Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2019

Επίσκοπος Σαλώνων Ησαΐας Παπαστάθης


Γεννημένος δούλος

Ο Ησαΐας (Ηλίας κατά κόσμο) Παπαστάθης, γεννήθηκε στην Δεσφίνα, ένα περήφανο κεφαλοχώρι της Παρνασσίδας, τον καιρό της σκληρής, δεύτερης Οθωμανικής κατοχής, της Φωκίδας (1698-1821). Παιδί παπά, μαθητής του δασκάλου Γεράσιμου Λύτσικα, μοναχός στο βασιλομονάστηρο του Οσίου Λουκά, ιερέας και μετά σπουδαστής στα Ιωάννινα και για ανώτερες ιερατικές σπουδές, στην Πόλη. Το 1805 Τοποθετήθηκε διοικητής επαρχίας Σαλώνων, από τον ίδιο τον Αλή Πασά. Χειροτονήθηκε Επίσκοπος Ησαΐας, στα 40 του χρόνια, στον Άγιο Παντελεήμονα, την Μητρόπολη των Αθηνών (Πλατεία Δημοπρατηρίου) και ενθρονίσθηκε στην ιστορική, από τον 5ο αιώνα, Επισκοπή Σόλωνος (Σαλώνων) πιθανόν, στην Μητρόπολη του Χρισσού. Γνώστης και λάτρης της ελληνικής ιστορίας ανακαλούσε από το άγνωστο παρελθόν, την εθνική μας συνείδηση και αναζητούσε τρόπο να διαφωτίσει τα ερεβώδη σκότη των γραικών της εποχής του, στα Σάλωνα.

Ακάματος γεωργός

Ο Ησαΐας όμως, παρέμεινε κατά βάθος ένας ρασοφόρος καλόγερος πιστός στο νόμο της ακτημοσύνης. Δεν απόκτησε ποτέ, δική του αρχιερατική μίτρα. Δεν έραψε καν δικά του αρχιερατικά άμφια, αλλά πήρε και χρησιμοποίησε του προκατόχου του, Επισκόπου Ιωακείμ (περίοδος αρχιερατικής διακονίας: 1810-1818). Ταπεινός, λιτός και δωρικός, απέφυγε τα υλικά αγαθά και απείχε από κοσμικές ματαιότητες. Σύμφωνα με την παράδοση, το Αρχονταρίκι της Επισκοπής του Ησαΐα, ήταν ανοιχτό σε κάθε αδικημένο και φτωχό ραγιά. Ο ίδιος, ακούραστος έτρεχε από χωριό σε χωριό και από καλύβι σε καλύβι, για να βοηθήσει με τον Λόγο Του Θεού, αλλά και με έργα. Μοίραζε όλα τα εισοδήματά του στους φτωχούς και επειδή ούτε αυτά έφταναν, για ελεημοσύνες δανειζόταν χρήματα, από προύχοντες Σαλωνίτες. Τακτική που θα εφαρμόσει και αργότερα, προετοιμάζοντας την Επανάσταση στην Ρούμελη.

Ρομαντικός εθνικιστής

Ο Ησαΐας, ήταν πνευματικός άνθρωπος και μελετητής της αρχαιοελληνικής και εκκλησιαστικής γραμματείας, συγγραφέας και ο ίδιος ενός Χρονικού της Ρούμελης, σωζόμενου κατά τον Μ. Τζανή.
Επίσης ήταν εμπνευστής και συγγραφέας εκκλησιαστικών λόγων, χαμένων κατά τον Ι. Λάππα.
Και γνωστός-την εποχή του, εκκλησιαστικός χρονογράφος, με αντικείμενο την δίωξη των Βυζαντινών στη Νίκαια και των Βυζαντινών από τους Φράγκους, αλλά και την τύχη του Πατριαρχείου και την ανάπτυξη της Σιμωνίας, κατά τον Μ. Τζανή.
Κατά την Αρχιερατεία του, επέστρεψε η Επισκοπή Σόλωνος (Σαλώνων) πλέον μόνιμα, στην ιστορική της καθέδρα τα Σάλωνα (Άμφισσα), από όπου είχε εκτοπισθεί, από τους Λατίνους τον 13ο αιώνα. Στο Χρισσό βρισκόταν τουλάχιστον από το 1761.
Ανακαινίσθηκε ο ομώνυμος Ναός στην βυζαντινή Μονή του Οσίου Λουκά στο Στείρι Βοιωτίας (επικράτεια-τότε της Επισκοπής Σαλώνων).
Και υπήχθη ως Μετόχι, το Μοναστήρι Της Παναγίας Σεγδίτσας στην Μονή Παμμεγίστων Ταξιαρχών Αιγιαλείας.


Δεσπότης των ραγιάδων

Ο Ησαΐας, ήταν ένας άξιος Δεσπότης, που καταπιάστηκε με σημαντικά κοινωνικά θέματα της κοινότητας των υπόδουλων Ελλήνων, όπως αυτό των μικτών γάμων (Απαγόρευση των συνοικεσίων Ορθοδόξων Χριστιανών με Φράγκους και Ιουδαίους. Και απαγόρευση στους Ιμάμηδες, να ενθαρρύνουν συνοικέσια Χριστιανών με αλλόθρησκους).
Ήταν επίσης ικανός ηγέτης της ελληνικής κοινότητας. Χειρίστηκε επιτυχώς μεγάλες πολιτικές κρίσεις, όπως αυτή της επικήρυξης από τον Αλή Πασά, ενός ιερέα του, παπά Ανδρέα Μόρη, από την Κουκουβίστα. Ζήτημα που θα μπορούσε να φέρει σε σύρραξη Έλληνες και Οθωμανούς, νωρίτερα από το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης με κίνδυνο την αποκάλυψή της και τελικά την αποτυχία της.
Ο Ησαΐας, με τις κρυφές, σοφές οδηγίες του Οικουμενικού Πατριάρχου Γρηγορίου Ε΄, προστάτευσε τον αρματολό-παπά και συνάμα «αποκοίμισε» τους Τούρκους.


Ο Δεσπότης που φόρεσε τ΄ άρματα

«Φιλικός συνωμότης»

Ο Ησαΐας μυήθηκε «Φιλικός» έως το βαθμό του «ποιμένα» και ανέλαβε πρόθυμα και επάξια την προετοιμασία της Επαρχίας των Σαλώνων για τον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας.
Ταξίδεψε ακούραστα σε θάλασσα και στεριά, παίρνοντας και δίνοντας οδηγίες για την μεγάλη μέρα της Παλιγγενεσίας.
Διατήρησε με κάθε προφύλαξη επαφή, με τους αδελφούς του σε μέρη της Πελοποννήσου: Eπίσκοπο Ναυπλίου Γρηγόριο. Τον Εθνομάρτυρα, Μητροπολίτη Άργους και Ναυπλίου, μετέπειτα αγιοποιηθέντα, Άγιο Γρηγόριο Καλαμαρά. Τον από Ακόβων, Μητροπολίτη Τριπολιτσάς (Μητροπολίτη Τριπόλεως). Και των Παλαιών Πατρών (Μητροπολίτη Πατρών).
Εφοδίασε με απόλυτη μυστικότητα τον Ιερό Αγώνα, των Ελλήνων, μεταφέροντας στο παρακείμενο λιμάνι των Σάλωνων, με Γαλαξιδιώτικα αλλά και Υδραίικα καράβια, αγορασμένα από την Ευρώπη, πυρομαχικά και όπλα. (Όπως προκύπτει από τα Αρχεία του 1820 - 1821, της νήσου Ύδρας). Έτσι σιγά – σιγά η πόλη, παραμονές της Επανάστασης έγινε μια απέραντη αποθήκη από: «καριοφίλια» ή «ντουφέκια», κυρίως από την Ιταλία, «καρτούτσια» ή «φυσέκια» (φυσίγγια), πιστόλες (κοντόκανα όπλα) και ίσως, «γιαταγάνια» (ελαφρά κυρτά σπαθιά) και «πάλαις» (πολύ κυρτά σπαθιά). Καθώς επίσης, «παλάσκες» (θήκες για πυρομαχικά και «βόλια» (σφαίρες).

Ελληνόψυχος

Για την αγορά του οπλικού εξοπλισμού και των πυρομαχικών, ο Επίσκοπος Σάλωνων Ησαΐας διέθεσε όλα τα δικά του χρήματα, τα όποια χρήματα της φτωχής του Επισκοπής, ενώ δανείστηκε χρήματα και εισοδήματα από προύχοντες Σαλωνίτες, υποσχόμενος εγγράφως να τα επιστρέψει, με την επιτυχή έκβαση του Αγώνα. Δυστυχώς όμως, ο μαρτυρικός του θάνατος, με το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης, και η φυσική του απουσία ως οφειλέτη μεγάλου χρηματικού ποσού, εξόργισε τους «φιλόπατρις» δανειστές. Έτσι και προκειμένου να αποζημιωθούν για τα οφειλόμενα, στράφηκαν εναντίον του Ελληνικού Βασιλείου, με κάθε τρόπο, επικαλούμενοι: ιδιόχειρα αποδεικτικά του δεσπότη, μαρτυρίες ζώντων αγωνιστών και διάφορα άλλα τεκμήρια. Αρχικά δήμευσαν την ελάχιστη εναπομείνασα περιουσία του Επισκόπου Σάλωνων Ησαΐα, αξίας 5.000 γροσίων. Επειδή όμως αυτή, επουδενί δεν κάλυπτε τις οφειλές, οι δανειστές εξαντλώντας την φαντασία τους για να ικανοποιήσουν την φιλαργυρία τους, έγειραν ανέγειραν αξιώσεις για την τοποτηρησία της χηρεύουσας Επισκοπής Σάλωνων και τα εισοδήματά της. Ενώ δεν δίστασαν να διεκδικήσουν δικαστικά, ακόμη και τα Ιερά άμφια του Επισκόπου, τα οποία δεν ανήκαν στον ίδιο αλλά στους κληρονόμους του προκατόχου του Επισκόπου.

Αρχιερέας των ατάκτων

Ο Ησαΐας ως σεβάσμιος κληρικός, όρκισε τον γερο Πανουργιά (Δημήτριο Πανουργιά), Αρματολό των Σαλώνων, στο Ευαγγέλιο, στις 24 Μαρτίου 1821στο Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία, έξω από τα Σάλωνα και εκίνησε με θάρρος, τον Πόλεμο για την Ανεξαρτησία των Ελλήνων της επαρχίας του.
Ο Ησαΐας ως λαμπρός αρχιερέας, στις 26 Μαρτίου 1821 ευλόγησε τον επιστήθιο φίλο του Αθανάση Διάκο, Αρματολό της Λειβαδιάς, και τα παλικάρια του, στο Μοναστήρι του Οσίου Λουκά και κήρυξε με τόλμη, την Ελληνική Επανάσταση στη Ρούμελη, με κάθε επισημότητα. Ο λατρευτός δεσπότης των ραγιάδων του Σάλωνα, το φτωχό παπαδοπαίδι από την Δεσφίνα, που αξιώθηκε να ανέβει και στις τρεις βαθμίδες της ιεροσύνης, αυτή την ημέρα υπερέβη το ρόλο του. Σθεναρά αποφάσισε να πολεμήσει για την πίστη του. Να αγωνιστεί για την λευτεριά. Με απόλυτα ελληνοχριστιανική συνείδηση πήρε τα πολύτιμα όπλα στα χέρια του φορώντας μόνο τα πένθιμα ράσα, το μικρό του ευαγγέλιο, το αρχιερατικό του εγκόλπιο και πιθανόν τον αρχιερατικό του σταυρό. Αποδύθηκε την αρχιερατική του στολή και σας απλός στρατιώτης τάχθηκε υπό των διαταγών των πολέμαρχων της Ρούμελης.

Ο Δεσπότης που φόρεσε τ΄ άρματα

Ο Ησαΐας, στα τέλη του Μάρτη βρέθηκε στα επαναστατημένα και μερικώς ελεύθερα Σάλωνα (οι Οθωμανοί βρίσκονταν υπό πολιορκία μέσα στο Κάστρο της πόλης της Άμφισσας), όπου και ορίστηκε πρόεδρος της νεοσύστατης ελληνικής διοίκησης. Αργότερα επήλθε συνθηκολόγηση και εξόντωση των Τούρκων. Τα Σάλωνα γιόρτασαν ελεύθερο το Πάσχα, αλλά ο δεσπότης τους δεν ήταν εκεί. Για την ακρίβεια, δεν θα επέστρεφε ποτέ. Το ένστικτό του και το στρατιωτικό του καθήκον τον ήθελαν πια στα στρατόπεδα των μαχητών, που ετοιμάζονταν από μέρα σε μέρα να αντιμετωπίσουν ανοικτά τον Οθωμανικό στρατό.
Την 1 Απριλίου μετείχε, στον Ναό της Αγίας Παρασκευής, Λειβαδιάς (Κοιμητηρίου) στο εορταστικό συλλείτουργο, μαζί με τον Μητροπολίτη του, Αθηνών (και Λεβαδείας) Διονύσιο και τον Επίσκοπο Ταλαντίου Νεόφυτο. (Επίσκοπο Αταλάντης).
Η δοξολογία έγινε για την απελευθέρωση της πόλης από τον Τουρκικό ζυγό, ενώ ακολούθησε η ορκωμοσία του Αρχηγού και όλου του σώματος, των επαναστατών. Του θρυλικού Αθανάση Διάκου, ενώπιον του Τιμίου Σταυρού, της Αγίας Τράπεζας, από τον ίδιο τον Δεσπότη Ησαΐα.
Ενός πάναγνου ήρωα της πατρίδος, του πρώτου μεγάλου νεκρού του Αγώνα, ταπεινού διακόνου της Εκκλησίας του Χριστού, αλλά και σπουδαίου αγωνιστή της Ελευθερίας των Ελλήνων. Του Αθανασίου Μασσαβέτα, που κατά την ταπεινή μου άποψη, Ο Πανάγαθος Θεός τον έχει κατατάξει μεταξύ των Αγίων. Και που η Εκκλησία της Ελλάδος και αυτόν περιφρονεί να αναγνωρίσει ως Άγιο.
Μετά την ορκωμοσία οι τρεις ιεράρχες συνέταξαν και υπέγραψαν, μια επαναστατική διακήρυξη, για τον Ιερό Αγώνα. Η διακήρυξη κυκλοφόρησε σε όλη την περιφέρεια ξεσηκώνοντας τους Έλληνες.


Οδεύοντας προς την αθανασία

Στη φωτιά σαν στρατιώτης

Ο Ησαΐας, έδωσε το πρώτο πολεμικό παρόν στις 15 Απριλίου, υπό τις διαταγές του γερο Πανουργιά, λαμβάνοντας μέρος στην επίθεση για την απελευθέρωση της Υπάτης, μαζί με άλλους 500 περίπου ένοπλους. Σε αυτή την πολεμική επιχείρηση συμμετείχαν ο Αθανάσης Διάκος, με τα παλικάρια του αλλά και ο Αρματολός της Βοδονίτσας Γιάννης Δυοβουνιώτης, με τους άνδρες του.
Η μάχη ήταν αμφίρροπη δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Έφυγαν για τους Κομποτάδες, όταν έλαβαν την είδηση ότι ο Τουρκικός Στρατός, με αρχηγούς: Τον Ομέρ Βρυώνη Πασά και τον Κιοσέ Μεχμέτ Πασά, κινήθηκε από το Ζιτούνι (Λαμία) προς την Βοιωτία και Αττική, με σκοπό να καταπνίξει την επανάσταση. Εκεί συνεκλήθη πολεμικό συμβούλιο και κατέληξαν στο να χτυπήσουν τον εχθρό στο στενότερο μέρος, την γέφυρα της Αλαμάνας. Στον Σπερχειό ποταμό.
Έως τις 22 Απριλίου οι 1500 Έλληνες, χωρίς να λάβουν σχεδόν καμία ενίσχυση μοιράστηκαν σε τρία σώματα και κατέλαβαν στρατηγικές θέσεις, στον γύρω χώρο που προόριζαν για να κάνουν την επίθεση. Στην Χαλκομάτα τοποθετήθηκε ως απλός πολεμιστής, υπό τις διαταγές του Πανουργιά πάντα, με το καριοφίλι και τις μπιστόλες του, ο Δεσπότης Ησαΐας. Δίπλα του ο αδελφός του παπά Γιάννης και ένας ανηψιός τους.

Στα τάγματα των Αγίων

Στις 23 Απριλίου και ενώ το Οθωμανικό ιππικό είχε σπάσει τις γραμμές των Ελλήνων, δεν κρινόταν πλέον η έκβαση της μάχης αλλά το μέγεθος των απωλειών των επαναστατών. Την διαφαινόμενη γενική υποχώρηση δεν ακολούθησε ο Επίσκοπος Σάλωνων Ησαΐας. Όπως έπραξαν οι Πανουργιάς και Δυοβουνιώτης.
Ο Ησαΐας κράτησε τη θέση του πολεμώντας με τα όπλα. Αντιμετώπισε γενναία τους Οθωμανούς, παραμένοντας ηρωικά στο ταμπούρι του. Και έπεσε υπέρ πατρίδος μπροστά στο δυσανάλογο, εμπειρότατο και πανίσχυρο στρατό του Σουλτάνου.
Εκκαθαρίζοντας την περιοχή, μετά την φυγή των Ελλήνων, όλο το στράτευμα των Τούρκων στράφηκε στη Γέφυρα της Αλαμάνας, κυκλώνοντας τους 500 άνδρες του Αθανάση Διάκου. Ακολούθησε φονική μάχη πέριξ της γέφυρας, όπου τελείωσε με ολοκληρωτική επικράτηση των Τούρκων και την σύλληψη και αιχμαλωσία του ίδιου του Διάκου.

«Παναγία μου, σώσον τουλάχιστον την πατρίδα»

Ο Επίσκοπος Σαλώνων Ησαΐας έπεσε μαχόμενος τους Τούρκους, 43 ετών, στην Χαλκομάτα Φθιώτιδας, το Σάββατο 23 Απριλίου 1821, ημέρα εορτής του Αγίου Γεωργίου του τροπαιοφόρου. Τον φόνευσαν οι Αρβανίτες, με τα σπαθιά τους, όπως και τον αδελφό του παπά Γιάννη, καθώς και τον ανηψιό τους. Πιθανόν, όταν το πλήθος των Τούρκων πλησίασε και το τέλος του Ησαΐα είχε προδιαγραφεί, να έκανε προσπάθεια να φύγει από το μέρος εκείνο. Σύμφωνα με πληροφορίες ο Ησαΐας ήταν σωματώδης και δεν κατάφερε να πάει μακριά.
«Κείνη τη στιγμή ο έφορος του στρατού Μαρκόπης ή Μαρκόπουλος είδε τον ιεράρχη να μένει πίσω και να μην μπορεί ν΄ ακολουθήσει τους άλλους και άκουσε τους Αρβανίτες να έρχονται. Θέλησε να τον σώσει με κάθε τρόπο. Τον πήρε στον ώμο του και άρχισε να τρέχει. Μάταια ο Ησαΐας του έλεγε:
-Άφησέ με τέκνον μου, και σώσον τουλάχιστον σεαυτόν ως χρησιμότερον.
Έβλεπε ότι η καλή πρόθεση του Μαρκόπουλου θα ήταν άσκοπη κι ανώφελη. Ο ανήφορος του Καλλίδρομου στητός, θα τον κούραζε και σε λίγο θα πέφτανε κι οι δυό απ΄ τ΄ Αρβανίτικα βόλια».
Ο Ησαΐας παρακαλούσε να τον αφήσει και ο Μαρκόπουλος προχωρούσε με κόπο, ώσπου κατάλαβε ότι ήταν αδύνατο να σωθούν και οι δύο.
Έτσι αναγκάστηκε και τον άφησε.
Στη συνέχεια, «κάποιος αγωνιστής Κελεπούρης που έφευγε καβαλικεύοντας ένα άλογο, λάφυρο της μάχης, περνώντας τον είδε να κάθεται κάτω από ένα μεγάλο πλάτανο και να καρτερεί τον θάνατό του ή τουλάχιστον την αιχμαλωσία. Χωρίς να χάσει καιρό ο Κελεπούρης, πηδάει απ΄ τ΄ άλογό του και το δίνει στο δεσπότη του να καβαλήσει και να σωθεί, ενώ αυτός ξακολούθησε τρέχοντας το δρόμο. Ο Ησαΐας πήρε απ΄ τα χαλινάρια το άλογο και πήγε πιο πέρα ν΄ ανέβει σε μια πέτρα για να βοηθηθεί να καβαλήσει. Δεν πρόφτασε όμως. Οι Αρβανίτες με ξεθηκαρωμένα τα γιαταγάνια τον προφτάνουν εκεί και τον ξαπλώνουν νεκρό».
Ο Μαρκόπουλος ύστερα έλεγε ότι άκουσε τη στιγμή εκείνη, να φωνάζει ο Ησαΐας: «Παναγία μου, σώσον τουλάχιστον την πατρίδα».
Αυτά ήταν τα τελευταία του λόγια. Κι ο Νικ. Κουνούπης, που τόσες πληροφορίες έδωσε για τη μάχη αυτή, στα 1877 «μοι έδειξε τον λίθον εφ΄ ου εφονεύθη ο Ησαΐας υπό Αλβανών», γράφει ο Ι. Κρέμος.

