης, που έτρεφε φιλικά αισθήματα προς τους Σαλωνίτες. Οι Τούρκοι του πρότειναν να να σφάξουν τα παιδιά των δημογερόντων γι΄αντίποινα. Ο Οσμάν όχι μόνο δεν έκανε παρόμοια πράξη, αλλ΄αντίθετα, άφησε ελεύθερα τα παιδιά.
Η πολιορκία του Κάστρου είχε αρχίσει την ίδια μέρα. Τα μπρούτζινα γαλαξιδιώτικα κανόνια στήθηκαν στο σπίτι του Στράγκα, στο άκρο της πόλης κι άρχισαν να βάλλουν. Με τους πρώτους πυροβολισμούς σκοτώθηκε μια γυναίκα και δυο παιδιά και καταστράφηκαν δύο φορτώματα άλευρα των Τούρκων. Οι άλλοι πυροβολισμοί πήγαιναν χαμένοι. Ύστερα μετέφεραν τα κανόνια στα «Μνήματα», πάνω απ΄τη συνοικία «Χάρμαινα», όπου το στρατηγείο του Πανουργιά.
Στην προτροπή του Πανουργιά, στους Τούρκους, να παραδοθούν, εκείνοι απάντησαν αρνητικά. Είχαν ελπίδες να λάβουν ενισχύσεις απ΄την Εύβοια και τη Λαμία. Τότε ο Πανουργιάς κάλεσε τους οπλαρχηγούς σε πολεμικό συμβούλιο για ν΄αποφασίσουν πως θάπρεπε να ενεργήσουν. Οι γνώμες των οπλαρχηγών διασταυρώθηκαν, μα απόφαση δεν έβγαινε. Τότε πήρε το λόγο ο Καραπλής. Ζήτησε απ΄τον Πανουργιά μαραγκούς, σανίδια και πάτερα.
Ήταν Παρασκευή, παραμονή του Λαζάρου. Πρωταπριλιά. Ο Καραπλής όλη τη νύχτα κατασκεύασε σκαλωσιά στο χώρο κάτω απ΄τα Πηγάδια κι ανέβασε κει 30 με 40 εκλεκτά παλληκάρια. Στο τέλος ανέβηκε κι αυτός κι έριξε τη σκάλα πίσω του.
«-Πως θα γυρίσουμε πίσω;» Παρατήρησε κάποιος.
«-Εδώ ήρθαμε για να νικήσουμε ή να σκοτωθούμε», απάντησε ο Καραπλής.
Τα παλληκάρια του Καραπλή είχαν τώρα στον έλεγχό τους την πηγή με το νερό. Το πρωί των Βαΐων ένας Τούρκος κατέβηκε για νερό στα «Πηγάδια». Μια μπαταριά και ξαπλώθηκε νεκρός. Οι Τούρκοι βρέθηκαν σε δεινό φοβερό.
Στις 8 τ΄ Απρίλη έκαμαν έφοδο να καταλάβουν την πηγή. Αρχηγός τους ήταν το πρωτοπαλίκαρό τους, ο Χάιτας. Σαν έφτασαν έξω απ΄ την πηγή ο Χάιτας άρχισε να βρίζει προκλητικά τον Καραπλή. Επακολούθησε φοβερή μάχη. Δεκατρείς Τούρκοι έπεσαν νεκροί, ανάμεσά τους και ο Χάιτας.
Ο Πανουργιάς μεταχειρίστηκε πολλά τεχνάσματα για να αναγκάσει τους Τούρκους σε παράδοση. Στο τέλος μήνυσε στους μπέηδες ότι δεν είχαν πλέον καμιά ελπίδα. Πιεσμένοι οι Τούρκοι από τη δίψα κι απελπισμένοι πήραν την τελική απόφαση. Έστειλαν τους μπέηδες για νάρθουν σε συνεννόηση με τον γνωστό τους απ΄ τ΄ αρματολίκι Πανουργιά.
«-Ποιος είναι ο αφέντης σας, να προσκυνήσουμε;» Τον ρώτησαν.
«-Να! Εγώ είμαι ο αφέντης σας και σε μένα θα προσκυνήσετε», αποκρίθηκε ο Πανουργιάς.
Τότε εκείνοι ζήτησαν να βγουν με τ΄ άρματά τους και να φύγουν.
«-Ωρέ παλιόσκυλα, γι αυτά τα παλιοσίδερα σας κάνω πόλεμο», είπε ο Πανουργιάς.
Τους υποσχέθηκε όμως ασφάλεια ζωής, τιμής και περιουσίας.
Ήταν 10 τ΄ Απρίλη, ανήμερα του Πάσχα (δεκατρείς ολάκερες μέρες κράτησε η πολιορκία). Η πύλη του κάστρου άνοιξε. Μπροστά καθόταν ο Πανουργιάς. Οι Τούρκοι άρχισαν να βγαίνουν παραδίδοντάς του τα όπλα. Οι μπέηδες κρατήθηκαν σαν όμηροι, σύμφωνα με προτροπή του Γκούρα. Μερικοί απ΄ τους Τούρκους έμειναν για μεγαλύτερη ασφάλεια σε φιλικά τους σπίτια Σαλωνιτών. Οι πιο πολλοί απομονώθηκαν σε μικρές ομάδες στα γύρω χωριά. Σε χειρόγραφό σημείωμά του ο Γεωργάκης Παπαηλιόπουλος γράφει: «Εις τα 1821Μαρτίου 27 εκτυπήσαμεν τους Οθωμανούς και της πατρίδος μας τους Βοστητζάνους όπου ήταν όλοι εκεί φερμένοι, έναν Ορτζακιάνην με 40 στρατιώτας όπου είχεν μαζί του. Την ιδίαν ημέραν προς το εσπέρας τους εμβάσαμεν εις το φρούριον και τους πολιορκήσαμεν στενά και εις 13 ημέρας τους υποχρεώσαμεν και επαραδώθησαν εις τας χείρας των Ελλήνων. Την σημαίαν της Επαναστάσεως υψώσαμεν εις την οικίαν του Α. Κεχαγιά εμβήκαμεν εις την πόλιν μαζί με τους οπλαρχηγούς προπορευόμενοι εμείς μπροστά διότι εγνωρίζαμεν τους δρόμους».
Οι Σαλωνίτες γιόρτασαν το πρώτο λεύτερο Πάσχα στην πατρίδα τους ύστερ΄ από 4 αιώνες σκλαβιάς. Μαζί τους βρισκόταν κι ο δεσπότης Ησαΐας. Ούτε να ιερουργήσει δεν κάθισε όμως. Δεν προλάβαινε. Έφυγε μαζί με τον Πανουργιά και την ίδια μέρα συναντήθηκαν με τον Διάκο και τον Δυοβουνιώτη στο χωριό Κομποτάδες.
Ο οπλαρχηγός είχε αφήσει εντολή να μην πειραχτεί κανένας Τούρκος, σύμφωνα με τη συνθήκη. Όμως οι Σαλωνίτες δεν μπορούσαν να ξεχάσουν τόσων χρονών εξευτελισμούς και βασανιστήρια. Κι όπου εύρισκαν Τούρκους απομονωμένους τους δολοφονούσαν άγρια και με πάθος. Σαν έμαθε ο Πανουργιάς ότι οι Τούρκοι της Λαμίας ετοιμάζονταν να ανακαταλάβουν τα Σάλωνα, για να μην έχει κι εμπρός κι οπίσω του εχθρούς, αποφάσισε να εξοντώσει όλους τους Τούρκους.
Η απόφαση πάρθηκε σε σύσκεψη των τριών οπλαρχηγών στους Κομποτάδες στις 20 τ΄ Απρίλη, πριν ακόμα συζητηθεί η αντιμετώπιση του Κιοσέ Μεχμέτ κι Ομέρ Βρυώνη. Ο ιστορικός Φιλήμων γράφει: «Απόφασις τοιαύτη κρίνεται βεβαίως και παράσπονδος και σκληρά. Λαμβανομένης όμως υπ΄ όψιν της εποχής, ως και του ηθικού των Τούρκων, ωμολόγηται εξ εναντίας έργον απολύτου ανάγκης».
Την πρώτη μέρα ο Πανουργιάς έστειλε μερικούς στην Τοπόλια κι έβαλε και τους δολοφόνησαν στην «Σκίτσα». Την επόμενη έστειλε άλλους στην Αγιαθυμιά και τους δολοφόνησε στην «Κούσκια». Τις άλλες μέρες το ίδιο σ΄ άλλα μέρη, μέχρι που δεν έμεινε κανένας ζωντανός Τούρκος στα Σάλωνα.
Κατόπιν ο Πανουργιάς έδωσε διαταγή να κλειστούν καλά τα παράθυρα δυο σπιτιών και να συγκεντρωθούν εκεί οι τουρκικές οικογένειες για να γλυτώσουν, δήθεν, από ληστρική αρβανίτικη επιδρομή. Σαν έγινε κι αυτό, έβαλαν φωτιά στα σπίτια και κάηκαν ζωντανά τα γυναικόπαιδα των Τούρκων. Στοματική παράδοση αναφέρει πως αυτό έγινε στη συνοικία «Μάρμαρα», μεταξύ «Γκιριζιού» και «Μάνδρας», στο σπίτι του Γιάννη Στουρνάρα.
Τα γεγονότα της κατάληψης του Κάστρου των Σαλώνων σταματούν εδώ.
Ημέρα που παύθηκε από το αξίωμά του και αμέσως βίαια φυλακίστηκε στις Φυλακές Μποσταντζήμαση, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄. Για να απαγχωνιστεί αργότερα, με διαταγή του Οθωμανού Βασιλέα, στην κεντρική πύλη του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης.

Κρήνες της Άμφισσας

Πηγάδια Δεξαμενή. Πηγή Αρτέμιδος 


Πηγή Ωργιάς στα Πηγάδια

Πηγή Ωργιάς στα Πηγάδια


Κρήνη Κόκκινου, οδός Απόλλωνος

Πέμπτη, 4 Απριλίου 2019

Φυλακές Άμφισσας


Φυλακές Άμφισσας, Φεβρουάριος 1938. Ο ληστής Στάθης Παπαδήμας, από τη Σεγδίτσα, σε θερμή χειραψία με τον αποσπασματάρχη που τον συνέλαβε Θεόδωρο Παπαδάκη.

Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2019

Ξυρίσματα

Μια ιστορία του Πανουργιά όπως την διηγείται ο Δημήτριος Δημητρακάκης, (1823-1888), και μαρτυρά την προνεωτερική πραγματικότητα των οπλαρχηγών της επανάστασης και τις προκαταλήψεις τους απέναντι στο νεωτερικό γένος των «καλαμαράδων».


«Όταν ήρθε ὁ Καποδίστριας, ἀποφάσισε κι’ ὁ γέροΠανουριᾶς, ὁ Κλεφταρματωλὸς τῶν Σαλώνων, νὰ κατεβῇ ἀπὸ τοῦ Παρνασοῦ τὰ κάρκαρα καὶ νὰ πάῃ νὰ παρουσιαστῇ στὸν Κυβερνήτη. Ἔφτασε λοιπὸν στὴν Αἴγινα, μὰ μὲ τὴν πρώτη ματιὰ ποὔρριξε γύρω του, δὲν τοῦ χαμαρέσανε τὰ πράματα. Εἶδε κοντὰ στὸν Κυβερνήτη κάτι φραγκοντυμένους, ποῦ δὲν τοὺς φτάνανε τὰ φράγκικα φορέματα, μὰ εἴχανε ξουρίσει καὶ γένεια καὶ μουστάκια, καὶ ἦταν ἔτσι σὰν ξεροκολόκυθα γυαλιστερὰ τὰ μοῦτρα τους:

       — Τί μ’σοῦδες εἶν’ αὐτές; εἶπε στὸ γέροΔυοβουνιώτη, ποῦ εἶχε ἔρθει κι’ αὐτὸς συντροφιά του στὴν Αἴγινα.
       — Δὲν τοὺς βλέπεις; Τσ’ ἤφερε οὑ Κυβερνήτ’ς νὰ μᾶς φουτίσουν.
       — Γι’ αὐτὸ εἶν’ ἔτσ’ τὰ μοῦτρα τ’ς; Γένουντ’ ἔτσ’ πλειὸ διαβασμένοι, μαθές; Τότε θέλω κ’ ἐγὼ νὰ τὰ ξουρίσω νὰ γίνου σουφὸς κ’ ἐγώ…
       — Καὶ δὲν τὰ ξουρίζεις; Ἐδῶ παρακάτ’ εἶν’ οὑ χαμζᾶς (κουρέας). Μὰ δὲν κουτᾷς. Πῶς θὰ γυρί’ης, μαῦρε, στοὺ χουριό;
       — Πλερώνεις ἐσὺ τὰ ξουριστ’κά;
       — Πλερώνου… μὰ δὲ θ’ ἀποκουτί’ῃς τέτοιου πρᾶμα..
       — Βάν’ς καὶ τὰ βιουλιὰ μαζί;
       — Τί τὰ θέλ’ς τὰ βιουλιά;
       — Ἔτσ’, θέλου νὰ γίνῃ τοῦ πράμα πανηγύρ’.
       — Ἂς εἶναι κ’ ἔτσ’.

       Ὁ Δυοβουνιώτης ἀκόμα δὲν εἶχε καταλάβει καλὰ τί λογῆς ξύρισμα ἤθελε ὁ γέροσύντροφός του. Ξέχνανε τὰ παλιά του τὰ καμώματα· Ἄνθρωπος τοῦ δρυμοῦ, κλαρίτης, ἤξερε νὰ λέῃ τὰ πράματα καὶ νὰ τὰ κάνῃ πέρα καὶ πέρα ξέσκεπα.
       Μπαίνουνε στὸν κουρέα, καὶ νά, ἔρχονται τὰ βιολιά, κι’ ἀρχίζουν τὸ παιγνίδι, κ’ ἑτοιμάζει ὁ κουρέας τὰ ξουράφια του. Κάνει ὅμως νὰ βάλῃ χέρι στοῦ γέρο-στρατηγοῦ τὰ μοῦτρα, κι’ αὐτός,

       — Τράβα τοὺ χέρ’ σ’ ἀποὺ κεῖ! τοῦ λέει.
       Πετάει πέρα τὴ φουστανέλλα καὶ μένει ὅπως τὸν ἔκαμε ἡ μαννούλα του ἀπὸ τὴ μέση καὶ κάτου…
       Κι’ ἀρχίζει ὁ κουρέας, θέλοντας μὴ θέλοντας, καὶ τοῦ τὰ ξουρίζει… Καὶ παί­ζουν τὰ βιολιά… Κι ὁ κόσμος ὅλο καὶ μαζεύεται…
       — Αἴ, τώ­ρα μοιάζ’νε μὲ μοῦτρα φράγκικα! εἶπε ὁ γέρος ἀφοῦ τελείωσε τὸ ξύρισμα.
       Κι’ ὅλα αὐτὰ τἄκαμε, γιὰ νὰ σατυρίσῃ τὰ ξουρισμέ­να μοῦτρα καὶ μουστάκια, ποῦ εἴχανε κοπιάσει ἀπ’ τὴ Φραγκιὰ νὰ φέρουνε καινούργια φῶτα στὸ Ρωμαίϊκο.»


Πηγή: Γιάννη Βλαχογιάννη, Ἱστορικὴ Ἀνθολογία, Πατριωτικὴ χορηγία Ἐμ. Α. Μπενάκη εἰς τιμὴν τῆς Ἑκατονταετηρίδος τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, Ἀθῆναι, 1927 [Ἀπὸ Δ. Γ. Δημητρακάκη Ἀνέκδοτα ἀπομνημονεύματα].

Εἰκόνα: Πανουργιᾶς (Δημήτριος Ξηρός, 1767-1834, ὁπλαρχηγὸς ἐπαρχίας Ἀμφίσσης).

Τρίτη, 26 Μαρτίου 2019

Επί της επετείου της αλώσεως του Φρουρίου των Σαλώνων



Μετά την δοξολογίαν επί της 109ης επετείου της αλώσεως του Φρουρίου των Σαλώνων (10 Απριλίου 1821 – 10 Απριλίου 1930).

Κατάθεση στεφάνων στο μνημείο του Σαλώνων Ησαΐα στην πλατεία Ησαΐα. 

Κυριακή, 24 Μαρτίου 2019

Η επανάσταση των Σαλώνων


Σαν σήμερα 24 Μαρτίου 1821κηρύσσεται η Επανάσταση για την Ανεξαρτησία, στην επαρχία των Σαλώνων (Άμφισσας).

Την Πέμπτη 24 Μαρτίου 1821, στον Προφήτη Ηλία, ο Επίσκοπος Σαλώνων Ησαΐας όρκισε στο Ιερό Ευαγγέλιο τον πρωτεπαναστάτη της Ρούμελης (Ανατολική, Κεντρική & Δυτική Στερεά Ελλάδα), Πανουργιά Ξηρό ή γερο-Πανουργιά (1759 ή 1767 - 1834) και τα παλληκάρια του. Όρκος τους, ο Αγώνας για την Ελευθερία.
Ο γερο - Πανουριάς και τα παλληκάρια του, μετά από τρεις ημέρες, κατόπτευσης, προετοιμασίας αλλά και δισταγμού, τελικά, εφόρμησαν για την κατάληψη της πόλης και του Κάστρου των Σάλωνων.
Οι επιχειρήσεις ξεκίνησαν τη νύχτα της 24ης προς την 25η Μαρτίου, ο Πανουργιάς δίχως να χάσει χρόνο εκίνησε την επανάσταση στην περιφέρεια των Σαλώνων κι έστειλε τον γαμπρό του και υπαρχηγό του Θανάση Μανικά, μαζί με τον Παπανδρέα από την Κουκουβίστα, να στρατολογήσουν στα Βλαχοχώρια της Δωρίδας όσους μπορούσαν να φέρουν όπλα. Τον δε ανιψιό του Γιάννη Γκούρα στο χωριό Αι-Γιώργης κοντά στα Σάλωνα, για νάρθει σε επαφή με τους Γαλαξιδιώτες, ζητώντας σύμπραξη.
Οι θαρραλέοι Γαλαξιδιώτες δέχτηκαν με ομόφωνο ενθουσιασμό το επαναστατικό κίνημα και ανακήρυξαν τον Γκούρα αρχηγό τους. Η συμμετοχή αυτή του Γαλαξιδίου είχε εξαιρετική σημασία. Δεν αύξανε μόνο το έτοιμο να κινηθεί πολεμικό σώμα του Πανουργιά, αλλά και του προσέφερε την συμβολή της θαλάσσης. Το Γαλαξίδι διέθετε 40 πλοία μεγάλα και μικρά, ικανά να εκμηδενίσουν την απειλή των τουρκικών πλοίων που ευρίσκονταν στον λιμένα της Ναυπάκτου. Εξασφαλίζετο λοιπόν η ελευθέρια του κορινθιακού κόλπου και η ανακοπή των συγκοινωνιών των τούρκων της περιφέρειας, καθώς και η επικοινωνία με τους πελοποννησίους.
Τόσο ενθουσιάστηκε ο Γκούρας που δεν περίμενε να συνεννοηθεί με τον Πανουργιά, με τους 150 μαχητές του στάθμευσε τη νύχτα στο χωριό Αι-Γιώργης απ' όπου έστειλε γράμμα στον Πανουργιά, στον Προφήτη Ηλία, δηλώνοντας την επιθυμία του να βαρέσει ταχιά τα Σάλωνα και ζητώντας άμεση βοήθεια.
Ο Πανουργιάς, γνωρίζοντας την αποφασιστικότητά του, έσπευσε να στείλει αγγελιοφόρο ζητώντας του να μην επιτεθεί έως ότου πάρει νεώτερη διαταγή του και να μην καταστρέψει από βιασύνη την επανάσταση. Ευτυχώς, ο Γκούρας συγκρατήθηκε.

«Ως η Αγία Λαύρα της Ρούμελλης εχει χαρακτηριστεί το μοναστήρι του Προφ. Ηλιού Παρνασσίδος για τον σημαντικό ρόλο του στον Αγώνα του 1821.Εκεί έκανε το ξεκίνημα της η Επανάσταση στην Ρούμελη με επικεφαλής τον Επίσκοπο Σαλώνων Ησαία και τον οπλαρχηγό Πανουργιά .Στις 24 Μαρτίου 1821 ορκίστηκαν τα παλικάρια και ύψωσαν την σημαία του Αγώνος.Τριάντα απο τους εκατό μοναχούς της μονής έπεσαν ηρωικώς μαχόμενοι κατά των Τούρκων στην μάχη της Χαλκομάτας,ένα μήνα μετά μαζί με τον Αθανάσιο Διάκο». Ζωγραφική: Ιωάννα Ξέρα. 1,20 Χ 80

Απ’ τη σελίδα: Φίλοι του Μουσείου Ελληνικής Επανάστασης στην Άμφισσα.

Λίγο πριν την Επανάσταση, στα Σάλωνα


Ο Σαλωνίτης προεστός και αγωνιστής Γεωργάκης Παπαηλιόπουλος, σε χειρόγραφα απομνημονεύματα, μας δίνει άγνωστες πληροφορίες, για το ξέσπασμα του ξεσηκωμού, στα Σάλωνα: «Ημέρας τινάς προ της συγκεντρώσεως εις Σάλωνα του επαναστατικού στρατοπέδου (την 27 Μαρτίου 1821) ίσως την 23 Μαρτίου, ήλθον εξ Αιγίου οικογένειαί τινες, τουρκικαί, φεύγουσαι τον επικείμενον εκεί κίνδυνοντης Επαναστάσεως. Η άφιξις διήγηρεν εις τους εντοπίουςτον πανικόν και εν τω άμα την Παρασκευήν προ των Βαΐων οπλίζονται όλοι υπό τας διαταγάς τεθέντες του τρομερού και γενναίου Ομέρ Σγιούρτη, εξέρχονται εις την αγοράν, συλλαμβάνουν τους προκρίτους, τους αποκλείουν εις τσαμίον, απειλούντες σφαγήν γενικήν των Χριστιανών. Μόλις δε ειδοποιηθείς περί των συμβαινόντων ο διοικητής από επιστολήν του πατρός μου εκ του τσαμίου, διέταξε τον Ζάρκανη στρατιωτικόν διοικητήν, όστις μετέφερεν εις το διοικητήριον τους συλληφθέντες και διέταξε τον γενικόν αφοπλισμόν των Τούρκων. Όλοι αφωπλίσθηκαν πλην του επί κεφαλής Ομέρ Σγιούρτη, τον οποίον συνέλαβον οι Αλβανοί, αφόπλισαν και δημοσίως εν τη πλατεία της αγοράς έδειραν.
Εκ της περιστάσεως ταύτης μέγα θάρρος ήντλησαν οι Χριστιανοί».
Σύμφωνα με μια πληροφορίες, τότε ήρθε στα Σάλωνα, ένας άγνωστος κληρικός και βρέθηκε κοντά στον Επίσκοπο Ησαΐα. Ήταν σταλμένος από την Φιλική Εταιρία (πιθανόν να κατείχε υψηλή θέση σε αυτή), ήταν γνώστης της Μουσουλμανικής θρησκείας και στους Τούρκους παρουσιάστηκε ως ευσεβής δερβίσης (επαίτης μοναχός) και ηγούμενος Τεκέ (Μοναστηριού).

Το κάστρο της Άμφισσας. / Fortezza di Salona. 1820 / POMARDI, Simone. Viaggio nella Grecia fatto da Simone Pomardi negli anni 1804, 1805, e 1806. Arrichito di tavole in rame. τ. I, Ρώμη, Vincenzo Poggioli, 1820.

Απ’ τη σελίδα: Φίλοι του Μουσείου Ελληνικής Επανάστασης στην Άμφισσα.


Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2019

Πολεμικό Συμβούλιο στα Σάλωνα -1821


Μετά το συμβούλιο στον Όσιο Λουκά, ο Σαλώνων Ησαΐας αναχώρησε για τα Σάλωνα (Άμφισσα) και την Επισκοπή του.
Φτάνοντας, επικοινώνησε προσωπικά με τους Αρματoλούς της περιοχής. Δεν είναι γνωστό εάν τον επισκέφτηκαν, στο Δεσποτικό ή βρεθήκαν κάπου αλλού. Γνωρίζουμε όμως, πως δεν κατάφερε να τους συναντήσει όλους. Σε αυτούς λοιπόν, έστειλε εμπιστευτικές επιστολές.
Τους δε Προεστούς και τηρώντας όλες τις προφυλάξεις, τους κάλεσε σε μυστικό συμβούλιο, στο Αρχονταρίκι του. Εκεί παρέστησαν οι εξής: Αναγνώστης Κεχαγιάς. Αναγνώστης Γιαγτζής (1796 - 1875). Γεωργάκης Παπαηλιόπουλος. Ρήγας Κοντορρήγας. Ηλίας Κόκκαλης. Ευστάθιος Μαρκίδης ή Μαρκόπουλος. Δεστερλής. Βασίλης Χατζάρας. Ευθύμιος Κρανάκης. Χαρίτος. Λουκατζίκος. Παπαλουκόπουλος κ.α. των οποίων τα ονόματα δυστυχώς δεν σώζονται.
Στο πολεμικό συμβούλιο αυτό, αποφασίστηκε οι μετέχοντες να αναλάβουν την οργάνωση της Επανάστασης στην περιοχή των Σαλώνων.
Την εκτέλεση των επιχειρήσεων θα έκανε ο Αρματολός των Σαλώνων Δημήτρης ή Γέρο – Πανουργιάς, με τα παλικάρια του.
Αμέσως μετά, τα Σάλωνα προετοιμάζονταν πυρετωδώς, για την Μεγάλη Μέρα.
«Η όψις των κατοίκων και αυτών των παίδων ασημέραι ηλλοιούτο επί το πολεμικότερον μόνον οι Τούρκοι ετύφλωττον, διότι ουδέν όπλον, ουδέ εις σάκκος πυρίτιδος ή πυρολίθων περιήλθεν εις χείρας αυτών». Γράφει ο Ι. Κρέμος.
Τις ημέρες αυτές, ενδέχεται να πραγματοποιήθηκε στην πόλη, συνάντηση του Επισκόπου των Σαλώνων, με τον Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Άρτης Άνθιμο.
Ο Άνθιμος είχε έρθει στην Ρούμελη, από την Κωνσταντινούπολη, ως ειδικός έξαρχος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, εφοδιασμένος με έγγραφα της Ιεράς Συνόδου και προσωπικά του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄. Σκοπός της αποστολής του, ήταν να πείσει τους εκκλησιαστικούς και πολιτικούς αρχηγούς των Ελλήνων, να μην επαναστατήσουν. Ο ειδικός έξαρχος, του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όπως είναι γνωστό, διαβίβασε στους Μητροπολίτες και Επισκόπους της Ρούμελης, τους δύο Αφορισμούς (συνοδικό και πατριαρχικό) με ίδια ημερομηνία, την 11η Μαρτίου, κατά του Αλέξανδρου Υψηλάντου και Μιχαήλ Σούτσου και του Επαναστατικού Κινήματος.
Πρέπει να αναφερθεί ότι το πρώτο «αφοριστικό» κείμενο, την λεγομένη «απανταχούσα», υπέγραψε και ο τότε ευρισκόμενος στην Πόλη, Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Άρτης Άνθιμος. Όμως και εκείνος, όπως και άλλοι, όταν επέστρεψαν στις Επαρχίες τους, εξεδήλωσαν τα πραγματικά τους αισθήματα και αναδείχθηκαν μεγάλοι αγωνιστές.
Οι Τούρκοι συνέλαβαν τον Ναυπάκτου και Άρτης Άνθιμο, επειδή τον θεώρησαν «συνένοχο και κύριο υπεύθυνο τής εξεγέρσεως των Ρουμελιωτών κατά τής σουλτανικής αυτοκρατορίας» και χωρίς δίκη και απολογία τον έκλεισαν στις φυλακές τού Φρουρίου τής Άρτας, «όπου βασάνους πολλάς καί τυραννίας υπέμεινεν γενναίως καί καθείρξεις παρά τών Οθωμανών, εμπαιγμούς τε καί κολαφισμούς καί πλείστα άλλα δεινά». Μετά την απελευθέρωσή του, συνελήφθη εκ νέου και εξορίστηκε στα Μετέωρα και, όταν αργότερα το 1825 ελευθερώθηκε, κατέφυγε στην Ν. Ελλάδα, για να συμμετάσχει ενεργά στις μετέπειτα φάσεις τού αγώνα. Ονομάστηκε μάλιστα για όλα αυτά τα βασανιστήρια πού πέρασε «πολύαθλος».

Άποψη της Άμφισσας με το κάστρο. / Town of Salona and ruins of Amphissa the ancient capital of Ozolaia Locris.1834

DODWELL, Edward. Views and Descriptions of Cyclopian, or, Pelasgic Remains, in Greece and Italy; with Constructions of a later Period; from Drawings by the late Edward Dodwell, ESQ. F.S.A. and member of several foreign Academies: Intended as a supplement to his Classical and Topographical Tour in Greece during the years 1801, 1805, and 1806. One hundred and thirty-one Lithographic Plates, Λονδίνο, Adolphus Richter, MDCCCXXXIV [=1834].

Απ’ τη σελίδα: Φίλοι του Μουσείου Ελληνικής Επανάστασης στην Άμφισσα.

Επίσκοπος Σαλώνων Ησαΐας Παπαστάθης


Γεννημένος δούλος

Ο Ησαΐας (Ηλίας κατά κόσμο) Παπαστάθης, γεννήθηκε στην Δεσφίνα, ένα περήφανο κεφαλοχώρι της Παρνασσίδας, τον καιρό της σκληρής, δεύτερης Οθωμανικής κατοχής, της Φωκίδας (1698-1821). Παιδί παπά, μαθητής του δασκάλου Γεράσιμου Λύτσικα, μοναχός στο βασιλομονάστηρο του Οσίου Λουκά, ιερέας και μετά σπουδαστής στα Ιωάννινα και για ανώτερες ιερατικές σπουδές, στην Πόλη. Το 1805 Τοποθετήθηκε διοικητής επαρχίας Σαλώνων, από τον ίδιο τον Αλή Πασά. Χειροτονήθηκε Επίσκοπος Ησαΐας, στα 40 του χρόνια, στον Άγιο Παντελεήμονα, την Μητρόπολη των Αθηνών (Πλατεία Δημοπρατηρίου) και ενθρονίσθηκε στην ιστορική, από τον 5ο αιώνα, Επισκοπή Σόλωνος (Σαλώνων) πιθανόν, στην Μητρόπολη του Χρισσού. Γνώστης και λάτρης της ελληνικής ιστορίας ανακαλούσε από το άγνωστο παρελθόν, την εθνική μας συνείδηση και αναζητούσε τρόπο να διαφωτίσει τα ερεβώδη σκότη των γραικών της εποχής του, στα Σάλωνα.

Ακάματος γεωργός

Ο Ησαΐας όμως, παρέμεινε κατά βάθος ένας ρασοφόρος καλόγερος πιστός στο νόμο της ακτημοσύνης. Δεν απόκτησε ποτέ, δική του αρχιερατική μίτρα. Δεν έραψε καν δικά του αρχιερατικά άμφια, αλλά πήρε και χρησιμοποίησε του προκατόχου του, Επισκόπου Ιωακείμ (περίοδος αρχιερατικής διακονίας: 1810-1818). Ταπεινός, λιτός και δωρικός, απέφυγε τα υλικά αγαθά και απείχε από κοσμικές ματαιότητες. Σύμφωνα με την παράδοση, το Αρχονταρίκι της Επισκοπής του Ησαΐα, ήταν ανοιχτό σε κάθε αδικημένο και φτωχό ραγιά. Ο ίδιος, ακούραστος έτρεχε από χωριό σε χωριό και από καλύβι σε καλύβι, για να βοηθήσει με τον Λόγο Του Θεού, αλλά και με έργα. Μοίραζε όλα τα εισοδήματά του στους φτωχούς και επειδή ούτε αυτά έφταναν, για ελεημοσύνες δανειζόταν χρήματα, από προύχοντες Σαλωνίτες. Τακτική που θα εφαρμόσει και αργότερα, προετοιμάζοντας την Επανάσταση στην Ρούμελη.

Ρομαντικός εθνικιστής

Ο Ησαΐας, ήταν πνευματικός άνθρωπος και μελετητής της αρχαιοελληνικής και εκκλησιαστικής γραμματείας, συγγραφέας και ο ίδιος ενός Χρονικού της Ρούμελης, σωζόμενου κατά τον Μ. Τζανή.
Επίσης ήταν εμπνευστής και συγγραφέας εκκλησιαστικών λόγων, χαμένων κατά τον Ι. Λάππα.
Και γνωστός-την εποχή του, εκκλησιαστικός χρονογράφος, με αντικείμενο την δίωξη των Βυζαντινών στη Νίκαια και των Βυζαντινών από τους Φράγκους, αλλά και την τύχη του Πατριαρχείου και την ανάπτυξη της Σιμωνίας, κατά τον Μ. Τζανή.
Κατά την Αρχιερατεία του, επέστρεψε η Επισκοπή Σόλωνος (Σαλώνων) πλέον μόνιμα, στην ιστορική της καθέδρα τα Σάλωνα (Άμφισσα), από όπου είχε εκτοπισθεί, από τους Λατίνους τον 13ο αιώνα. Στο Χρισσό βρισκόταν τουλάχιστον από το 1761.
Ανακαινίσθηκε ο ομώνυμος Ναός στην βυζαντινή Μονή του Οσίου Λουκά στο Στείρι Βοιωτίας (επικράτεια-τότε της Επισκοπής Σαλώνων).
Και υπήχθη ως Μετόχι, το Μοναστήρι Της Παναγίας Σεγδίτσας στην Μονή Παμμεγίστων Ταξιαρχών Αιγιαλείας.


Δεσπότης των ραγιάδων

Ο Ησαΐας, ήταν ένας άξιος Δεσπότης, που καταπιάστηκε με σημαντικά κοινωνικά θέματα της κοινότητας των υπόδουλων Ελλήνων, όπως αυτό των μικτών γάμων (Απαγόρευση των συνοικεσίων Ορθοδόξων Χριστιανών με Φράγκους και Ιουδαίους. Και απαγόρευση στους Ιμάμηδες, να ενθαρρύνουν συνοικέσια Χριστιανών με αλλόθρησκους).
Ήταν επίσης ικανός ηγέτης της ελληνικής κοινότητας. Χειρίστηκε επιτυχώς μεγάλες πολιτικές κρίσεις, όπως αυτή της επικήρυξης από τον Αλή Πασά, ενός ιερέα του, παπά Ανδρέα Μόρη, από την Κουκουβίστα. Ζήτημα που θα μπορούσε να φέρει σε σύρραξη Έλληνες και Οθωμανούς, νωρίτερα από το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης με κίνδυνο την αποκάλυψή της και τελικά την αποτυχία της.
Ο Ησαΐας, με τις κρυφές, σοφές οδηγίες του Οικουμενικού Πατριάρχου Γρηγορίου Ε΄, προστάτευσε τον αρματολό-παπά και συνάμα «αποκοίμισε» τους Τούρκους.


Ο Δεσπότης που φόρεσε τ΄ άρματα

«Φιλικός συνωμότης»

Ο Ησαΐας μυήθηκε «Φιλικός» έως το βαθμό του «ποιμένα» και ανέλαβε πρόθυμα και επάξια την προετοιμασία της Επαρχίας των Σαλώνων για τον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας.
Ταξίδεψε ακούραστα σε θάλασσα και στεριά, παίρνοντας και δίνοντας οδηγίες για την μεγάλη μέρα της Παλιγγενεσίας.
Διατήρησε με κάθε προφύλαξη επαφή, με τους αδελφούς του σε μέρη της Πελοποννήσου: Eπίσκοπο Ναυπλίου Γρηγόριο. Τον Εθνομάρτυρα, Μητροπολίτη Άργους και Ναυπλίου, μετέπειτα αγιοποιηθέντα, Άγιο Γρηγόριο Καλαμαρά. Τον από Ακόβων, Μητροπολίτη Τριπολιτσάς (Μητροπολίτη Τριπόλεως). Και των Παλαιών Πατρών (Μητροπολίτη Πατρών).
Εφοδίασε με απόλυτη μυστικότητα τον Ιερό Αγώνα, των Ελλήνων, μεταφέροντας στο παρακείμενο λιμάνι των Σάλωνων, με Γαλαξιδιώτικα αλλά και Υδραίικα καράβια, αγορασμένα από την Ευρώπη, πυρομαχικά και όπλα. (Όπως προκύπτει από τα Αρχεία του 1820 - 1821, της νήσου Ύδρας). Έτσι σιγά – σιγά η πόλη, παραμονές της Επανάστασης έγινε μια απέραντη αποθήκη από: «καριοφίλια» ή «ντουφέκια», κυρίως από την Ιταλία, «καρτούτσια» ή «φυσέκια» (φυσίγγια), πιστόλες (κοντόκανα όπλα) και ίσως, «γιαταγάνια» (ελαφρά κυρτά σπαθιά) και «πάλαις» (πολύ κυρτά σπαθιά). Καθώς επίσης, «παλάσκες» (θήκες για πυρομαχικά και «βόλια» (σφαίρες).

Ελληνόψυχος

Για την αγορά του οπλικού εξοπλισμού και των πυρομαχικών, ο Επίσκοπος Σάλωνων Ησαΐας διέθεσε όλα τα δικά του χρήματα, τα όποια χρήματα της φτωχής του Επισκοπής, ενώ δανείστηκε χρήματα και εισοδήματα από προύχοντες Σαλωνίτες, υποσχόμενος εγγράφως να τα επιστρέψει, με την επιτυχή έκβαση του Αγώνα. Δυστυχώς όμως, ο μαρτυρικός του θάνατος, με το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης, και η φυσική του απουσία ως οφειλέτη μεγάλου χρηματικού ποσού, εξόργισε τους «φιλόπατρις» δανειστές. Έτσι και προκειμένου να αποζημιωθούν για τα οφειλόμενα, στράφηκαν εναντίον του Ελληνικού Βασιλείου, με κάθε τρόπο, επικαλούμενοι: ιδιόχειρα αποδεικτικά του δεσπότη, μαρτυρίες ζώντων αγωνιστών και διάφορα άλλα τεκμήρια. Αρχικά δήμευσαν την ελάχιστη εναπομείνασα περιουσία του Επισκόπου Σάλωνων Ησαΐα, αξίας 5.000 γροσίων. Επειδή όμως αυτή, επουδενί δεν κάλυπτε τις οφειλές, οι δανειστές εξαντλώντας την φαντασία τους για να ικανοποιήσουν την φιλαργυρία τους, έγειραν ανέγειραν αξιώσεις για την τοποτηρησία της χηρεύουσας Επισκοπής Σάλωνων και τα εισοδήματά της. Ενώ δεν δίστασαν να διεκδικήσουν δικαστικά, ακόμη και τα Ιερά άμφια του Επισκόπου, τα οποία δεν ανήκαν στον ίδιο αλλά στους κληρονόμους του προκατόχου του Επισκόπου.

Αρχιερέας των ατάκτων

Ο Ησαΐας ως σεβάσμιος κληρικός, όρκισε τον γερο Πανουργιά (Δημήτριο Πανουργιά), Αρματολό των Σαλώνων, στο Ευαγγέλιο, στις 24 Μαρτίου 1821στο Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία, έξω από τα Σάλωνα και εκίνησε με θάρρος, τον Πόλεμο για την Ανεξαρτησία των Ελλήνων της επαρχίας του.
Ο Ησαΐας ως λαμπρός αρχιερέας, στις 26 Μαρτίου 1821 ευλόγησε τον επιστήθιο φίλο του Αθανάση Διάκο, Αρματολό της Λειβαδιάς, και τα παλικάρια του, στο Μοναστήρι του Οσίου Λουκά και κήρυξε με τόλμη, την Ελληνική Επανάσταση στη Ρούμελη, με κάθε επισημότητα. Ο λατρευτός δεσπότης των ραγιάδων του Σάλωνα, το φτωχό παπαδοπαίδι από την Δεσφίνα, που αξιώθηκε να ανέβει και στις τρεις βαθμίδες της ιεροσύνης, αυτή την ημέρα υπερέβη το ρόλο του. Σθεναρά αποφάσισε να πολεμήσει για την πίστη του. Να αγωνιστεί για την λευτεριά. Με απόλυτα ελληνοχριστιανική συνείδηση πήρε τα πολύτιμα όπλα στα χέρια του φορώντας μόνο τα πένθιμα ράσα, το μικρό του ευαγγέλιο, το αρχιερατικό του εγκόλπιο και πιθανόν τον αρχιερατικό του σταυρό. Αποδύθηκε την αρχιερατική του στολή και σας απλός στρατιώτης τάχθηκε υπό των διαταγών των πολέμαρχων της Ρούμελης.

Ο Δεσπότης που φόρεσε τ΄ άρματα

Ο Ησαΐας, στα τέλη του Μάρτη βρέθηκε στα επαναστατημένα και μερικώς ελεύθερα Σάλωνα (οι Οθωμανοί βρίσκονταν υπό πολιορκία μέσα στο Κάστρο της πόλης της Άμφισσας), όπου και ορίστηκε πρόεδρος της νεοσύστατης ελληνικής διοίκησης. Αργότερα επήλθε συνθηκολόγηση και εξόντωση των Τούρκων. Τα Σάλωνα γιόρτασαν ελεύθερο το Πάσχα, αλλά ο δεσπότης τους δεν ήταν εκεί. Για την ακρίβεια, δεν θα επέστρεφε ποτέ. Το ένστικτό του και το στρατιωτικό του καθήκον τον ήθελαν πια στα στρατόπεδα των μαχητών, που ετοιμάζονταν από μέρα σε μέρα να αντιμετωπίσουν ανοικτά τον Οθωμανικό στρατό.
Την 1 Απριλίου μετείχε, στον Ναό της Αγίας Παρασκευής, Λειβαδιάς (Κοιμητηρίου) στο εορταστικό συλλείτουργο, μαζί με τον Μητροπολίτη του, Αθηνών (και Λεβαδείας) Διονύσιο και τον Επίσκοπο Ταλαντίου Νεόφυτο. (Επίσκοπο Αταλάντης).
Η δοξολογία έγινε για την απελευθέρωση της πόλης από τον Τουρκικό ζυγό, ενώ ακολούθησε η ορκωμοσία του Αρχηγού και όλου του σώματος, των επαναστατών. Του θρυλικού Αθανάση Διάκου, ενώπιον του Τιμίου Σταυρού, της Αγίας Τράπεζας, από τον ίδιο τον Δεσπότη Ησαΐα.
Ενός πάναγνου ήρωα της πατρίδος, του πρώτου μεγάλου νεκρού του Αγώνα, ταπεινού διακόνου της Εκκλησίας του Χριστού, αλλά και σπουδαίου αγωνιστή της Ελευθερίας των Ελλήνων. Του Αθανασίου Μασσαβέτα, που κατά την ταπεινή μου άποψη, Ο Πανάγαθος Θεός τον έχει κατατάξει μεταξύ των Αγίων. Και που η Εκκλησία της Ελλάδος και αυτόν περιφρονεί να αναγνωρίσει ως Άγιο.
Μετά την ορκωμοσία οι τρεις ιεράρχες συνέταξαν και υπέγραψαν, μια επαναστατική διακήρυξη, για τον Ιερό Αγώνα. Η διακήρυξη κυκλοφόρησε σε όλη την περιφέρεια ξεσηκώνοντας τους Έλληνες.


Οδεύοντας προς την αθανασία

Στη φωτιά σαν στρατιώτης

Ο Ησαΐας, έδωσε το πρώτο πολεμικό παρόν στις 15 Απριλίου, υπό τις διαταγές του γερο Πανουργιά, λαμβάνοντας μέρος στην επίθεση για την απελευθέρωση της Υπάτης, μαζί με άλλους 500 περίπου ένοπλους. Σε αυτή την πολεμική επιχείρηση συμμετείχαν ο Αθανάσης Διάκος, με τα παλικάρια του αλλά και ο Αρματολός της Βοδονίτσας Γιάννης Δυοβουνιώτης, με τους άνδρες του.
Η μάχη ήταν αμφίρροπη δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Έφυγαν για τους Κομποτάδες, όταν έλαβαν την είδηση ότι ο Τουρκικός Στρατός, με αρχηγούς: Τον Ομέρ Βρυώνη Πασά και τον Κιοσέ Μεχμέτ Πασά, κινήθηκε από το Ζιτούνι (Λαμία) προς την Βοιωτία και Αττική, με σκοπό να καταπνίξει την επανάσταση. Εκεί συνεκλήθη πολεμικό συμβούλιο και κατέληξαν στο να χτυπήσουν τον εχθρό στο στενότερο μέρος, την γέφυρα της Αλαμάνας. Στον Σπερχειό ποταμό.
Έως τις 22 Απριλίου οι 1500 Έλληνες, χωρίς να λάβουν σχεδόν καμία ενίσχυση μοιράστηκαν σε τρία σώματα και κατέλαβαν στρατηγικές θέσεις, στον γύρω χώρο που προόριζαν για να κάνουν την επίθεση. Στην Χαλκομάτα τοποθετήθηκε ως απλός πολεμιστής, υπό τις διαταγές του Πανουργιά πάντα, με το καριοφίλι και τις μπιστόλες του, ο Δεσπότης Ησαΐας. Δίπλα του ο αδελφός του παπά Γιάννης και ένας ανηψιός τους.

Στα τάγματα των Αγίων

Στις 23 Απριλίου και ενώ το Οθωμανικό ιππικό είχε σπάσει τις γραμμές των Ελλήνων, δεν κρινόταν πλέον η έκβαση της μάχης αλλά το μέγεθος των απωλειών των επαναστατών. Την διαφαινόμενη γενική υποχώρηση δεν ακολούθησε ο Επίσκοπος Σάλωνων Ησαΐας. Όπως έπραξαν οι Πανουργιάς και Δυοβουνιώτης.
Ο Ησαΐας κράτησε τη θέση του πολεμώντας με τα όπλα. Αντιμετώπισε γενναία τους Οθωμανούς, παραμένοντας ηρωικά στο ταμπούρι του. Και έπεσε υπέρ πατρίδος μπροστά στο δυσανάλογο, εμπειρότατο και πανίσχυρο στρατό του Σουλτάνου.
Εκκαθαρίζοντας την περιοχή, μετά την φυγή των Ελλήνων, όλο το στράτευμα των Τούρκων στράφηκε στη Γέφυρα της Αλαμάνας, κυκλώνοντας τους 500 άνδρες του Αθανάση Διάκου. Ακολούθησε φονική μάχη πέριξ της γέφυρας, όπου τελείωσε με ολοκληρωτική επικράτηση των Τούρκων και την σύλληψη και αιχμαλωσία του ίδιου του Διάκου.

«Παναγία μου, σώσον τουλάχιστον την πατρίδα»

Ο Επίσκοπος Σαλώνων Ησαΐας έπεσε μαχόμενος τους Τούρκους, 43 ετών, στην Χαλκομάτα Φθιώτιδας, το Σάββατο 23 Απριλίου 1821, ημέρα εορτής του Αγίου Γεωργίου του τροπαιοφόρου. Τον φόνευσαν οι Αρβανίτες, με τα σπαθιά τους, όπως και τον αδελφό του παπά Γιάννη, καθώς και τον ανηψιό τους. Πιθανόν, όταν το πλήθος των Τούρκων πλησίασε και το τέλος του Ησαΐα είχε προδιαγραφεί, να έκανε προσπάθεια να φύγει από το μέρος εκείνο. Σύμφωνα με πληροφορίες ο Ησαΐας ήταν σωματώδης και δεν κατάφερε να πάει μακριά.
«Κείνη τη στιγμή ο έφορος του στρατού Μαρκόπης ή Μαρκόπουλος είδε τον ιεράρχη να μένει πίσω και να μην μπορεί ν΄ ακολουθήσει τους άλλους και άκουσε τους Αρβανίτες να έρχονται. Θέλησε να τον σώσει με κάθε τρόπο. Τον πήρε στον ώμο του και άρχισε να τρέχει. Μάταια ο Ησαΐας του έλεγε:
-Άφησέ με τέκνον μου, και σώσον τουλάχιστον σεαυτόν ως χρησιμότερον.
Έβλεπε ότι η καλή πρόθεση του Μαρκόπουλου θα ήταν άσκοπη κι ανώφελη. Ο ανήφορος του Καλλίδρομου στητός, θα τον κούραζε και σε λίγο θα πέφτανε κι οι δυό απ΄ τ΄ Αρβανίτικα βόλια».
Ο Ησαΐας παρακαλούσε να τον αφήσει και ο Μαρκόπουλος προχωρούσε με κόπο, ώσπου κατάλαβε ότι ήταν αδύνατο να σωθούν και οι δύο.
Έτσι αναγκάστηκε και τον άφησε.
Στη συνέχεια, «κάποιος αγωνιστής Κελεπούρης που έφευγε καβαλικεύοντας ένα άλογο, λάφυρο της μάχης, περνώντας τον είδε να κάθεται κάτω από ένα μεγάλο πλάτανο και να καρτερεί τον θάνατό του ή τουλάχιστον την αιχμαλωσία. Χωρίς να χάσει καιρό ο Κελεπούρης, πηδάει απ΄ τ΄ άλογό του και το δίνει στο δεσπότη του να καβαλήσει και να σωθεί, ενώ αυτός ξακολούθησε τρέχοντας το δρόμο. Ο Ησαΐας πήρε απ΄ τα χαλινάρια το άλογο και πήγε πιο πέρα ν΄ ανέβει σε μια πέτρα για να βοηθηθεί να καβαλήσει. Δεν πρόφτασε όμως. Οι Αρβανίτες με ξεθηκαρωμένα τα γιαταγάνια τον προφτάνουν εκεί και τον ξαπλώνουν νεκρό».
Ο Μαρκόπουλος ύστερα έλεγε ότι άκουσε τη στιγμή εκείνη, να φωνάζει ο Ησαΐας: «Παναγία μου, σώσον τουλάχιστον την πατρίδα».
Αυτά ήταν τα τελευταία του λόγια. Κι ο Νικ. Κουνούπης, που τόσες πληροφορίες έδωσε για τη μάχη αυτή, στα 1877 «μοι έδειξε τον λίθον εφ΄ ου εφονεύθη ο Ησαΐας υπό Αλβανών», γράφει ο Ι. Κρέμος.

Οι άνδρες του Πανουργιά, που είχαν οπισθοχωρήσει, όταν κατάλαβαν ότι από κοντά τους λείπει ο Ησαΐας, έψαξαν γυρνώντας πίσω να τον βρουν, για να τον σώσουν. Σύμφωνα με ιστορικές πληροφορίες, στη συνέχεια οι Τούρκοι αποκεφάλισαν τον νεκρό Δεσπότη, κάτι που συνήθιζαν, για να διαπομπεύουν τους νεκρούς των μαχών, φοβίζοντας τους επαναστάτες και τρομοκρατώντας τους ραγιάδες. Ειδικά δε, όσους νεκρούς, από τον οπλισμό ή την ενδυμασία αναγνώριζαν για στρατιωτικούς ή θρησκευτικούς αρχηγούς. Όταν την άλλη ημέρα, ανασκολώπησαν τον Αθανάση Διάκο, βάλανε γύρω από τον τόπο του μαρτυρίου του και 80 κεφάλια, που είχαν κόψει από την Μάχη της Αλαμάνας. Ένα από αυτά ήταν και του Επισκόπου Σάλωνων Ησαΐα.
Σύμφωνα με την προφορική παράδοση, η θυσία του Ησαΐα βύθισε στο πένθος τους Έλληνες και τους φανάτισε στο έπακρο. Από τότε και μετά, ο Αγώνας είχε αποκτήσει πλέον νόημα, γιατί το σύνθημα: «Ελευθερία ή Θάνατος», οι μεν Έλληνες απέδειξαν ότι το εννοούσαν, οι δε Τούρκοι γνώριζαν καλά πως οι Έλληνες το εννοούν εις το ακέραιο.
Για 12 χρόνια δεν υπήρξε άλλος Επίσκοπος Σαλώνων. Κανείς δεν μπορούσε να σταθεί στον επισκοπικό θρόνο της πόλης. Να αναμετρηθεί με το τεράστιο ανάστημα του καθαγιασμένου Επισκόπου των Σάλωνων, που θυσιάστηκε κατά την Εθνική Παλιγγενεσία, για την πίστη Στον Σωτήρα Χριστό και την ελευθερία του γένους των υπόδουλων Ελλήνων, Ησαΐα Παπαστάθη. Ώσπου το 1834 η Επισκοπή άλλαξε τον τίτλο της, έγινε πλέον Επισκοπή Φωκίδος.

(Απόσπασμα από το υπό έκδοση βιβλίο του Θεοδώρου Γκούμα, με τίτλο: Ο ΑΓΙΟΣ ΣΑΛΩΝΩΝ ΗΣΑΙΑΣ) Επιτρέπεται η αναπαραγωγή όλου ή μέρους του κειμένου, μόνο με την υπενθύμιση της προέλευσής του και του συγγραφέα αυτού.
Η φωτογραφία ανήκει στο σώμα των φωτογραφιών του προαναφερθέντος βιβλίου.

Από τη σελίδα: Φίλοι Μουσείου Ελληνικής Επανάστασης.

Περισσότερα για των Σαλώνων Ησαΐα ΕΔΩ.


Οι youtubers «The Carrot Tards» στην αποκριάτικη Άμφισσα

Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2019

Ο Edward Dodwell στο Αρχονταρίκι του Επισκόπου Σαλώνων Διονυσίου Β΄ (1761 - 1810;), στο Χρισσό.



«Είχαμε ένα γράμμα από τον κύριο Νικόλα Στράνη, για τον Επίσκοπο του Σάλωνα, που μένει εδώ.
Περάσαμε τη νύχτα στο σπίτι του. Τίποτα δε μπορούσε να είναι πιο άθλιο. Δεν υπήρχε τίποτα να φάμε, εκτός από ρύζι και φρικτό τυρί. Το κρασί ήταν αποτρόπαιο και τόσο αηδές με τη ρετσίνα, που σχεδόν τραβούσε το δέρμα από τα χείλη μας! Όμως, μας δόθηκε η ευκαιρία να δούμε το εσωτερικό ενός ελληνικού σπιτιού και να γνωρίσουμε μερικά περίεργα και ενδιαφέροντα έθιμα, αυτής της χώρας.
Πριν καθίσουμε για το δείπνο, όπως και μετά, έπρεπε να ακολουθήσουμε την τελετή του χειρόνιπτρου, δηλαδή να πλύνουμε τα χέρια: Ένα μεταλλικό βάζο (bazon) που οι Τούρκοι το λένε λεγένι (levenn) περιφέρεται σε όλη την παρέα. Ο υπηρέτης το κρατά στον αριστερό του βραχίονα, ενώ με το άλλο χέρι χύνει νερό από ένα μεταλλικό δοχείο, που οι Τούρκοι το λένε μπρίκι (brik), στα χέρια αυτού που πλένεται, έχοντας μία πετσέτα ριγμένη στους ώμους για να σκουπιστεί. Η πετσέτα λέγεται μανδήλι, από την αρχαία λέξη μαγδάλια. Αυτή την τελετή Έλληνες και Τούρκοι πραγματοποιούν όχι μόνο πριν και μετά τα γεύματα, αλλά και πριν αρχίσουν τους λόγους των (δημηγορίες), όπως γινόταν κατά τους αρχαίους χρόνους πριν θυσιάσουν στους Θεούς (Ομήρου Ιλιάς 9, στιχ.171 φέρτε δε χερσίν ύδωρ και 16, στιχ.230), αλλά και κατά την άφιξη ενός ξένου στο σπίτι.
Το βάζο λέγεται λέβης, και όχι μετάνιπτρον, όπως μερικοί υποθέτουν, γιατί αυτό το τελευταίο είναι το ρόφημα που λαμβάνεται μετά το δείπνο, όταν το νίπτρον ή το πλύσιμο έχει τελειώσει. Χέρνιβα δ΄ αμφίπολος προχόω επέχευε φέρουσα. Καλή, χρησείη, υπέρ αργυρέοιο λέβητος, Νίψασθαι (Ομήρου Οδύσεια 4, στιχ.52) Διάφοροι άλλοι συγγραφείς αναφέρουν το ίδιο έθιμο.
Δειπνήσαμε πάνω σ΄ ένα στρογγυλό τραπέζι μ΄ επίχρισμα χαλκού που το λένε τουρκικά siny στηριζόμενο σ΄ ένα πόδι ή κολώνα, σαν τη monopodia των αρχαίων (Λίβιος, βιβλ.39, κεφ.6) Καθήσαμε σε μαξιλάρια τοποθετημένα στο πάτωμα και όπως τα ενδύματά μας δεν ήταν τόσο άνετα φαρδιά, όπως των Ελλήνων, δυσκολευτήκαμε πολύ στο να διπλώσουμε τα πόδια μας από κάτω, ή μάλλον να καθήσουμε πάνω σ΄ αυτά, όπως εκείνοι κάνουν με εκπληκτική ευκολία. Πολλές φορές κινδύνευα να πέσω προς τα πίσω και ν΄ αναποδογυρίσω το τραπέζι μ΄ όλα του τα ωραία πράγματα.
Ο Επίσκοπος επέμενε στο να καθήσει ο Έλληνας υπηρέτης μου στο τραπέζι μαζί μας και στην παρατήρησή μου ότι τούτο ήταν αντίθετο προς τα έθιμά μας, απάντησε πως δεν μπορεί να ανεχθεί τέτοιες γελοίες διακρίσεις μέσα στο σπίτι του. Με δυσκολία κατάφερε να μου επιτραπεί να πιώ απ΄ το ποτήρι μου, αντί απ΄ το μεγάλο κύπελο, το κύλιξ φιλοτησία (Δίων Κάσιος βιβλ.58, κεφ.3) ή poculum amicitiae που εξυπηρετούσε όλη τη συντροφιά και το οποίο είχε μετακινηθεί από τον Επίσκοπο στους υπόλοιπους, γιατί οι Έλληνες και οι Τούρκοι χρησιμοποιούν μόνο ένα ποτήρι στα γεύματα.
Οι Έλληνες σπανίως πίνουν μέχρι να δειπνήσουν. Ο Ξενοφών (Ανάβασις βιβλ.8, κεφ.3) αναφέρει το ίδιο έθιμο μεταξύ των αρχαίων. Όταν τελείωσε το δείπνο και ετοιμαζόταν το χειρόνιπτρον, κάθε άτομο ελάμβανε ένα ρόφημα κρασιού που λεγόταν χειρόνιπτρον, γιατί το έπαιρναν μετά το νίπτρον (niptron), ή πλύσιμο, όταν αυτό τελείωνε. Αυτή είναι η ερμηνεία του Αθηναίου και πολλών συγγραφέων, τους οποίους αυτός αναφέρει.
Μετά το δείπνο προσφερόταν δυνατός παχύς καφές, χωρίς ζάχαρη. Δεν τοποθετούσαν το φλιτζάνι σε πιάτο, αλλά μέσα σ΄ ένα άλλο φλιτζάνι μεταλλικό, που οι Τούρκοι το λένε zarf, και προστατεύει τα δάχτυλα από καψιμο, γιατί ο καφές σερβίρεται και πίνεται όσο το δυνατόν πιο ζεστός.
Παρατήρησα σε αυτό το μέρος ένα έθιμο που επικρατεί σ΄ όλη την Ελλάδα και φαίνεται νάναι αρχαίο: τα σπίτια δεν έχουν κουδούνια και ο αφέντης καλεί τους υπηρέτες χτυπώντας τα χέρια του. Ο Παυσανίας (βιβλ.10, κεφ.31) περιγράφοντας ένα ζωγραφικό έργο του Πολυγνώτου, λέει ότι ο Πάρις εμφανίζεται χτυπώντας τα χέρια του, για να καλέσει την Πενθεσίλια που φαίνεται στην εικόνα.
Ο Επίσκοπος έχει μεγάλη εκτίμηση από τους χωρικούς και δέχεται τον σεβασμό τους με αξιοπρέπεια. Μετά το δείπνο κάθησε πάνω σ΄ ένα σοφά, καπνίζοντας την πίπα του, και διάφοροι χωρικοί έμπαιναν μέσα να υποβάλουν τα σέβη τους. Γονάτιζαν μπροστά του, ακουμπούσαν στο έδαφος το μέτωπό τους και φιλούσαν το χέρι του. Αυτή η τελετή είναι σχεδόν τόσο δουλική, όσο το κινέζικο Ko Tou…
Ο Επίσκοπος διατηρεί μία καλογραία, ή καλή γριά - γυναίκα, στο σπίτι του, που φροντίζει για την οικονομία του σπιτιού. Ένα τέτοιο άτομο, συχνά υπηρετεί στα σπίτια των Επισκόπων, που δεν επιτρέπεται να παντρευτούν».

Στη φωτογραφία: Ο ελαιώνας της Άμφισσας και το Χρισσό (αρχαία Κρίσσα) / Plain de Crissa / 1834
STACKELBERG, Otto Magnus von. La Grèce. Vues pittoresques et topographiques, Παρίσι, Chez I. F. D'Ostervald,1834.
Γεννάδειος Βιβλιοθήκη - Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα.

Ο Edward Dodwell στο Σεράι του Μπέη των Σαλώνων. Σεΐδ Αχμέτ Βοϊβόδα Σαλώνου, το 1805


Ο Άγγλος ευγενής Edward Dodwell αφού περάτωσε τιςφιλολογικές και αρχαιολογικές του σπουδές στο Καίμπριτζ αποφάσισε να επισκευτεί την Ελλάδα, όπως επέβαλλε τότε η παλιά αγγλική αριστοκρατική παράδοση.
Ξεκίνησε το 1801 μαζί με τον William Gell, αλλά η περιήγησή τους διακόπηκε στην Τροία, λόγω ασυμφωνίας χαρακτήρων. Επέστρεψε στη Νάπολη, όπου γνώρισε τον Ιταλό ζωγράφο Simone Romardi και άρχισε μαζί του το δεύτερο ταχίδι στην Ελλάδα (1804 - 1806). Τον Φεβρουάριο του 1805 επιβηβάστηκαν σ΄ ένα γαλαξιδιώτικο καράβι κι από τη Μερσίνα της Ιταλίας πέρασαν στην Ελλάδα.
«Ο γιατρός Ανδρέας μας οδήγησε στον Βοϊβόδα. Το κτίριο ήταν χτισμένο στο ίδιο σχέδιο με όλα τα τούρκικα κτίρια και ο τρόπος υποδοχής απ΄ όλους τους βοϊβόδες και διοικητές, είναι ο ίδιος. Θα διηγηθώ τις παρατηρ’ησεις που έκανα σ΄ αυτή την επίσκεψη, αποφεύγοντας πολλές περιττές επαναλήψεις.
Για να φτάσουμε στην κατοικία του βοϊβόδα, περάσαμε προηγουμένως μέσα από έναν προθάλαμο όπου υπήρχαν μερικοί Τάταροι που κάπνιζαν και μερικοί τσιμπουκτζήδες (tchiboukchis) ή παρασκευαστές πίπας, που ετοίμαζαν πίπες και καπνό για τους κυρίους των. Το άτομο που παρουσιάζει τις πίπες αποκαλείται τζιμπούκογλαν (ο νεαρός άνδρας με τις πίπες). Πλησιάζοντας το διαμέριμα του βοϊβόδα, περάσαμε από μια μεγάλη και βαρειά κουρτίνα δερμάτινη, προσαρμοσμένη στην κορυφή της πόρτας για ν΄αποκλείει τον αέρα. Οδηγημένοι από έναν φρουρό, μπήκαμε στο δωμάτιο.
Αλλά πριν συνεχίσω, ίσως δε θάταν άσκοπο να επισημάνω πως το ίδιο είδος κουρτίνας χρησιμοποιούσαν από τα αρχαία χρόνια για τον ίδιο σκοπό στην Ελλάδα και Ιταλία και λεγόταν από τους Έλληνες: παραπέτασμα ή περιπέτασμα και από τους Λατίνους: auloeum και velum. Οι Ρωμαίοι υψηλής τάξεως είχαν υπηρέτες με προορισμό να ανοίγουν και να κρατούν ψηλά αυτές τις κουρτίνες όταν άτομα εισέρχονταν στο δωμάτιο. Οι υπηρέτες αυτοί λέγονταν βελάριοι. Χρησιμοποιούνται ακόμη στους μεγάλους οίκους της Ιταλίας.
Αμφιβάλλω αν το έθιμο του να αφήνει κανείς τις παντόφλες στην είσοδο του διαμερίσματος είναι αρχαίο. Οι Έλληνες είχαν υποδήματα που χρησιμοποιούσαν μόνο μέσα στο σπίτι, αλλά ποτέ απ΄ έξω, ονομάζονται: βλαύται. Και γνωρίζουμε από τον Τερέντιο και τον Μαρτίαλο ότι οι αρχαίοι έβγαζαν τα υποδήματά τους την ώρα του φαγητού. Ήταν πανάρχαιο έθιμο να είναι ξυπόλητοι όταν στέκονταν πάνω σε ιερό έδαφος (βλ. Ιουστίνου Μάρτυρ. Απολογία για τους Χριστιανούς). Οι Φράγκοι πάντα συγχωρούνται όταν βγάζουν τα υποδήματά τους ή τις μπότες τους, καθώς οι Έλληνες και Τούρκοι. Θάταν άτοπο για κάποιον να μπει σ΄ ένα διαμέρισμα στην Τουρκία, φορώντας παπούτσια ή παντόφλες, όπως θάταν σε άλλες χώρες σε παρόμοια περίπτωση να μη βγάλει το καπέλο, και έχει το ίδιο αποτέλεσμα επί των Τούρκων να μας βλέπουν να βγάζουμε τα καπέλα μας εισερχόμενοι στο σπίτι, καθώς εμείς αν βλέπαμε έναν Τούρκο να βγάζει τα παπούτσια του.
Ο βοϊβόδας μας υποδέχτηκε με τις συνηθισμένες φιλοφρονήσεις: «Καλώς ήλθατε, πολύ καλώς ήλθατε». Η συζήτηση έγινε με την μεσολάβηση του γιατρού που έκανε τον διερμηνέα. Το φερμάνι μου δόθηκε στον γραμματικό του βοϊβόδα που το διάβασε δυνατά, και όταν κατάλαβαν ότι προσαγορευόταν Beyzadeh, γιός ενός Μπέη, με περιποιήθηκαν πολιτισμένα. Αυτός είναι ένας συνηθισμένος τίτλος που δίδεται σ΄ αυτούς που ταξιδεύον στην Τουρκία για ψυχαγωγία και όχι για εμπορικούς σκοπούς.
Το διαμέρισμα σχεδόν περιβαλλόταν από το ντιβάνι, που αποτελείτο από μεγάλα κόκκινα βελούδινα μαξιλάρια, τοποθετημένα πάνω σ΄ ένα κάθισμα ύψους έξι ιντσών, ενώ υπήρχαν και άλλα για ν΄ ακουμπάει η πλάτη. Ένα ωραίο καρπίτι κάλυπτε το πάτωμα, ενώ οι τοίχοι ήταν στολισμένοι με ξίφη και πιστόλια που κρέμονταν κοντά στον βοϊβόδα. Γύρω στο δωμάτιο κρέμονταν σε πλαίσια διάφορα κεφάλαια από το Κοράνι και φράσεις ηθικού περιεχομένου, όπως: «Δεν υπάρχει βοήθεια παρά μόνο από τον Θεό» - «Θεϊκή πίστη είναι η επιθυμία του σοφού» και άλλες παρόμοιες.
Τα μικρά ψηλά παράθυρα ήταν γοτθικά, στολισμένα με χρωματιστό γυαλί. Η οροφή αποτελείτο από ξύλο κομψά στολισμένο. Η καμινάδα ήταν σχεδόν απέναντι από την είσοδο. Ο βοϊβόδας μιλούσε λίγο και φαινόταν απορροφημένος στο να μετράει τις χάντρες του κομπολογιού του. Αυτό σηνήθως αποτελείται από 99 χάντρες και ο θεοσεβής μουσουλμάνος θα πει μια προσευχή την ημέρα, για κάθε μια. Μας πρόσφεραν καφέ, πίπες και γλυκίσματα ραντισμένα με ροδόνερο.
Ένας Τούρκος ευγενής περνάει σχεδόν όλη την ζωή του με το να καπνίζει, να πίνει καφέ και να μετράει τις χάντρες του. Το κάπνισμα είναι βασικό στοιχείο για την ευτυχία του. Ο Τούρκος όμως είναι πολύ καθαρός, σχολαστικός με τα εργαλεία του καπνίσματος και ποτέ δεν φτύνει. Ένα μικρό μεταλλικό δοχείο είναι τοποθετημένο στο καρπίτι, ώστε το κύπελλο της πίπας να βρίσκεται μέσα και να μην πέφτει έξω ο καπνός. Τα τσιμπούκια έχουν συνήθως 7-8 πόδια και κατασκευάζονται από ξύλο κερασιάς ή γιασεμιού. Στους περισσότερους κήπους στην Ελλάδα υπάεχει γιασεμί, τα κοτσάνια του οποίου μεγαλώνουν και πουλιώνται σε υψηλές τιμές. Τα κύπελλα κατασκευάζονται από πολύ καλό χώμα που υπάρχει κοντά στην Θήβα, στη Βοιωτία. Αρμόζουν στην αρχαία ελληνική αγγειπλαστική, είναι κομψά στολισμένα και γαρνιρισμένα με επιχρύσωμα. Τα τμήματα του στομίου κατασκευάζονται συνήθως από ήλεκτρο ή πέτρα και μερικά είναι στολισμένα με πολύτιμους λίθους.
Την ίδια μέρα επισκεφθήκαμε τον γιό του βοϊβόδα, και είχαμε την ευκαιρία να παρατηρήσουμε την υπερηφάνεια του νεαρού Τούρκου και την ταπεινή δουλικότητα του Έλληνα. Το αγόρι ήταν δέκα πέντε ετών, κάπνιζε τη διαμαντοστολισμένη πίπα του, και τεμπέλιαζε πάνω σ΄ έναν μαλακό και πλούσια ντυμένο σοφά, ενώ ο Έλληνας παιδαγωγός του καθόταν στο πάτωμα, στα πόδια του.
Ο σεβασμός που τρέφουν οι μαθητές στον δάσκαλό τους σε άλλες χώρες, μάλλον διατηρείται και στην Τουρκία. Ο γιατρός μου είπε πως ο νεαρός ευγενής δεν κάπνιζε μπροστά στον πατέρα του, αλλά ήταν φαινομενικά σεμνός και καρτερικός. Αλλά όταν βρισκόταν μόνος του κάπνιζε και έπινε καφέ όλη μέρα και είχε αρχίσει νάχει τις συζύγους του.

Στη φωτογραφία: Άποψη της Άμφισσας (Σάλωνα).1821
DODWELL, Edward. A classical and topographical tour through Greece, during the years 1801, 1805, and 1806, Λονδίνο, Rodwell and Martin, 1819
Γεννάδειος Βιβλιοθήκη - Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα.

Με το βλέμμα των περιηγητών


Ο ελαιώνας της Άμφισσας
Otto Magnus von. La Grèce. Vues pittoresques et topographiques, Παρίσι, Chez I. F. D'Ostervald,1834



Άποψη της Άμφισσας (Σάλωνα).1821
DODWELL, Edward. A classical and topographical tour through Greece, during the years 1801, 1805, and 1806, Λονδίνο, Rodwell and Martin, 1819
Γεννάδειος Βιβλιοθήκη - Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα.



H πόλη και το κάστρο των Σαλώνων (Άμφισσας), από τα νότια.
Amphissa- Salona. Stadt und Burg; von S. / 1923