Παρασκευή, 9 Ιουλίου 2010

Στη ζέστα του μεσημεριού

Ο Ελαιώνας κοντά στα Σάλωνα. Σκίτσο του E. Lear, 1849

«Δεκάδες οικογένειες έχουν ελιές μέσα σ’ αυτή τη κοιλάδα και τις γνωρίζουν δίχως να τις περιφράζουν ή να τις σημαδεύουν, εδώ δεν υπάρχουν παρά δέντρα και μονοπάτια. Όλο το πρωινό περπατήσαμε κάτω από αυτόν τον φωτεινό θόλο, σταματώντας εδώ και εκεί για να φλυαρήσουμε. Παντού, ως το άπειρο, ελιές συμπαγείς, πελώριες, ξεγοφιασμένες ή σκαμμένες από βαθιές κουφάλες, εξογκωμένες, στρεβλωμένες, ραγισμένες, ξεκοιλιασμένες, που θυμίζουν με συναρπαστικό τρόπο σαρκαστικά πρόσωπα πετρωμένα από στοιχειά του δάσους που χουν παγιδευτεί μέσα σ’ αυτά τα δέντρα, σαν ήρωες μεταμορφωμένοι σε φυτά που κοκάλωσαν πριν ολοκληρωθεί η μεταμόρφωση τους. Πιάνω, χαϊδεύω, παίρνω με το χέρι αυτούς τους κορμούς που σου δίνουν τη διάθεση να τους πιάσεις, ν’ αρπάξεις αυτό το ρυτιδωμένο και σκασμένο από το χρόνο δέρμα, αυτόν τον φλοιό που είναι σαν το πετσί των μεγάλων ερπετών. Καταλαβαίνεις, κοιτάζοντας τους, την αγάπη και τη σπουδαιότητα που χαν πάντα για τους Έλληνες αυτά τα δέντρα. Σ’ ένα χορικό του Οιδίπους επί Κολωνώ, ο Σοφοκλής έχει συνθέσει έναν ύμνο προς την ελιά, τραγούδι ενός ανθρώπου που θα έπρεπε να είχε κι αυτός περάσει το χέρι του πάνω απ’ αυτούς τους τραχιούς κορμούς, τους πιο γέρικους στα μάτια του από την ίδια την ιστορία της Ελλάδας: «Ευλογημένο δέντρο, λέει, αγνοημένο απ’ την Ασία, αθάνατο και αήττητο δέντρο, τροφή της ζωής μας. Ελιά με το σμαραγδί χρώμα που προστατεύει η Αθηνά, η θεά με τα σμαραγδά μάτια».
Θυμάμαι μια φράση της Αντιγόνης, στο Ημερολόγιο της Ισμήνης, όπου χαϊδεύοντας τον κορμό μιας πολύ γέρικης ελιάς, στα προάστια των Θηβών έλεγε: Ποιος νόμος θα μπορούσε να υποχρεώσει μια ελιά να χάσει τις ρυτίδες της; Τις ρυτίδες της: την αιώνια της νεότητα. Αποκοιμιέμαι μέσα στη ζέστα του μεσημεριού, μέσα στον θόρυβο των εντόμων, φυλακισμένος της ζάλης των δέντρων».

Απόσπασμα από το βιβλίο του Ζακ Λακαριέρ, «Το Ελληνικό Καλοκαίρι», εκδόσεις Χατζηνικολή.

Δεν υπάρχουν σχόλια: