Πέμπτη, 9 Νοεμβρίου 2017

Αντάρτικο 2


Πρόκειται για τον ποιητικό διάλογο δύο συγγραφέων του Δημήτρη Γκιούλου και του Κωνσταντίνου Παπαπρίλη Πανάτσα. Το βιβλίο περιλαμβάνει συνολικά οκτώ διαλόγους, θεματικές ενότητες μιας κουβέντας, που με όπλο την κρυπτική γλώσσα της ποίησης προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει το παρόν. Ο Δημήτρης Γκιούλος κατάγεται από την Άμφισσα και περισσότερα για την συγγραφική του δουλειά μπορείτε να διαβάσετε ΕΔΩ.


Αντάρτικο στο μικροαστισμό και στην υποκρισία

Του Δήμου Χλωπτσιούδη

Η αναρχική ποίηση από την εποχή του Τόλη Νικηφόρου και της Κατερίνας Γώγου, τους επιφανέστερους εκφραστές της, έχει αλλάξει σημαντικά μέσα στις δεκαετίες και έχει κυλήσει αρκετό νερό στους χείμαρρους των πολιτικών μηνυμάτων και των συναισθημάτων. Αν και τα χαρακτηριστικά του πεζοδρομίου και των συγκρούσεων δεν έχουν εξαλειφθεί, καθώς αποτελούν εγγενή στοιχεία της αντιεξουσιαστικής προσέγγισης, εντούτοις αυτά σήμερα πια ενσωματώνονται σε ένα συναισθηματικό πρίσμα και το μαχητικό στοιχείο αποκτά και συμβολική διάσταση.
Σε ένα τέτοιο κλίμα σύγκρουσης, ειρωνείας και πολιτικής αντίδρασης εντάσσεται και η νέα ποιητική συλλογή των Δημήτρη Γκιούλου & Κωνσταντίνου Παπαπρίλη-Πανάτσα, «αντάρτικο2» (κουρσάλ, 2016). Άλλωστε, όπως αναπροσδιορίζεται ο Γκιούλος αντί να γίνει αστροναύτης έμεινε να κυνηγά τις ουτοπίες του στη γη, ενώ Παπαπρίλης-Πανάτσας παρουσιάζεται ως κυνηγός παραμυθιών που τώρα πια τα γδέρνει.
Πρόκειται για μία ποιητική παρωδία που τόσο καίρια πληγώνει το φίλαυτο μικροαστισμό της ψευδούς ασφάλειας και σιγουριάς, καθώς εμπλέκεται με ήπιες υπερρεαλιστικές ροές που εκτοξεύονται από τα βάθη της αγανάκτησης για την εκούσια υποτέλεια. Η συνειρμική κίνηση σε συνδυασμό με την -αποφθεγματικού τύπου- στιχουργική λειτουργεί ως ηφαίστειο που βυθίζει κάθε ποιητική και ασφάλεια. Η δηκτική ειρωνεία της συλλογής πυρπολεί τις μικροαστικές αντιλήψεις για τα όνειρα και το κυνήγι της ζωής. Οι λέξεις σαν μολότοφ καίνε την υποκρισία με την οποία περιβάλλουμε τον εαυτό μας μέσα σε μία κοινωνία που βρωμίζει από τη σαπίλα. Μα τελικά εμείς οι ίδιοι είμαστε τα βακτήρια της κοινωνικής γάγγραινας, με όνειρα αόρατα που ζωγραφίσαμε στους τοίχους της φυλακής μας και τελικά ποτέ δεν κυνηγήσαμε (1).
Πλούσιες μεταφορές σε μία πρωτότυπη ήπια σουρεαλιστική εικαστική εκτοξεύουν το συναίσθημα και κεντρίζουν μία στοχαστική διάθεση. Η εικόνα και οι αισθήσεις μέσα στο σκηνικό περιβάλλον γίνονται σκέψεις και -ίσως- αυτοκριτική του κοινού. Αυτός ακριβώς είναι και ο επικίνδυνος για κάθε σύστημα ρόλος της τέχνης και της ποίησης. Μόλο που η επανάληψη αποτελεί πια μία ποιητική κοινοτοπία, τούτη διαθλάται στο αντιθετικό πρωτοπληθυντικό πρίσμα, υποτασσόμενη στο υπερρεαλιστικό αφηγηματικό χείμαρρο καθώς το ερωτικό συμπλέκεται με το επαναστατικό (4, 5). Τα προσφυγικά κύματα σκοντάφτουν στη λάσπη του ματωμένου ουρανού πλάι στο λανθάνον ερωτικό συναίσθημα των δημιουργών.
Με αβίαστο τρόπο μέσα στη συνειρμική ροή, η λαϊκή δημοτική παράδοση (6), η αρχαιοελληνική (7, 5) και τα παραμύθια (7) συμπλέκονται με τον έρωτα και την κοινωνική αναζήτηση.
Και είναι αναγκαίο να δούμε και τη σκηνική διάσταση των ποιητικών συνθέσεων. Όλα τα ποιήματα -δομημένα πάνω στο δεύτερο πρόσωπο- απευθύνονται σαν ποιητικές προκηρύξεις και σαν συνθήματα απευθείας στην καρδιά του ακροατή/αναγνώστη. Γιατί το δευτεροπρόσωπο αντικείμενο ως αποδέκτης είναι πάντα το ίδιο το κοινό, παρά τη διπολική κλητική επίκληση σε κάποιο αντικείμενο του έρωτα. Μα τούτο, ακριβώς, διαμορφώνει ένα πολυποίκιλο ποιητικό αντικείμενο με αλληγορικά ή ερωτικά και ειρωνικά χαρακτηριστικά.
Και τούτο εκφράζεται τόσο με τη γενικότητα του β΄ ενικού γραμματικού προσώπου όσο και με τις μόνο λογικές εναλλαγές των πρώτων προσώπων (το συλλογικό εμείς και το αυτοαναφορικό εγώ). Έτσι όμως δημιουργείται και μία μορφή διακειμενικού διαλόγου τόσο στο εσωτερικό των συνθέσεων όσο και σαν διαδραστική θεατρικότητα προς το κοινό. Και η σκηνικότητα αυτή επικουρείται συχνά από διαλογικά σημεία (7) ή ευθείες ερωτήσεις προς το ακροατήριο (1, 2).
Ποίηση γεμάτη οργή καίει τις αγανακτισμένες συνειδήσεις που πολεμούν με οδηγό την ουτοπία για να ανατρέψουν τις ήττες του παρόντος και του παρελθόντος (8) οιονεί αναρχοποιητικής προκήρυξης. Στον σουρεαλιστικό ιστό που στήνουν οι δύο ποιητές πάνω σε ένα πεζολογικό ύφος με συνδέσεις συνειρμικές, η φωτιά διατηρεί μέσα στην επαναστατικότητά της μία εσχατολογική διάσταση κάθαρσης και εξαγνισμού.


Τρίτη, 19 Σεπτεμβρίου 2017

The Symptom Projects 2017

Το The Symptom Projects πραγματοποιεί για όγδοη συνεχόμενη χρονιά στην πόλη της Άμφισσας το εκθεσιακό του πρόγραμμα: Την Παρασκευή 6 Οκτωβρίου 2017 πραγματοποιούνται τα εγκαίνια της φωτογραφικής έκθεσης “Περί-λήψεως” σε επιμέλεια της Νίκης Παπασπύρου και μια μέρα μετά, το Σάββατο 7 Οκτωβρίου τα εγκαίνια της ομαδικής έκθεσης “Τουρισμός”, σε επιμέλεια Ελπίδας Καραμπά και Γλυκερίας Σταθοπούλου και στις 13 και 14 Οκτωβρίου λογοτεχνικές συναντήσεις σε επιμέλεια του Αποστόλη Αρτινού. 


the symptom 08 / “Τουρισμός”
Επιμέλεια: Ελπίδα Καραμπά και Γλυκερία Σταθοπούλου
Παραγωγή: The Symptom Projects
Παλαιό Νοσοκομείο Άμφισσας
Εγκαίνια: Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2017, στο Παλαιό Νοσοκομείο Άμφισσας
Διάρκεια έκθεσης: 8 - 22 Οκτωβρίου, 2017
Ώρες λειτουργίας: καθημερινά 18.00 - 22.00

«Η ιδέα του τουρισμού είναι ιδιαίτερα συνδεδεμένη με την Ελλάδα, καθώς η Ελλάδα μαζί με την Ιταλία υπήρξαν παραδοσιακοί προορισμοί ταξιδιού πολύ πριν οργανωθεί η βιομηχανία του τουρισμού. Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο τα ταξίδια προωθήθηκαν ως μέρος της διπλωματίας, ενώ η επανάσταση των μεσων μεταφοράς επέκτεινε στις μάζες το δικαίωμα του ταξιδιού, μέχρι το ταξίδι και ο τουρισμός να συνδεθούν άρρηκτα με την οικονομία του θεάματος και την παγκοσμιοποιημένη οικονομία, που σαρώνει με τον ίδιο τρόπο το Κολλοσαίο, τη Ντίσνεϊλαντ, το Τσερνομπίλ και το Νταχάου. 
Ως ένα από τα σημεία διαπλοκής και αλληλεπίδρασης του τοπικού με το παγκόσμιο, ο τουρισμός φαίνεται να είναι το ιδανικό εκείνο πρίσμα, μέσω του οποίου μπορούν να εξεταστούν διάφορες εκφάνσεις του τοπικού, του υπερτοπικού, της ταυτότητας, της ετερότητας, της πολιτιστικής κληρονομιάς, της εμπορευματοποίησης και της παγκόσμιας κυκλοφορίας των ανθρώπων, εικόνων και κεφαλαίων. Διαμορφώνει το πεδίο πάνω στο οποίο εκφράζονται, σημασιολογούνται και επιτελούνται διάφορες εθνικές, τοπικές, έμφυλες, εργασιακές ταυτότητες και κοινωνικοί ρόλοι, καθώς και επαναπροσδιορίζονται οι ταυτότητες των χώρων και των τοπικών κοινοτήτων υποδοχής.
Οι τουριστικοί προορισμοί και τα αξιοθέατα, μπορούν να θεωρηθούν ως κόμβοι μιας επανάληψης επιτελεστικών πράξεων (ο θαυμασμός ενός αξιοθέατου, η ρομαντικοποίηση μια τοποθεσίας κ.α.). Οι τόποι εμπλέκονται σε πολύπλοκα δίκτυα σχεσιακότητας, όπου οικοδεσπότες, επισκέπτες, κτίσματα και αντικείμενα συνδέονται για να επιτελέσουν ορισμένες αναπαραστάσεις. Οι προορισμοί αυτοί συχνά αποτελούν ιζηματογενείς συσσωρεύσεις αυτών των επιτελέσεων.
Με την ευκαιρία της έκθεσης, καλούμε στην Άμφισσα καλλιτέχνες να παρουσιάσουν έργα πάνω στο θέμα του τουρισμού, θέτοντας φανερά και λανθάνοντα ζητήματα που συνδέονται με την ιδέα και την ιστορία του τουρισμού ως μέρους μιας ευρύτερης βιομηχανίας, της πολιτικής και της οικονομίας, που επεκτείνονται σε ζητήματα του τοπικού και του παγκόσμιου, σε ζητήματα ταυτότητας, κοινωνικών ρόλων, αναπαραστάσεων και φυσικών ή νοητικών κατασκευών.
Η Άμφισσα δεν γίνεται εδώ κατάνοητή απλά ως ένα γεωγραφικό σημείο αλλά μας παρέχει τη δυνατότητα να στοχαστούμε πάνω στην ειδυλλιακότητα και την αποκέντρωση. Γειτνιάζοντας με έναν βαρυσήμαντο συμβολικά τόπο, τους Δελφούς, μας παρέχει την αφορμή να σταθούμε κριτικά απέναντι στα θεωρούμενα ως αυτονόητα και να προβληματίσουμε καθιερωμένες και κυρίαρχες μορφές και συστήματα γνώσης και εμπειρίας.»
Ελπίδα Καραμπά και Γλυκερία Σταθοπούλου         

Συμμετέχοντες: Μιχάλης Αδάμης, Νίκος Αρβανίτης, Εύα Γιαννακοπούλου, Θοδωρής Ζαφειρόπουλος, Γιώτα Ιωαννίδου, Νίκος Καναρέλης, Απόστολος Καραστεργίου, Ζήσης Κοτιώνης, Πάνος Κούρος, Μαρία Λάλου και Skafte Aymo-Boot, Νατάσα Μπιζά, Ραλλού Παναγιώτου, Πάνος Σκλαβενίτης, Κωνσταντίνος Χατζηνικολάου, Ινώ Βαρβαρίτη και Γιάννης Δελαγραμμάτικας, KaveCs, Οι αρχιτέκτονες της φάλαινας, Ευθύμης Θέου και Ηλέκτρα Αγγελοπούλου, Aysenur Babuna.



es-optron 05 / “Περί-λήψεως”
Επιμέλεια: Νίκη Παπασπύρου
Παραγωγή: The Symptom Projects
Μουσείο Πανουργιά, Άμφισσα.
Εγκαίνια: Παρασκευή 6 Οκτωβρίου 2017, 20.00
Διάρκεια έκθεσης: 6 - 22 Οκτωβρίου, 2017.
Ώρες λειτουργίας: καθημερινά 18.00 - 22.00

Η σχέση του έργου τέχνης με τον χώρο και τον χρόνο είναι ποικίλη και πολλαπλή. Κανένα ανθρώπινο έργο δεν δημιουργεί πιο αποτελεσματικά την εντύπωση της διεύρυνσης ή της συρρίκνωσης του χώρου και του χρόνου από το έργο τέχνης. Είναι αυτό που συμπυκνώνει και διαστέλλει παρόν παρελθόν και μέλλον· είναι αυτό που τα περιεχόμενα και οι προορισμοί του διαρκώς επαναπροσδιορίζονται.
Η έκθεση «Περι-λήψεως» παρουσιάζει τρείς εικαστικούς καλλιτέχνες, Απόλλωνα Γλύκα, Νίκο Ιαβάτσο και Δημήτρη Κατσούδα που επιχειρούν να κατανοήσουν τις μεταβλητές έννοιες του χώρου και του χρόνου μέσα από τη φωτογραφική εικόνα. Παρακολουθεί τον τρόπο που ο χώρος και ο χρόνος εμφανίζονται στα έργα τους, αλλάζοντας συνεχώς ρόλο και λειτουργία. Η φωτογραφική διαδικασία γίνεται η αφετηρία σκέψεων γύρω από την κριτική κατανόηση της πραγματικότητας ως χωρο-χρονικής συνθήκης. Η έκθεση επιδιώκει να τονίσει ότι τα αισθητικά φαινόμενα είναι τα διαχρονικά εργαλεία που αποκαλύπτουν νέες όψεις του κόσμου και στα οποία οφείλουμε μια διαφορετική πρόσληψη, κατανόηση και ερμηνεία του.
Κάθε αντίληψη της ιστορίας εκφέρεται πάντοτε μαζί με μια συγκεκριμένη εμπειρία του χρόνου· εμπειρία που διαπλέκεται μαζί της, που την ορίζει καταστατικά και που προορίζεται ακριβώς να την ανεβάσει στο φως. Παρομοίως και κάθε κουλτούρα είναι πάνω απ' όλα μια συγκεκριμένη εμπειρία του χρόνου και καμιά νέα κουλτούρα δεν είναι δυνατή χωρίς κάποια μεταβολή αυτής της εμπειρίας. Ως εκ τούτου, το πρωταρχικό καθήκον μιας αυθεντικής επανάστασης δεν είναι ποτέ άπλα και μόνο «να αλλάξει τον κόσμο παρά και προπαντός να αλλάξει τον χρόνο».
Νίκη Παπασπύρου

“Petra-Luna, a music collective”
Live-performance “The Yard”
Μουσείο Πανουργιά, Παρασκευή, 6 Οκτωβρίου 2017. 21.00

Στο πλαίσιο της έκθεσης ‘Περί-λήψεως’ θα πραγματοποιηθεί live-performance της κολεκτίβας Petra-Luna. Το σχήμα παρουσιάζει την μουσική δραστηριότητα της άμεσης / στιγμιαίας μουσικής σύνθεσης που συνδυάζει την επικοινωνία των συναισθημάτων και την οργανική τεχνική με την αυθόρμητη ανταπόκριση στην μουσική που ακούγεται από τα άλλα μέλη του σχήματος που συμμετέχουν στο δεδομένο σύνολο. Στην μουσική κολεκτίβα Petra-Luna συμμετέχουν επί το πλείστον εικαστικοί που έχουν μουσική παιδεία ή και όχι. Δημιουργήθηκε στα Πετράλωνα, Αθήνα, το 2014.
Συμμετέχοντες: Κορνήλιος Γραμμένος, Ηλίας Σιψάς, Απόλλων Γλύκας, Χρήστος Μπληγιάννος, Φοίβος Παλαιογιάννης, Τέο Δασκαλάκης, Γιώργος Παλαμάρης, Νικόλας Iavazz, Οδυσσέας Γλύκας, Βαγγέλης Χατζής, Ζετα Νικολοπούλου



Λογοτεχνικές συναντήσεις
Μουσείο Πανουργιά, Άμφισσα.
Επιμέλεια: Αποστόλης Αρτινός

Παρασκευή, 13 Οκτωβρίου. 19.00.

ΜετΑΤηΛΗθη
Μια σκηνική σύνθεση κίνησης και λόγου πάνω στο βιβλίο «Ο Τελευταίος Άνθρωπος» του Μωρίς Μπλανσό. Με τους Αποστόλη Αρτινό, Γιώργο Ευθυμίου, Δανάη Μανωλέσου και Δήμητρα Αγγέλου.

Αντάρτικο
Των Δημήτρη Γκιούλου και Κωνσταντίνου Παπαπρίλη – Πανάτσα
Πρόκειται για έναν διάλογο που οι δυο συγγραφείς δημιούργησαν από κοινού και αποτυπώνει τις ποιητικές τους ανταλλαγές. Οκτώ διαλόγοι που είναι και θεματικές ενότητες μιας κουβέντας που με όπλο την κρυπτική γλώσσα της ποίησης προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει το παρόν.


«Η αδύνατη εκφορά»
(επιτελεστικές αναγνώσεις)

Σάββατο, 14 Οκτωβρίου. 19.00.

Συμμετέχοντες: Δημήτρης Αμελαδιώτης, Φοίβη Γιαννίση, Πατρίτσια Κολαίτη, Δημήτρης Λεοντζάκος, Βιργινία Μαστρογιαννάκη, Ιορδάνης Παπαδόπουλος, Χαρά Πιπερίδου


Δημήτρη Αμελαδιώτη: H performance «Γιατί είναι πλάσματα του νου», είναι βασισμένη σε αποσπάσματα έργων του Γ.Βιζυηνού και του Ν.Καζαντζάκη  ( "Το αμάρτημα της μητρός μου"/ "Ασκητική" ), και επιχειρεί μίαν ανάγνωση των κειμένων αυτών διά της παρεκφοράς του λόγου και της εμψύχωσης ενός μπόγου σχοινιών, κατάλοιπο άλλων δοκιμών κι εμπειριών.

Φοίβη Γιαννίση: Θάλαμος
Μέσα σε θάλαμο τον έβαλε, κι εφάρμοσε τις φωτεινές τις πόρτες
κι εκείνου η φωνή έρεε δυνατή, αλλά ρώμη
δεν είχε όπως παλιά στα μέλη τα κυρτά
(Ομηρικός Υμνος στην Αφροδίτη)
Η θεική και η ζωική φωνή. Η Αφροδίτη και ο Τιθωνός. 

Πατρίτσια Κολαίτη: «ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΠΕΡΣΕΦΟΝΗΣ Ή ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ"
Απαγγελία στα όρια του πνιγμού. Η σωματική καταγωγικότητα της φωνής αναδυόμενη από τα βάθη του αμνιακού σάκκου, της γυάλας, του νερού, του πηγαδιού. Η Περσεφόνη κόρη-χρυσόψαρο, η ασφυξία και η θραύση, σε μια υβριδική πειραματική περφόρμανς που συγκεράζει σωματική δράση, επιτελεστική απαγγελία και sound poetry.

Δημήτρης Λεοντζάκος: «Το τείχος / Η αδύνατη εκφορά».
Είναι υπάρξεις ακουστικές. Η φύση τους είναι μια φύση τείχους. Λεπτές και επίπεδες σαν αρμοί και γλείφουν τις πέτρες, τους τοίχους. Σαν βρύα, συναισθηματικές και θλιμμένες, σαν αδύνατη ανάμνηση γης.
Ανάγνωση, ήχοι και εικόνα σε σκηνικό ημίφως. Λεπτής, αδιέξοδης αιώρησης και λεκτικής συντριβής.

Βιργινία Μαστρογιαννάκη: «reading in/ reading out»
Το κείμενο της Α’ Εθνοσυνέλευσης αποτέλεσε τον θεμέλιο λίθο επάνω στον οποίο βασίστηκε η νομοθεσία της χώρας, αναφορικά στα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις του πολίτη, αλλά και την οργάνωση και τους βασικούς λειτουργικούς κανόνες του κράτους και των θεσμών. Θα διαβαστεί απνευστί,  τόσο κατά την εκπνοή, όσο και κατά την εισπνοή.

Χαρά Πιπερίδου: Το «Amor-logie plus éloignée» αποτελεί μια σύμφυρση  αφηγήσεων του έρωτα - βασισμένη σε κείμενα του George Bataille ("Μαντάμ Εντουαρντά" / "Ο Ερωτισμός") και ποιήματα του Jalaluddin Rumi ( "Ο Αγαπημένος") - και συνθέτει ένα τοπίο ομολογίας και εξαΰλωσης του εαυτού. Η “Έρωτο-λογία" αυτή ενσαρκωμένη υπό τον μανδύα εικονοποιημένων υπαινικτικών λεκτικών στοιχείων, επιθυμεί να αποπνεύσει μία απόκοσμη αύρα.

Τρίτη, 30 Μαΐου 2017

ΚΤΕΛ Άμφισσας

1960

Στον ελαιώνα

Δεκαετία 40.
Στο διάλεγμα της ελιάς υπό το βλέμμα του επιστάτη

Παρελάσεις

Πρόσκοποι, δεκαετία 50.
Παρέλαση προσκόπων, 25 Μαρτίου 1948
25 Μαρτίου 1965

Η δολοφονία του Φώτη Τσίγκα


«Στις 30 Μαΐου 1946, η Άμφισσα και η περιφέρεια συγκλονίστηκε από το άγγελμα: "Σκότωσαν το Φώτη Τσίγκα". Στην Αράχωβα καμιά δεκαριά κτηνάνθρωποι, με ρόπαλα τον έβγαλαν έξω (από το λεωφορείο) και τον χτυπούσαν. Ήταν μια προετοιμασμένη επίθεση από φονιάδες παρακρατικούς. Ξεψύχησε πριν φτάσει στο Νοσοκομείο...

Η παιδεία του Φώτη Τσίγκα, η φιλοσοφία του, η φλογερή ψυχή του τον έκαναν έναν ανεπανάληπτο ρήτορα. Αδίσταχτα ισχυρίζομαι ότι, αν ζούσε, οι γνωστότεροι ρήτορες του ελληνικού κοινοβουλίου θα υστερούσαν πολύ από το Φώτη. Πάνω στον καμβά της διαλεκτικής, η πλούσια μόρφωσή του απέδιδε έργο που ενέπνεε, μάγευε, φλόγιζε. Όταν έβγαινε στο μπαλκόνι, η πλατεία κάτω παραληρούσε. Χωρίς λαϊκισμό. Χωρίς δημαγωγία. Αυτό ήταν το χάρισμά του. Μιλούσε πρώτα στο λογικό και παρεπόμενα στο συναίσθημα. Γι αυτό συγκλόνιζε, αλλά και έπειθε...

Ο Φώτης ήταν διάνοια. Το πολιτικό του κριτήριο, η σύνεσή του, η πολιτεία του, τον έκαναν αδιαμφισβήτητο αρχηγό της περιφέρειας. Κανένας από μας τους ντόπιους δεν είχαμε ούτε την παραμικρή αιχμή αμφισβήτησής του.

Μπορεί αυτές οι σελίδες για το Φώτη να φανούν δυσανάλογα πολλές, για τον όγκο αυτής της μικρής εργασίας. Ας είναι. Όταν γράφεις για το Φώτη Τσίγκα, ποτέ δεν είναι πολύ. Και πιστεύω ότι η Άμφισσα, η πόλη του, θα τιμήσει τη μνήμη του με το στήσιμο της προτομής του σε ένα καλό μέρος...
Ο Φώτης Τσίγκας, με συνείδηση δημοκρατική που δεν θόλωνε από τις παρορμήσεις της οξυμένης αντιπαλότητας, με ευγένεια και καλοσύνη προς τους συμπολίτες του, είχε αναδειχθεί σε ένα πρώτης γραμμής πολιτικό, κοινωνικό παράγοντα γενικής αποδοχής μέσα στις ταραγμένες εκείνες εποχές...

Γιατί σκότωσαν το Φώτη; Μυρμήγκι δεν είχε πατήσει. Ένα "κουσούρι" είχε ο Φώτης: ήταν πολιτικός με φρόνηση, με δύναμη, με ικανότητες που δεν μπορούσε κανείς να αναμετρηθεί μαζί του...»



Αποσπάσματα απ’ το βιβλίο του Γιώργου Γάτου, «Η εθνική αντίσταση στη Φωκίδα».

Οι επιτάφιοι

Του Ευάγγελου Παπούλια




Το έθιμο της περιφοράς των Επιταφίων των τριών Ενοριών της πόλης μας, πρέπει να έχει χρονικό βάθος περίπου 150 χρόνων.Η Πλατεία Κεχαγιά (Πάνω Πλατεία) υπήρξε, όσο θυμάμαι, το σημείο συνάντησης, όπου ψαλλόταν και ψάλλεται μια δέηση.Μετά, ακολουθεί, κατ' εθιμική απαίτηση του Φιλοχρίστου κοινού, η ύψωση των Επιταφίων, με τα λευκά, τότε, πάνινα λουλούδια, προκειμένου ο Δεσπότης να "ανακηρύξει" τον ωραιότερο, απαίτηση την οποία ουδείς Δέσποτας ικανοποίησε, αλλά, όλοι έφευγαν σίγουροι ότι ο δικός τους ήταν ο καλύτερος! Ειδικά με το ανέβασμα του Επιτάφιου του Αγίου Νικολάου, έχουν καταγραφεί πολλά ευτράπελα, κυρίως από τότε που ηλεκτροδοτήθηκαν με τις πολύ βαριές μπαταρίες από τα φορτηγά των μεταλλείων, το ανέβασμα των οποίων στο 117 σκαλιά της Εκκλησίας, αποτελούσε έναν πραγματικό Γολγοθά!

Επιτάφιος Αγίου Νικολάου.
Επιτάφιος Αγίου Αθανασίου.

Επιτάφιος της Ευαγγελίστριας



Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

Ο τελευταίος κουδουνοποίος



«Ηθελα απλώς να βγάλω ένα χαρτζιλίκι, αλλά αυτή η δουλειά αποδείχτηκε έργο ζωής. Το κουδούνι δεν είναι μόνο ένα εργαλείο. Είναι ένας ξεχωριστός κώδικας επικοινωνίας. Διακρίνω τους ήχους του όπως τις ανθρώπινες φωνές. Για μένα είναι η ζωή μου. Γι΄ αυτό και λυπάμαι πολύ που αυτή η τέχνη σβήνει για πάντα».

O Χρήστος Παπαδήμας από την Αμφισσα είναι ο τελευταίος έλληνας κουδουνάς. Στα 34 χρόνια του σήμερα, βλέπει την τέχνη στην οποία μυήθηκε πριν από είκοσι χρόνια να χάνεται οριστικά. Η χειροποίητη κουδουνοποιία έχει παράδοση αιώνων στα Σάλωνα. Τα παλιά χρόνια υπήρχαν στην πόλη πολλά κουδουνάδικα με δεκάδες τεχνίτες. 

«Εδώ και 13 χρόνια έχω μείνει ο μοναδικός κουδουνάς. Οι υπόλοιποι έχουν φύγει από τη ζωή ή έχουν πια βγει στη σύνταξη», λέει στα «ΝΕΑ» ο κ. Παπαδήμας. Ηταν μαθητής γυμνασίου ακόμα όταν συνάντησε «τη μελωδία της ευτυχίας», όπως λέει, στον ήχο των κουδουνιών. «Δίπλα στο σπίτι μας δούλευε ένας μάστορας. Μια μέρα μου είπε: “Ελα να με βοηθάς και να κερδίζεις κι ένα χαρτζιλίκι”. Ετσι ξεκίνησα να δουλεύω τα καλοκαίρια και τον χειμώνα που άρχισε το σχολείο συνέχισα παράλληλα με τα μαθήματα». Ανοίγει το εργαστήριό του κάθε πρωί στις 6 και δουλεύει μέχρι αργά το μεσημέρι. Μοναδικός του εξοπλισμός είναι ένα καμίνι, τρία αμόνια κι ένα ηλεκτρικό ψαλίδι. «Μ΄ αυτά φτιάχνουμε δύο ειδών κουδούνια: τα στρογγυλά που τα βάζουμε στα αρνιά και τα πλακέ που τα λέμε τσοκάνια και μπαίνουν στα κατσίκια. Βγαίνουν σε 13 μεγέθη, 5 επί 10 το μικρότερο και 40 επί 30 το μεγαλύτερο».


Τα μυστικά του ήχου

Για να φτιαχτεί ένα κουδούνι χρειάζονται 3-4 ώρες. Η κατασκευή του δεν είναι εύκολη υπόθεση. «Παίρνουμε ένα φύλλο λαμαρίνας, το κόβουμε στις διαστάσεις που θέλουμε και το βάζουμε στο καμίνι. Αφού γίνει κατακόκκινο το χτυπάμε, το ξαναβάζουμε στη φωτιά, μετά το αφήνουμε να κρυώσει κι ύστερα πάλι μέσα στο καμίνι. Μέχρι να πάρει το τελικό του σχήμα μπαίνει στη φωτιά 10-12 φορές. Στο τέλος το περνάμε με χαλκοπότισμα, ένα ειδικό γυαλιστικό».

Το μυστικό για να αποκτήσει το κουδούνι τον κατάλληλο ήχο είναι… οι σφαίρες. «Ρίχνουμε μέσα στο κουδούνι κάλυκες. Ετσι πιάνει πιο καλή φωνή. Θέλει, όμως, μεγάλη τέχνη. Οταν έρχεται ο βοσκός και μου λέει “θέλω 50 τσοκάνια να χτυπάνε με μία φωνή”, εγώ πρέπει να πετύχω τον ίδιο ήχο σε όλα». Πώς το καταφέρνει; «Χτυπάς, ξαναχτυπάς, το παλεύεις μέχρι να το πετύχεις. Δουλεύω είκοσι χρόνια κι ακόμη μαθαίνω».

Η ΤΙΜΗ του κάθε κουδουνιού αρχίζει από 5 ευρώ και μπορεί να φτάσει τα 50, ανάλογα με το μέγεθος και τον τρόπο κατασκευής.
«Εχω κάνει δουλειές των εκατό ευρώ, αλλά μου έχουν τύχει και παραγγελίες για πέντε και έξι χιλιάδες. Μια φορά κάποιος μου ζήτησε 200 κουδούνια», λέει ο κ. Παπαδήμας, ο οποίος φτιάχνει κάθε εβδομάδα περίπου 150 κομμάτια. «Οσο ζω θα φτιάχνω κουδούνια», λέει, χωρίς να κρύβει το παράπονό του. «Κάποτε το επάγγελμα είχε μεγάλη πέραση. Σήμερα δεν ενδιαφέρεται κανείς να το συνεχίσει».
Τα τελευταία χρόνια, τη θέση των παραδοσιακών κουδουνοποιών έχει πάρει η βιομηχανική παραγωγή. «Πολλοί προτιμούν τα εισαγόμενα κουδούνια που φτιάχνονται μαζικά στο εξωτερικό, κυρίως στην Τουρκία. Ομως ο μερακλής θα έρθει σε εμένα».

Ο πρόδρομος του… GΡS

Η τέχνη του κουδουνοποιού γνώρισε ιδιαίτερη άνθηση στην Αμφισσα και έγινε το σήμα κατατεθέν της πόλης από τον 19ο αιώνα. «Η μάνα των κουδουνιών είναι τα Σάλωνα με τα πολλά εργαστήρια. Οι Σαλωνίτες γιομίζουν όλη τη Ρούμελη με τα κουδούνια που βγάνουν απ τα χέρια τους», έγραφε το 1930 ο λαογράφος Δημήτριος Λουκόπουλος στα «Ποιμενικά της Ρούμελης». Τα παλιά χρόνια οι κουδονοποιοί ήταν γνωστοί ως κουδουνάρηδες ή λεράδες. «Η ανάπτυξη της κτηνοτροφίας στην παραδοσιακή αγροτική κοινωνία μέχρι και τον τελευταίο μεγάλο πόλεμο ανέδειξε την τέχνη τους, καθώς το κουδούνι ήταν απαραίτητο εξάρτημα του κοπαδιού», λέει η Καίτη Καμηλάκη, διευθύντρια του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών.
Το κουδούνι είναι ο… πρόδρομος του GΡS, αφού η κύρια χρησιμότητά του είναι ο εντοπισμός του κοπαδιού. «Τα ζώα που οδηγούσαν το κοπάδι φορούσαν μεγάλα κουδούνια και με τον ήχο τους ο βοσκός γνώριζε ανά πάσα στιγμή πού βρίσκονται. Κουδούνια φορούσαν κυρίως όταν ήταν στα βουνά. Οταν κατέβαιναν στα χειμαδιά, οι ποιμένες τα απέφευγαν για να μη δίνουν στόχο τα κοπάδια», εξηγεί η κ. Καμηλάκη.


Πηγή: Radioaetos

Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

Ο οπλαρχηγός Πανουργιάς της Άμφισσας



Η επανάσταση στη Στερεά Ελλάδα ξεκινά τον Μάρτιο του 1821 και στις αρχές Απριλίου οι επαναστατημένοι έχουν στα χέρια τους το κάστρο των Σαλώνων, στην πρώτη μεγάλη στρατιωτική επιτυχία του υπόδουλου έθνους.
Η ισχυρή τουρκική θέση που κατέλαβαν οι εξεγερμένοι Έλληνες ήταν έργο του κλέφτη που έγινε αρματολός για να ξαναγίνει κλέφτης Πανουργιά, του φοβερού οπλαρχηγού που στάθηκε δίπλα στον Αθανάσιο Διάκο στην Αλαμάνα και στον Οδυσσέα Ανδρούτσο στο Χάνι της Γραβιάς ως ίσος μεταξύ ίσων.
Η έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης βρήκε τον γερο-Πανουργιά πρώτο ανάμεσα στους πρώτους να μάχεται για τη λευτεριά του λαού του. Και πώς θα μπορούσε εξάλλου να ήταν διαφορετικά για το παλικάρι που πολεμούσε τους Τούρκους ήδη από τα 16 του χρόνια; Τον άνθρωπο που πήρε μέρος στα Ορλοφικά, μυήθηκε νωρίς νωρίς στη Φιλική Εταιρεία και πολέμησε σαν σκυλί στην Άμφισσα, τη Γραβιά και τα Βασιλικά;
Γενναίος, ακούραστος και αγνός πατριώτης, ο Δημήτριος Ξηρός που θα έμενε γνωστός ως Πανουργιάς από το κωμικοτραγικό λάθος του νονού του δεν ήταν απλώς άλλος ένας ξακουστός οπλαρχηγός που διακρίθηκε το 1821 και ηγήθηκε του αγώνα στις πρώτες και δύσκολες αυτές φάσεις της εγκαθίδρυσης της Ελληνικής Επανάστασης.
Ήταν ταυτοχρόνως ο πάντα ενωτικός ρόλος που διαδραμάτιζε στην έξαρση των παθών, προσπαθώντας να συμφιλιώσει τις αντιμαχόμενες πλευρές και να καταλαγιάσει τα μίση. Κι αυτό γιατί για τον Πανουργιά δεν υπήρχε άλλος αγώνας από το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα των Ελλήνων, ένας σκοπός που ήταν έτοιμος να δώσει και τη ζωή του ακόμα.
Ο παθιασμένος αυτός αγωνιστής αποσύρθηκε μάλιστα από τις μάχες μόνο λόγω προχωρημένου γήρατος, φροντίζοντας βεβαίως να αφήσει τον γιο του στο τιμόνι του σώματός του. Μετά το αίσιο τέλος της επανάστασης, ο άδολος Πανουργιάς αποσύρθηκε στην Άμφισσα χωρίς να διεκδικήσει από το νεοσύστατο κράτος τίποτα, παρά τα τόσα που είχε δώσει για την πατρίδα.
Γι’ αυτό και πέθανε ως ένας από τους πρώτους και πλέον αξιοσέβαστους ήρωες του 1821, καθώς τον αγαπούσαν και τον σέβονταν όλοι, ακόμα και αυτοί που θα βύθιζαν την εθνεγερσία στην εμφύλια σύρραξη και μάλιστα δύο φορές. Για τον κλεφταρματολό από τη Φωκίδα δεν υπήρχε όμως ούτε πολιτική ούτε διπλωματία, παρά ο ανόθευτος και πατριωτικός αγώνας για το έθνος. Κι έτσι συντάχθηκε αναγκαστικά με τους στρατιωτικούς στην περίοδο των εμφυλίων, καθώς ο πόλεμος μαινόταν και καιρός για πολιτικά χασομέρια δεν υπήρχε. Λειτουργώντας ωστόσο ως δίαυλος επικοινωνίας των παρατάξεων αλλά και ενωτική γέφυρα για το καλό της πατρίδας.
Ίσως γιατί όταν ξεπετάχτηκε η σπίθα της εθνεγερσίας ήταν πια μεγάλος ηλικιακά και είχε γνωρίσει εδώ και δεκαετίες τις φρικαλεότητες του πολέμου. Πολεμούσε ήδη από πιτσιρίκος, ενταγμένος στο ανταρτικό σώμα του Καπετάν Ανδρούτσου, και είχε καταλάβει πως η πολυπόθητη ανεξαρτησία θα έρθει μόνο με ίδια μέσα, καθώς στις ξένες δυνάμεις δεν μπορούσες να βασιστείς.
Κλέφτης τρομερός, ανάγκασε τον Αλή Πασά να τον κάνει αρματολό των Σαλώνων το 1813. Ο Πανουργιάς ωστόσο κατάλαβε γρήγορα πως αυτή η ζωή δεν ήταν γι’ αυτόν και επέστρεψε γοργά στην παλιά κλέφτικη ασχολία του. Αφού μάτωσε για το έθνος και μετατράπηκε σε ηγέτη του αγώνα της Στερεάς Ελλάδας, συνειδητοποίησε ότι είχε γεράσει πια και μάλιστα πολύ.
Αν και δεν είχε πει ακόμα την τελευταία του λέξη…

Τα πρώτα χρόνια

Ο Δημήτριος «Πανουργιάς» Ξηρός γεννιέται κάπου μεταξύ 1759-1767 (πιθανότερο το 1759) στη Δρέμισα της Άμφισσας (Σάλωνα) ως γιος του τσοπάνη Ξηροδημήτρη και προεστού του χωριού. Κατά την βάπτιση του Δημήτρη όμως ο νονός του, απλός και αγράμματος άνθρωπος, νόμισε ότι βαφτίζει κορίτσι κι έτσι του έδωσε το όνομα Πανουργιά (Πανωραία)! Ο θεοσεβούμενος πατέρας του θεωρούσε γρουσουζιά να αλλάξει το όνομα του γιου του, μετατρέποντάς το απλώς στο αρσενικό Πανουργιάς.
Πέρα από τη σπαρταριστή αυτή εκδοχή με τη σύγχυση του νονού, υπάρχει και μια δεύτερη εκδοχή που υποστηρίζει πως η βάφτιση έγινε κατά την ώρα επίθεσης των Τούρκων και μέσα στον πανικό ο παπάς παράκουσε το όνομα. Όλοι πάντως συμφωνούν πως ήταν ο πατέρας αυτός που διατήρησε το όνομα, το οποίο αγάπησε ο Πανουργιάς μεγαλώνοντας και το κράτησε τόσο ως όνομα όσο και ως επίθετο, υπογράφοντας συνήθως ως Πανουργιάς Δημ. Πανουργιάς.
Αυτό δεν θα ήταν βέβαια παρά ένα αμελητέο πρόβλημα για τον Πανουργιά, ο οποίος καταδικάζεται νωρίς νωρίς σε θάνατο! Ήταν σε ένα πανηγύρι που ερωτεύτηκε παράφορα μια κοπέλα, έπεσε όμως πάνω στον τούρκο αντίζηλό του, που ήταν μπέης. Ο Πανουργιάς τον σκοτώνει, πέφτει ωστόσο στα χέρια των Τούρκων και καταδικάζεται σε απαγχονισμό. Τον σώζει τελικά ένας σημαίνοντας Οθωμανός της περιοχής, ο Δελή Αχμέτ αγάς, ο οποίος τον παίρνει υπό την προστασία του. Ο Δελή Αχμέτ έγινε σύντομα κλέφτης και ο ίδιος και τώρα είχε τον νεαρό Έλληνα πρωτοπαλίκαρό του.
Όταν σκοτώθηκε μάλιστα ο τούρκος κλέφτης, ο Πανουργιάς τον διαδέχτηκε στην αρχηγία και συνεργαζόταν τώρα με τον αρχικλέφτη Ανδρέα Ανδρούτσο (Ανδρέα Βερούση), διαβόητο αρβανίτη πειρατή και πατέρα του κατοπινού ήρωα Οδυσσέα. Ο Καπετάν Ανδρούτσος ακολούθησε την εκστρατεία του έλληνα συνταγματάρχη του Ρωσικού Στρατού, Λάμπρου Κατσώνη, καθ’ όλη την περίοδο 1770-1792, η οποία χαρακτηρίστηκε από τον Ρωσο-Τουρκικό Πόλεμο και τα Ορλοφικά, την αποτυχημένη επανάσταση των Ελλήνων κατά του οθωμανικού ζυγού το 1770 που υποδαύλισαν οι Ρώσοι δηλαδή.
Εκεί ανδρώθηκε πολεμικά και διακρίθηκε για τη γενναιότητά του ο Πανουργιάς και η φήμη του είχε φτάσει μέχρι και την αυλή του Αλή Πασά. Ο οποίος μην ξέροντας τι άλλο να κάνει για να απαλλαγεί από τον κλέφτικο βραχνά του Πανουργιά τον χρίζει το 1813 αρματολό των Σαλώνων!
Ο κλέφτης δεν θα στέριωνε στην άλλη πλευρά του νόμου και ο Αλή Πασάς τον αντικαθιστά τάχιστα με έναν Σουλιώτη. Ο Πανουργιάς παίρνει και πάλι τα βουνά για να ζήσει ως κλέφτης, βλέπει όμως τον γιο του παλιού του συντρόφου, τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, να τον κυνηγά για να τον συλλάβει για λογαριασμό του Αλή Πασά! Ο Ανδρούτσος δεν βρίσκει ούτε τον Πανουργιά ούτε τον γιο του, βρίσκει όμως τη γυναίκα και τις κόρες του, τις οποίες παρουσιάζει αλυσοδεμένες μπροστά στον πασά των Ιωαννίνων.
Για να σώσει τη φαμίλια του, παραδίδεται τελικά στον Αλή Πασά και ζει πλέον στα Γιάννενα (1817-1820), ώστε να είναι σε στενή επιτήρηση. Η γυναίκα του πέθανε όμως από τις κακουχίες και ενταφιάστηκε στα Γιάννενα. Όταν ο Αλή Πασάς στρέψει την προσοχή του στον πόλεμο με τον σουλτάνο, του εμπιστεύεται ξανά το αρματολίκι των Σαλώνων (Άμφισσας), κρατώντας τον ωστόσο κοντά του, γιατί δεν τον εμπιστεύεται καθόλου.
Και καλά κάνει…

Η Επανάσταση του 1821

Με τα στρατεύματα του σουλτάνου να πολιορκούν τα Ιωάννινα, ο Πανουργιάς βρίσκει την ευκαιρία να δραπετεύσει μια σκοτεινή νύχτα κολυμπώντας τη λίμνη Παμβώτιδα. Επιστρέφει μετά κόπων και βασάνων στα λημέρια του στη Φωκίδα. Οι προύχοντες των Σαλώνων, που είχαν ήδη μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία, αποδέχονται τον διορισμό του ως αρματολό και τον εντάσσουν στις τάξεις των Φιλικών.
Στο σύντομο διάστημα που θα μεσολαβούσε μέχρι το ξέσπασμα της επανάστασης, ο Πανουργιάς οργάνωσε με επιμέλεια και φρόνηση τον αγώνα στη Στερεά Ελλάδα. Ήταν ήδη μεγάλος ηλικιακά, δεν λογάριαζε όμως από χρόνια.
Κι έτσι όταν άκουσε για την έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα στον Μοριά, ο Πανουργιάς μεταβαίνει τάχιστα στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία στην Παρνασσίδα και στις 24 Μαρτίου 1821 υψώνει το λάβαρο της επανάστασης με τον παθιασμένο για λευτεριά επίσκοπο Άμφισσας, Ησαΐα.
Οι πρόκριτοι και οι δημογέροντες διστάζουν όμως να συμφωνήσουν σε κάτι που μοιάζει αποκοτιά, κι έτσι ο πολυμήχανος Πανουργιάς καταστρώνει σχέδιο: σκαρφίζεται ένα σενάριο όπου οι ξένες δυνάμεις θέλουν να βοηθήσουν και βάζει έναν έμπιστό του να καταφτάσει στο μοναστήρι ασθμαίνοντας μεταφέροντας τα καλά νέα για τη ρωσική αρμάδα που είχε καταφτάσει στο Γαλαξίδι!
Με τις ευλογίες όλων, ξεκινά την ίδια μέρα την πολιορκία των Σαλώνων, του ισχυρού κάστρου των Οθωμανών. Τα Σάλωνα αποτελούσαν θέση-κλειδί όχι μόνο λόγω της προνομιούχας θέσης τους, αλλά και για το καλά οχυρωμένο κάστρο τους, το οποίο αν παρέμενε στα χέρια του εχθρού θα διακυβευόταν όλος ο αγώνας της Πελοποννήσου.
Ο Πανουργιάς ηγήθηκε της πολιορκίας των Σαλώνων, έστειλε τα πρωτοπαλίκαρά του να στρατολογήσουν κόσμο και πολεμοφόδια και είδε τους κατοίκους του Γαλαξιδίου να προστρέχουν στη μάχη με τα 40 καράβια τους. Το τέχνασμα του οπλαρχηγού με τον ρωσικό στόλο είχε αποδώσει καρπούς, καθώς επαναστάτες κατέφταναν από κάθε γωνιά της Φωκίδας και στις 26 Μαρτίου οι υπόδουλοι ραγιάδες πολιορκούσαν τα Σάλωνα.
Οι Τούρκοι αρνούνταν να παραδοθούν, ελπίζοντας σε ενισχύσεις από Εύβοια και Λαμία. Ο Πανουργιάς κάλεσε τους οπλαρχηγούς σε συμβούλιο, συνέχισαν την πολιορκία και, έχοντας εγγυηθεί την ασφάλεια των πολιορκημένων, είδε τους Τούρκους να παραδίδονται στις 10 Απριλίου, ανήμερα της Λαμπρής, στον ίδιο, που είχε στρογγυλοκαθίσει μπροστά στην πύλη του κάστρου. Ήταν το πρώτο ελεύθερο Πάσχα των Ελλήνων έπειτα από τέσσερις αιώνες σκλαβιάς! Τους Τούρκους δεν κατάφερε βέβαια να τους σώσει ο Πανουργιάς, καθώς περίμενε επίθεση από τη Λαμία και δεν ήθελε να έχει και πίσω του εχθρούς.
Η κήρυξη της επανάστασης στα Σάλωνα και το πάρσιμο του κάστρου τους διαδραμάτισαν αποφασιστικό ρόλο στη μετέπειτα εξέλιξη του αγώνα. Τα παλικάρια του Πανουργιά εξοπλίστηκαν με 600 όπλα και ανάλογα πολεμοφόδια, λάφυρα από τους εγκλείστους, και η σπίθα της επανάστασης μεταφέρθηκε αμέσως στα γύρω πασαλίκια και αρματολίκια.
Μετά την άλωση των Σαλώνων, ο Πανουργιάς πέρασε τη Γραβιά και απελευθέρωσε πολλά χωριά της περιοχής. Η μεγαλύτερη από τις πρώιμες αυτές επιτυχίες θα έρθει στις 26 Αυγούστου 1821, όταν ο Πανουργιάς, επικουρούμενος από τον Δυοβουνιώτη και τον Γκούρα, θριαμβεύει στα Βασιλικά συντρίβοντας δεκαπλάσιο οθωμανικό στρατό.
Αυτή η στρατηγικής σημασίας νίκη του έδωσε την ευκαιρία στους Πελοποννήσιους να συνεχίσουν τον αγώνα τους και την πολιορκία της Τριπολιτσάς. Ήταν όμως και το άλλο: τα Σάλωνα έμειναν ελεύθερα καθ’ όλη τη διάρκεια του πρώτου χρόνου της επανάστασης, λειτουργώντας ως ορόσημο του αγώνα αλλά και ως χαρμόσυνο μήνυμα ελπίδας για όλο τον υπόδουλο ελληνισμό.
Ο Πανουργιάς πήρε μέρος και στις τρεις μεγάλες μάχες της Ανατολικής Στερεάς: στην Αλαμάνα στις 23 Απριλίου, όπου οι Διάκος, Δυοβουνιώτης και Πανουργιάς ηττήθηκαν από μερικές χιλιάδες Τούρκους, στο Χάνι της Γραβιάς στις 8 Μαΐου, όπου αντιστάθηκε με επιτυχία στο πλευρό του Οδυσσέα Ανδρούτσου, και στον θρίαμβο όπως είπαμε των Βασιλικών στις 26-28 Αυγούστου, όπου οι οθωμανικές δυνάμεις εξολοθρεύτηκαν, δίνοντας τη δυνατότητα στους Έλληνες της νότιας Ελλάδας να καταλάβουν την Τρίπολη στις 23 Σεπτεμβρίου, εδραιώνοντας για τα καλά την επανάσταση.
Οι 600 του Πανουργιά έβλεπαν τον οπλαρχηγό τους να παίζει κορόνα-γράμματα τη ζωή του για να τους εμψυχώνει, καταστρώνοντας ταυτοχρόνως μια σειρά από τακτικές ανταρτοπόλεμου που επέφεραν συντριπτικά πλήγματα στον εχθρό. Πανουργιάς και Δυοβουνιώτης πρότειναν εξάλλου να οχυρωθούν οι Έλληνες στα Βασιλικά και είχαν εκ του αποτελέσματος δίκιο.
Στην εν λόγω μάχη μάλιστα ο γερο-Πανουργιάς πολέμησε πλάι-πλάι με τον γιο του, Νάκο, και μόνο όταν είδε τη γενναιότητα του παιδιού του πείστηκε πως είναι άξιος διάδοχός του. Σε κείνη τη μάχη αρρώστησε βαριά και αποσύρθηκε κάποια στιγμή από τις εχθροπραξίες για να αναρρώσει, δίνοντας την αρχηγία του σώματός του στον Νάκο…

Τελευταία χρόνια

Η Μάχη των Βασιλικών Φθιώτιδας δεν θα ήταν φυσικά η τελευταία μάχη για τον γηραλέο οπλαρχηγό, ο οποίος άφησε στο πόδι του τον Νάκο Πανουργιά να πολεμά στην Ανατολική Ελλάδα και αυτός έσπευσε στην Πελοπόννησο για να συμμετάσχει στις εργασίες της Α’ Εθνοσυνέλευσης της Επιδαύρου ως αντιπρόσωπος των Σαλώνων.
Με το κύρος που απολάμβανε και στις δύο πλευρές, μεταβαίνει το 1822 στην Ακροκόρινθο για να διαπραγματευτεί τους όρους της παράδοσης των κατοίκων από την πολιορκία του Πλαπούτα. Με τον Πανουργιά παρόντα, οι ταμπουρωμένοι Αλβανοί άφησαν τα όπλα μια ώρα αρχύτερα.
Καθοριστική υπήρξε επίσης η συμβολή του Πανουργιά και στην ήττα του Δράμαλη στον Μοριά. Οι οπλαρχηγοί της Στερεάς Ελλάδας, μετά την κάθοδο του Δράμαλη στην Πελοπόννησο, σφράγισαν κυριολεκτικά την οδό ανεφοδιασμού του και δεν άφησαν να περάσει ούτε άμαξα ή μουλάρι για τον στρατό που φιλοδοξούσε να καταπνίξει την Ελληνική Επανάσταση.
Πριν καταστραφεί τελικά στα Δερβενάκια ο Δράμαλης, ο Πανουργιάς είχε εκπονήσει το σχέδιο καύσης των σιτηρών κατά την εκστρατεία του Οθωμανού και δεν άφησε μήτε σπιθαμή γης που να μην παραδώσει στην πυρά. Στο συμβούλιο των αρχηγών εισηγήθηκε χαρακτηριστικά να κάψουν όλα τα χωριά και τις καλύβες στον δρόμο του πασά. Να αποσύρουν σε απρόσιτα μέρη όλα τα ζώα και να μην αφήσουν ούτε τους καρπούς στα δέντρα προκειμένου να μην μπορεί να ανεφοδιαστεί ο Δράμαλης.
Ο Δράμαλης βρήκε πράγματι όλα τα χωριά και τα χωράφια στάχτη από το χέρι του Πανουργιά. Ο οποίος απέκλεισε ερμητικά πίσω του τις Θερμοπύλες και όλα τα λοιπά στενώματα, ώστε να μην μπορεί να δεχτεί βοήθεια. Τα στρατεύματα του Τούρκου έφτασαν στα Δερβενάκια εξαντλημένα και πεινασμένα και ηττήθηκαν ολοσχερώς.
Τώρα όμως ήταν ώρα να αποσυρθεί από την ένοπλη δράση, καθώς είχε γεράσει πια πολύ, μόνο που δεν θα τον άφηναν οι συνθήκες! Η Υψηλή Πύλη είχε ήδη δώσει εντολή για επόμενο κύμα επίθεσης, πέφτοντας ξανά πάνω στον Πανουργιά. Ο οποίος είχε στρατοπεδεύσει στην Άμπλιανη, την οποία οχύρωσε αποτελεσματικά και με τη βοήθεια των Σουλιωτών καρτερούσαν τώρα τον εχθρό. Ο Αμπάζ Πασάς κατέφτασε στις 14 Ιουλίου 1824, για να γνωρίσει νέα βαριά ήττα πριν τραπεί σε φυγή. Η ένδοξη αυτή στιγμή του αγώνα έφερε την αποκλειστική σφραγίδα του Πανουργιά.
Άδολος αγωνιστής και ταγμένος στον σκοπό της λευτεριάς, κρατήθηκε μακριά από τον εμφύλιο σπαραγμό του 1825 και προσπάθησε -ανεπιτυχώς- να σώσει τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, διαφωνώντας ακόμα και με τον γιο του Νάκο, τον οποίο καθυβρίζει σε οργισμένο του μήνυμα.
Τώρα συμμετείχε απλώς στις πολιτικές ζυμώσεις της ελεύθερης Ελλάδας ως αντιπρόσωπος της Φωκίδας, τόσο επί Καποδίστρια όσο και επί Όθωνα. Το 1833 διορίστηκε μέλος μιας οκταμελούς επιτροπής που συστάθηκε στο Ναύπλιο για να εξετάσει τις υπηρεσίες που είχαν προσφέρει οι αγωνιστές κατά τη διάρκεια της Επανάστασης και επέστρεψε στην πατρίδα του μόλις τέλειωσαν οι εργασίες της επιτροπής.
Ο Νάκος Πανουργιάς διορίστηκε πεντακοσίαρχος στη χιλιαρχία του Δυοβουνιώτη και έγινε αργότερα υποστράτηγος και βουλευτής τελικά του νεοσύστατου κράτους. Όσο για τον γερο-Πανουργιά, πέθανε στις 4 Αυγούστου 1834 στην Άμφισσα ως ένας από τους πλέον σεβαστούς οπλαρχηγούς και μεγάλους ήρωες της εθνεγερσίας μας…

Τρίτη, 14 Μαρτίου 2017

Το φάντασμα της Χάρμαινας



Του Γιώργου Τατάκη



Στο παρελθόν έχω επισκεφτεί το Γαλαξίδι για τα αλευρομουτζουρώματα την Καθαρά Δευτέρα αλλά ποτέ την Άμφισσα για το ιδιόμορφο καρναβάλι του στοιχειού το τελευταίο Σάββατο των αποκριών. Το έθιμο αυτό συνδέεται με ένα πολύ παλιό, ρομαντικό τοπικό θρύλο. Σε αυτόν, ένας βυρσοδέψης αγαπούσε μία πολύ όμορφη κοπέλα και οι δυο τους ήταν πολύ ευτυχισμένοι. Όταν γύρισε μετά από ένα μακρύ ταξίδι του, με το οποίο κατάφερε να μαζέψει χρήματα και να αγοράσει βέρες, έμαθε ότι η κοπέλα είχε ένα τραγικό δυστύχημα. Την είχε χτυπήσει ένας κεραυνός και είχε σκοτωθεί. Απαρηγόρητος, έδωσε τέλος στην ζωή του. Επειδή δεν έγινε δεκτός λόγω της αυτοχειρίας, το πνεύμα του στοίχειωσε την πηγή της Χάρμαινας. Από τότε, κάθε φορά που ένας βυρσοδέψης της περιοχής ήταν στα τελευταία του το στοιχειό έβγαινε και ούρλιαζε την νύχτα. Ο θρύλος λέει ότι υπήρχαν και άλλα στοιχειά στην περιοχή που το κάθε ένα προστάτευε κάποια πηγή ή άλλη περιοχή. Κατά καιρούς αυτά τα στοιχειά πολεμούσαν μεταξύ τους και ακουγόντουσαν στην περιοχή ουρλιαχτά και σύρσιμο από αλυσίδες. Οι κάτοικοι από τον φόβο τους κλειδαμπαρώνονταν στα σπίτια τους. Μετά από πολλά χρόνια, το ουρλιαχτό σταμάτησε και οι ντόπιοι πιστεύουν ότι τελικά έγινε δεκτό στον παράδεισο και βρήκε την γαλήνη του. 
 

Πήγα στην πόλη όσο πιο νωρίς μπορούσα για να δω την περιοχή και να καταλάβω το πρόγραμμα του δρώμενου. Η Άμφισσα είναι πολύ όμορφη πόλη με πολλά αναπαλαιωμένα κτίρια. Μέσα σε αυτά μπορείς να βρεις παραδοσιακά καφενεία και ταβέρνες με υπέροχους μεζέδες. Έμαθα ότι η παρέλαση θα ξεκινούσε από το τοπικό εικαστικό εργαστήρι οπού πολλοί από τους συμμετέχοντες οι οποίοι δεν ετοιμαζόντουσαν στα σπίτια τους θα ντύνονταν εκεί. Πήγα εκεί κατά τις πέντε το απόγευμα και πράγματι αρκετοί ήταν ήδη εκεί όπου έβαζαν στολές και έβαφαν τα πρόσωπά τους. Σύντομα, πολλοί από τους μικρούς είχαν ετοιμαστεί και έβγαιναν στους δρόμους για να παίξουν και να διασκεδάσουν. 


Η μουσική στους δρόμους είχε ήδη ξεκινήσει. Πολλοί από αυτούς είχαν τσίγκινους τενεκέδες και τους χτυπούσαν με κλαδιά για να κάνουν θόρυβο. Ο δυνατός θόρυβος είναι μία μέθοδος που συναντάται συχνά σε δρώμενα τα οποία έχουν σκοπό να διώξουν στοιχειά και άλλα κακά πνεύματα. Εντωμεταξύ, τα τρία στοιχειά ετοιμαζόντουσαν μέσα στο εικαστικό εργαστήρι. Αυτοί που θα τα κουβαλούσαν φορούσαν προβιές και δέρματα από κατσίκες ως στολές. Καθώς έπεφτε η νύχτα και η μουσική έπαιζε στους δρόμους, όλα άρχιζαν να δένουν μεταξύ τους. Η νύχτα τα έκανε όλα να μοιάζουν πιο τρομακτικά, ακόμη και τις μικρές νεράιδες. Κόσμος άρχισε να συρρέει στο εικαστικό εργαστήρι για να αρχίσει η παρέλαση.  
 

Η παρέλαση θα ξεκινήσει από την εκκλησία του Αγίου Νικολάου στο κέντρο της πόλης και θα κατέβει μια μεγάλη πέτρινη σκάλα με κατεύθυνση προς την πλατεία Κεχαγιά. Κατά μήκος των σκαλοπατιών μικρές νεράιδες έχουν πάρει την θέση τους κρατώντας αναμμένες δάδες. Η παρέλαση συνοδεύει τα τρία μεγάλα στοιχειά που κατευθύνονται στην πλατεία. Υπάρχει μία μεγάλη ξύλινη σκηνή που έχει στηθεί στην πλατεία και υπάρχουν πολλοί προβολείς και τρομακτικοί ήχοι από ουρλιαχτά και σύρσιμο αλυσίδων. Τα στοιχειά φτάνουν στην σκηνή και πολεμούν μεταξύ τους. Το στοιχειό της Χάρμαινας είναι όπως πάντα ο νικητής. Αφού τα στοιχειά εγκαταλείψουν την σκηνή, ένας τεράστιος αριθμός ντυμένων παρελαύνει από αυτή. Γύρω από την σκηνή υπάρχει μεγάλο κοινό που παρακολουθεί την παράσταση. Όταν όλοι οι συμμετέχοντες περάσουν από την σκηνή, το πάρτι συνεχίζεται στα τοπικά μπαρ και ταβέρνες. 


Οι φωτογραφίες είναι του Γιώργου Τατάκη

Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2017

Τα ταμπάκικα της Χάρμαινας: μια αρχιτεκτονική δίχως αρχιτέκτονες



Της Μάγδας Σγουρίδη



Π ερνώντας το μυστηριακό τοπίο των Δελφών, δεν μπορεί παρά να τραβήξει το βλέμμα σου ο περιτριγυρισμένος από τα φωκικά βουνά ελαιώνας. Στην άκρη του και ένα μόλις βήμα πιο ψηλά, θα συναντήσει κανείς την Άμφισσα, η οποία άλλοτε θαρρείς πως γαντζώνεται στις νότιες απολήξεις της Γκιώνας και άλλοτε πως στέκει ως φάρος να εποπτεύει τα περάσματα της περιοχής. Ωστόσο, ακόμα κι αν αυτή η διαδρομή είναι στην πραγματικότητα μια ανάβαση στην καρδιά της ηπειρωτικής Ελλάδας, αυτό το πέρασμα από τον δελφικό ελαιώνα δεν είναι παρά σαν εκείνη την τελευταία μεγάλη αναπνοή πριν βυθιστείς στον βυθό της θάλασσας και μαζί στον χωροχρόνο. Σε αυτά τα μέρη είναι που βρίσκεις ξανά την (αληθινή) αρχιτεκτονική των περασμένων χρόνων και την ίδια στιγμή έρχεσαι αντιμέτωπος με το ερώτημα που δύσκολα μπορείς να απαντήσεις: άραγε είσαι εσύ ο ίδιος όταν σχεδιάζεις τις πρώτες εκείνες γραμμές στο λευκό χαρτί ή σε οδηγεί, με ένα υποδόριο νήμα, το πνεύμα του τόπου; Επιστρέφοντας σ' εκείνη τη (λαϊκή) αρχιτεκτονική –την αρχιτεκτονική δίχως αρχιτέκτονες–, δεν μπορείς παρά να δεις πως τίποτα δεν είναι τυχαία βαλμένο στη θέση όπου βρίσκεται. Τίποτα δεν περισσεύει και τίποτα δεν λείπει. Το κτίσμα είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τον τόπο, το κλίμα, τις ανάγκες της λειτουργίας και τη ζωή που εμπεριέχει. Όλα έχουν λόγο. Τα υλικά είναι εκείνα που μπορεί να δώσει ο τόπος και το χτίσιμο είναι εκείνο που μπορεί να κάνει ο εργάτης με τη μεγαλύτερη δυνατή οικονομία δυνάμεων. Εδώ, σε κάθε λεπτομέρεια, μπορείς να αναγνώσεις τον ανθρώπινο κάματο.
Η Χάρμαινα είναι ένας οικισμός εργαστηρίων βυρσοδεψίας στην άκρη της Άμφισσας. Βρίσκεται λίγο πριν από την απόληξη της πόλης, στο ιστορικό κάστρο των Σαλώνων, εκεί απ' όπου ξεκινούν τα περιπατητικά μονοπάτια που εισχωρούν και αναρριχώνται στους ορεινούς όγκους. Το κέντρο του οικισμού είναι ένα πέτρινο κτίριο – στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ένα ανοιχτό υπόστεγο προς τον Νότο. Ονομάζεται «Τουλασίδι» και διόλου περιέργως βρίσκεται επίσης στην άκρη του οικισμού. Πρόκειται για την πηγή που τροφοδοτεί (όπως η καρδιά στο ανθρώπινο σώμα) με την άφθονη ροή της τα εργαστήρια. Την ίδια στιγμή, είναι αυτή η ροή της οποίας το ίχνος αποτελεί τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσεται και ο οικισμός στο σύνολό του.
Η μορφή είναι αποτέλεσμα της λειτουργίας του κτίσματος Το ισόγειο είναι ένα πλήρες, κλειστό σχήμα, με ελάχιστα, αλλά σωστά τοποθετημένα ανοίγματα. Εκεί συμβαίνουν οι πρώτες και πιο δύσκολες φάσεις της επεξεργασίας των τομαριών, η προπαρασκευή της βύρσας και η δέψη. Μπορεί να πει κανείς πως η ίδια η κάτοψη είναι η σχηματοποίηση της αλληλουχίας των φάσεων της επεξεργασίας. Εκεί, μέσα στη γη, βρίσκονται οι λάκκοι με τον ασβέστη, εκεί είναι και οι χτιστές σκάφες για τις εναλλασσόμενες πλύσεις. Οι τοίχοι είναι καμωμένοι από χώμα. Χώμα το οποίο από χέρια ανθρώπινα παίρνει την καθαρή εκείνη γεωμετρική μορφή, ώστε κάθε πλίνθος να μπορεί να σταθεί δίπλα στον άλλο, κάτω και πάνω από τον προηγούμενο και τον επόμενο αντιστοίχως, έτσι ώστε να μπορέσει να υψωθεί σε μια ορισμένη τάξη. Τις χωμάτινες αυτές μάζες δένουν τα εμβόλιμα ξύλινα δοκάρια, οι «ξυλοδεσιές», που συναντιούνται πάντα μεταξύ τους στις γωνίες και συγκρατούν έτσι το κλειστό σχήμα των κυβιστικών αυτών κατασκευών. Κοιτώντας αυτούς τους χωμάτινους τοίχους, σκέφτεται κανείς πως είναι σαν η ίδια η γη για λίγο, και κυρίως για τελευταία φορά, να (ανα)σηκώνεται, σε ένδειξη τιμής, για τόσο όσο το δέρμα του ζώου είναι ακόμα ζωντανό και σήπεται, μέχρις ότου να μπει στην αιώνια παύση του χρόνου.
Σε αντίθεση με τον κλειστό ισόγειο χώρο, ο επάνω όροφος των εργαστηρίων μπορεί να συνεχίζει καθ' ύψος, δημιουργώντας μια πλάτη στον βοριά, αλλά διαλύεται εντελώς προς τη μεσημβρία. Τους τοίχους του ισογείου συνεχίζουν μόνο τα απαραίτητα υποστυλώματα που σηκώνονται και βαστούν τη στέγη. Ανάμεσα σε αυτά τα υποστυλώματα το κενό πληρώνεται με ένα πλέγμα ξύλινων κορμών. Είναι τόσο πυκνό, για την ασφάλεια του εμπορεύματος αλλά και για το φιλτράρισμα του μεσημβρινού ήλιου, και τόσο αραιό, για να μπορεί να απελευθερώσει τη ροή του ζεστού αέρα που με φυσικό τρόπο θα ανέβει ψηλά και θα στεγνώσει τα έτοιμα, κρεμασμένα δέρματα.
 Είναι όμως εκείνη η μικρή λεπτομέρεια που συγκινεί κάθε κτίστη και κάνει το μικροκλίμα κάπως πιο ανεκτό για τον χρήστη. Η στέγη, όπως παρατηρείται στα περισσότερα κτίσματα, σηκώνεται κατά τι από τους τοίχους, αφήνοντας ένα ελάχιστο, αλλά ικανό κενό. Είναι εκείνο το κενό που θα αφήσει το ρεύμα του αέρα να λειτουργήσει στο υψηλότερο σημείο με τη δροσιά του βορρά. Είναι εκείνο το κενό που θα κάνει τη στέγη να ίπταται πανάλαφρη, ώστε το κτίσμα να τελειώσει σε μια λεπτή ισορροπία, εκεί όπου σμίγει με τον ουρανό, παρά να πέσει πάνω του σαν τελειωτικό βάρος. Τα κτίρια αυτά είναι μια εξαιρετική μηχανή που δουλεύει σε απόλυτη αρμονία με τις δυνάμεις της φύσης. Το νερό κυλάει πάνω στη γη τόσο για τις ανάγκες της χρήσης όσο και για τον εσωτερικό δροσισμό. Η φυσική μόνωση των πλίνθινων τοίχων θωρακίζει το μικροκλίμα, ενώ ο φυσικός αερισμός κατευθύνεται με μαεστρία, δημιουργώντας τα κατάλληλα ρεύματα σε όλο το κτίσμα. Ο προσανατολισμός, η θέση και η στροφή του κτιρίου χρησιμοποιούν τον μεσογειακό ήλιο με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Δεν είναι υπερβολή να πει κανείς πως εδώ μπορεί να αντιληφθεί την πραγματικότητα και την ουσία της βιοκλιματικής αρχιτεκτονικής με τον απλούστερο και συνάμα τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Κι αν γίνεται πολλή συζήτηση για τα αποτελέσματα της κλιματικής αλλαγής και για τις νέες ειδικότητες μηχανικής που μπορούν να τη διαχειριστούν, ίσως τελικά αρκεί ένα βήμα πίσω, μια προσεκτική παρατήρηση σε αυτές τις (λαϊκές) δίχως αρχιτέκτονες κατασκευές.
Εδώ όπου η δομή αλλά και η κάθε μικρή λεπτομέρεια είναι αποτέλεσμα του πως ο ανθρώπος χτίζει –και άρα ζει– μέσα στον ρυθμό της φύσης. Υπόμνημα: Αναρωτιέται κανείς αν είναι τυχαίος ο εορτασμός του Στοιχειού της Χάρμαινας την τελευταία εβδομάδα της Αποκριάς στην Άμφισσα. Ο μύθος θέλει τον άντρα του ζευγαριού, τον Κωνσταντή, που προφανώς δεν έμελλε να ζήσει ευτυχισμένος, καθώς η Λενιώ σκοτώθηκε από κεραυνό κάτω από τα πελώρια πλατάνια της πηγής, να στοιχειώνει τη Χάρμαινα. Να περιπλανιέται στα σοκάκια της αλλά και να προστατεύει τους βυρσοδέψες. Ίσως πρόκειται για παγανιστικά κατάλοιπα, ίσως απλώς για έναν ακόμα τρόπο ο άνθρωπος να μπορέσει να (δια)χειριστεί τα στοιχεία της φύσης.

Πηγή: www.lifo.gr