Οι άνδρες του Πανουργιά, που είχαν οπισθοχωρήσει, όταν κατάλαβαν ότι από κοντά τους λείπει ο Ησαΐας, έψαξαν γυρνώντας πίσω να τον βρουν, για να τον σώσουν. Σύμφωνα με ιστορικές πληροφορίες, στη συνέχεια οι Τούρκοι αποκεφάλισαν τον νεκρό Δεσπότη, κάτι που συνήθιζαν, για να διαπομπεύουν τους νεκρούς των μαχών, φοβίζοντας τους επαναστάτες και τρομοκρατώντας τους ραγιάδες. Ειδικά δε, όσους νεκρούς, από τον οπλισμό ή την ενδυμασία αναγνώριζαν για στρατιωτικούς ή θρησκευτικούς αρχηγούς. Όταν την άλλη ημέρα, ανασκολώπησαν τον Αθανάση Διάκο, βάλανε γύρω από τον τόπο του μαρτυρίου του και 80 κεφάλια, που είχαν κόψει από την Μάχη της Αλαμάνας. Ένα από αυτά ήταν και του Επισκόπου Σάλωνων Ησαΐα.
Σύμφωνα με την προφορική παράδοση, η θυσία του Ησαΐα βύθισε στο πένθος τους Έλληνες και τους φανάτισε στο έπακρο. Από τότε και μετά, ο Αγώνας είχε αποκτήσει πλέον νόημα, γιατί το σύνθημα: «Ελευθερία ή Θάνατος», οι μεν Έλληνες απέδειξαν ότι το εννοούσαν, οι δε Τούρκοι γνώριζαν καλά πως οι Έλληνες το εννοούν εις το ακέραιο.
Για 12 χρόνια δεν υπήρξε άλλος Επίσκοπος Σαλώνων. Κανείς δεν μπορούσε να σταθεί στον επισκοπικό θρόνο της πόλης. Να αναμετρηθεί με το τεράστιο ανάστημα του καθαγιασμένου Επισκόπου των Σάλωνων, που θυσιάστηκε κατά την Εθνική Παλιγγενεσία, για την πίστη Στον Σωτήρα Χριστό και την ελευθερία του γένους των υπόδουλων Ελλήνων, Ησαΐα Παπαστάθη. Ώσπου το 1834 η Επισκοπή άλλαξε τον τίτλο της, έγινε πλέον Επισκοπή Φωκίδος.

(Απόσπασμα από το υπό έκδοση βιβλίο του Θεοδώρου Γκούμα, με τίτλο: Ο ΑΓΙΟΣ ΣΑΛΩΝΩΝ ΗΣΑΙΑΣ) Επιτρέπεται η αναπαραγωγή όλου ή μέρους του κειμένου, μόνο με την υπενθύμιση της προέλευσής του και του συγγραφέα αυτού.
Η φωτογραφία ανήκει στο σώμα των φωτογραφιών του προαναφερθέντος βιβλίου.

Από τη σελίδα: Φίλοι Μουσείου Ελληνικής Επανάστασης.

Περισσότερα για των Σαλώνων Ησαΐα ΕΔΩ.


Δεν υπάρχουν σχόλια: