Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απόκριες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απόκριες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή 22 Μαρτίου 2019
Πέμπτη 14 Μαρτίου 2019
Απόκριες στην Άμφισσα του 1960
Του Δημήτρη Ταλάντη
Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΚΑΡΝΑΒΑΛΟΣ
Την εποχή εκείνη γίνονταν η παρέλαση των αρμάτων στην
Άμφισσα, με κυρίαρχο το άρμα του βασιλιά καρνάβαλου που παρίστανε άλλοτε τον
κλασικό «βαρελόφρονο», μπεκρή με την τεράστια κόκκινη μύτη, τις μουστάκες και
το καβουράκι κι άλλοτε (όπως εδώ) έναν διασκεδαστή που να καλεί το πλήθος σε
γλέντι.
Μετά το πέρας της παρέλασης ακολουθούσαν οι «γαϊδαροσρομίες»
Οι άνθρωποι τότες είχαν στα σπίτια τους τα συμπαθή τεράποδα όπως έχουμε εμείς
σήμερα τα 4WD αγροτικά μας. Διοργάνωναν λοιπόν αγώνες δρόμου με τα γαϊδούρια, που
τα μασκάρευαν κι εκείνα, από το γήπεδο προς την πλατεία, παραβγαίνοντας για το
ποιος θα βγει πρώτος. Σκαρφίζονταν τότε διάφορα κόλπα για να αναγκάσουν τα
βραδυκίνητα ζωντανά να τρέξουν, άλλοτε ανεβαίνοντας καρκατσίδα επάνω τους τα
χτυπούσαν με τα πόδια τους στην κοιλιά τους σαν να ίππευαν τον Βουκαφάλα,
άλλοτε τα χτύπαγαν με την βίτσα στα καπούλια ή τους τράβαγαν τ΄ αυτιά, άλλοτε
οι γάιδαροι μουλάρωναν και δεν έκαναν βήμα κι οι αναβάτες των τα έσπρωχναν από
πίσω κι άλλα κόμη. Μια χρονιά μάλιστα, ένας χωριανός είχε πιάσει το γάιδαρό του
από την ουρά και είχε βάλει το χέρι του στο επίμαχο σημείο του γαιδάρου. Το
ζωντανό προφανώς ενοχλημένο από την χειρονομία, έτρεχε σαν δαιμονισμένο κι ο
χωριανός από πίσω ακλουθούσε τρέχοντας κι εκείνος κρατώντας την ουρά του
γαιδάρου του. Ο κόσμος φυσικά είχε ξεσπάσει σε γέλια, ο χωριανός κέρδισε με
διαφορά την κούρσα, αλλά δεν ξέρω αν του δώσανε τελικά το βραβείο.
Στα πλαίσια των καρναβαλικών εκδηλώσεων, στις πλατείες της
πόλης, χορευόταν και πλεκόταν το γαϊτανάκι. Το βράδυ βέβαια γινόταν το κάψιμο
του βασιλιά καρνάβαλου. Ο καρνάβαλος και η οργάνωσή του τότε ήταν υπόθεση των
μεγάλων και η συμμετοχή του κόσμου ήταν μεγάλη και ενθουσιώδης
Αργότερα η παρέλαση του καρνάβαλου στην Άμφισσα σταμάτησε να
γίνεται. Πολύς κόσμος τότε πήγαινε στην Βουνιχώρα όπου εξακολουθούσε να γίνεται
παρέλαση καρνάβαλου. Ο εκεί καρνάβαλος, όπως ήταν φυσικό, είχε έντονο βουκολικό
χαρακτήρα. Οι μεταμφιεσμένοι ήντουσαν ντυμένοι με προβιές ζώων, με τσόλια κι
άλλα σχετικά. Σιγά σιγά ο καρνάβαλος και στην Βουνιχώρα επηρεάστηκε με κάποια
ποιο μοντέρνα στοιχεία της τότε βέβαια εποχής κι αργότερα σταμάτησε. Ίσως οι
Βουνιχωργιώτες της παρέας θα μπορούσαν να μας δώσουν περισσότερα στοιχεία.
Μετά από κάμποσα χρόνια, άρχισε να επανέρχεται και πάλι ο
καρνάβαλος στην Άμφισσα με παρελάσεις αρμάτων που είχαν χιουμουριστικό και
σατιρικό χαρακτήρα. Έτσι άρχισαν να εμφανίζονται και το βράδυ του Σαββάτου,
αρχικά οι νεαροί, στην επάνω πλατεία μεταμφιεσμένοι και ντυμένοι με τα δέρματα
και τις προβιές, μουτζουρωμένοι, με δάδες, κάνοντας μια μικρή παρέλαση γύρω
στην πλατεία. Αργότερα εμφανίστηκε και το στοιχειό της Χάρμαινας, ποιο μετά το
δεύτερο στοιχειό της Τέχολης, κι αργότερα ένα τρίτο στοιχειό, που κάποιοι
λέγανε ότι ήτανε το στοιχειό απ το Γκιρίζ. Τότε προστέθηκε και το δρώμενο της
πάλης των στοιχειών, και η αφήγηση του μύθου του Κωστή και της Λενιώς. Τέλος το
δρώμενο πήρε την σημερινή του μορφή με την προσθήκη του θεατρικού με τα κύρια
πρόσωπα του μύθου, τους εργάτες των ταμπακαριών και τις νεράιδες στα μπαλκόνια
του δημαρχείου.
ΟΙ ΦΩΤΙΕΣ
Εκείνη την εποχή ανάβαμε «φωτιές στις γειτονιές» Για το λόγο
αυτό από μέρες, στην αλάνα όπου θα ανάβαμε την φωτιά, συγκενρώναμε πολλά ξύλα.
Τότες είχαμε πολύ ελεύθερο χώρο μιας και τα αυτοκίνητα ήντουσαν σχεδόν
ανύπαρκτα ή περνούσαν πολύ σπάνια. Όπως μας πληροφορεί σε προηγούμενη ανάρτηση
η Chrysa Papalexandri τα παιδιά από την Μάντρα για την φωτιά τους ανέβαιναν
στον Κόφινα και έκοβαν λατσούδια από πουρνάρια. Εμείς - τα παιδιά της (κάτω)
Τέχολης – ανάβαμε την φωτιά μας στη αλάνα έξω από το σπίτι του Μητσόπουλου
(γωνία Καραϊσκάκη και Εθνικής Αντιστάσεως) Με αρχηγούς τους μεγαλύτερους,
πηγαίναμε στον λόγκο όπου αυτή την εποχή υπήρχαν πλήθος από λατσούδια που είχαν
εναπομείνει από το κλάδεμα των ελιών και με αυτά σχηματίζαμε μια τεράστια
στοίβα. Την δέναμε με μια τριχιά και την σέρναμε μέχρι την αλάνα.
Χρειαζόντουσαν τέσσερεις πέντε στοίβες για κάθε βραδιά. Αυτό όμως τότε θεωρείτο
κλέψιμο κι απαγορευόταν. Αν λοιπόν μας έβλεπε κάποιος είτε απλός πολίτης είτε
δραγάτης (που τότες ήντουσαν αρκετοί και πρόσεχαν τον λόγκο) να μαζεύουμε ή να
κουβαλάμε τα ξύλα μας κυνηγούσαν, μας μάλωναν και μας ανάγκαζαν να παρατήσουμε
τα ξύλα και να φύγουμε. Εμείς βέβαια σαν τους σαλταδώρους της κατοχής,
επανερχόμασταν και ολοκληρώναμε το έργο μας. Την πρώτη στοίβα με τα λατσούδια
την τοποθετούσαμε από το απόγευμα στην θέση της για να είναι έτοιμη τη φωτιά
που θα ανάβαμε το βράδυ. Κάποιες φορές, κάποιοι πονηροί, ή (όπως λέγανε
κάποιοι) παιδιά από άλλες γειτονιές, έκρυβαν μέσα σε αυτή τη στοίβα ένα μικρό
εκρηκτικό, το οποίο όταν άναβε η φωτιά έσκαγε. Άλλες φορές τα παιδία της μιας
γειτονιάς έκλεβαν τα ξύλα από τις άλλες γειτονιές και για το λόγο αυτό βάζαμε
και περιφρούρηση μέχρι το βράδυ.
Η φωτιά άναβε σουρουπώνοντας ενώ οι αρχηγοί της γειτονιάς
είχαν το γενικό πρόσταγμα.
Στην φωτιά βάζαμε και παλιά λάστιχα από αυτοκίνητα τα οποία
αν και έζεχναν, κράταγαν για πολύ ώρα με έντονη κόκκινη φωτιά.
Τότε γινόταν το γνωστό γλέντι, με τα παιδιά μεταμφιεσμένα
και μη και με πολλές νοικοκυρές. Ήταν όμως και φορές που είχαμε και καβγάδες
μεταξύ των παιδιών για σοβαρές αιτίες όπως: Τίνος το καπέλο είναι μεγαλύτερο,
γιατί με κορόιδεψες και άλλα σχετικά.
Οι περισσότεροι πατεράδες των παιδιών ήντουσαν στις ταβέρνες
ή στους καφενέδες της πόλης, όπου εκείνη την εποχή είχαμε και του γνωστούς και
ανεπανάληπτους «τύπους της Άμφισσας» Κάποιοι από αυτούς, εκείνες τις μέρες
γίνονταν σκνίπα στο μεθύσι και έγραφαν σκηνές απείρου κάλους. Αργά το βράδυ,
τρικλίζοντας, από κολώνα σε κολώνα, πέρναγαν και από την φωτιά μας και γινόταν
τότες ο μεγάλος χαμός.
ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ
Εκείνη την εποχή τους χαρταετούς μας τους φτιάχναμε μόνοι
μας. Οι φίλοι και οι συμμαθητές μου τότες με είχαν από κοντά για να μεσολαβήσω
στον πατέρα μου (το μέσον στην Ελλάδα μας έχει βαθιές ρίζες) ο οποίος είχε
επιπλοποιείο στην κάτω πλατεία, για να τους κόψει τα πηχάκια για τους αϊτούς
των. Άλλα παιδιά όμως για αυτή τη δουλειά χρησιμοποιούσαν καλάμια που τα
έσκιζαν κατά μήκος. Για χαρτί χρησιμοποιούσαμε λαδόκολλα, ποιο σπάνια εφημερίδα
και επίσης και έγχρωμες κόλλες γλασέ. Την ουρά την φτιάχναμε με εφημερίδες
κομμένες σε λουρίδες ή με χάρτινες κορδέλες. Για κόλλα εγώ και η παρέα μου
χρησιμοποιούσαμε ξυλόκολα ενώ άλλοι κόλλα από ρετσίνι πεύκων.
Χαρταετούς βέβαια μπορούσε να αγοράσει κανείς από τα
καταστήματα κι από εκείνο το απίθανο κατάστημα της γειτόνισσας μου Φρόσως
Παλαιολόγου στην κάτω πλατεία.
Κάποιοι από εμάς τους αητούς μας τους πετάγαμε από τις
ταράτσες των σπιτιών μας ή στον δρόμο. Άλλοι πήγαιναν στη μεγάλη αλάνα στο
ύψωμα στην Αγία Ειρήνη που είχε πάντα καλό αεράκι κάνοντας τον αϊτό να σηκωθεί
εύκολα και να πάει πολύ ψηλά ενώ άλλοι ανέβαιναν στο κάστρο που και από εκεί
πέταγαν τους αϊτούς των πολύ ψηλά. (εκεί είχαμε και κάποια ατυχήματα) Όμως από
όλους ο αείμνηστος γιατρός ο Κασαπίδης έφτιαχνε τον μεγαλύτερο αϊτό στην Άμφισσα
και τον πετούσε ψηλότερα από όλους.
ΠΙΚΝΙΚ
Για να συμπληρώσω και μόνο, θα επαναλάβω το έθιμο της
Καθαράς Δευτέρας (βλ. προηγούμενη ανάρτηση), όπου πολλοί Σαλωνίτες πηγαίναμε
ημερήσιες εκδρομές με τους πλέον δημοφιλείς προορισμούς να είναι το Ξηροπήγαδο
που γινόταν μεγάλο γλέντι, το Γαλαξίδι που πηγαίναμε με βενζίνες από την Ιτέα
και το Κάστρο.
Ετικέτες
Αντίο παλιέ κόσμε,
Απόκριες,
Λαογραφία
Τρίτη 14 Μαρτίου 2017
Το φάντασμα της Χάρμαινας
Του Γιώργου Τατάκη
Πήγα στην πόλη όσο πιο
νωρίς μπορούσα για να δω την περιοχή και να καταλάβω το πρόγραμμα του δρώμενου.
Η Άμφισσα είναι πολύ όμορφη πόλη με πολλά αναπαλαιωμένα κτίρια. Μέσα σε αυτά
μπορείς να βρεις παραδοσιακά καφενεία και ταβέρνες με υπέροχους μεζέδες. Έμαθα
ότι η παρέλαση θα ξεκινούσε από το τοπικό εικαστικό εργαστήρι οπού πολλοί από
τους συμμετέχοντες οι οποίοι δεν ετοιμαζόντουσαν στα σπίτια τους θα ντύνονταν
εκεί. Πήγα εκεί κατά τις πέντε το απόγευμα και πράγματι αρκετοί ήταν ήδη εκεί
όπου έβαζαν στολές και έβαφαν τα πρόσωπά τους. Σύντομα, πολλοί από τους μικρούς
είχαν ετοιμαστεί και έβγαιναν στους δρόμους για να παίξουν και να διασκεδάσουν.
Η μουσική στους δρόμους είχε ήδη ξεκινήσει. Πολλοί από αυτούς είχαν τσίγκινους
τενεκέδες και τους χτυπούσαν με κλαδιά για να κάνουν θόρυβο. Ο δυνατός θόρυβος
είναι μία μέθοδος που συναντάται συχνά σε δρώμενα τα οποία έχουν σκοπό να
διώξουν στοιχειά και άλλα κακά πνεύματα. Εντωμεταξύ, τα τρία στοιχειά
ετοιμαζόντουσαν μέσα στο εικαστικό εργαστήρι. Αυτοί που θα τα κουβαλούσαν
φορούσαν προβιές και δέρματα από κατσίκες ως στολές. Καθώς έπεφτε η νύχτα και η
μουσική έπαιζε στους δρόμους, όλα άρχιζαν να δένουν μεταξύ τους. Η νύχτα τα
έκανε όλα να μοιάζουν πιο τρομακτικά, ακόμη και τις μικρές νεράιδες. Κόσμος
άρχισε να συρρέει στο εικαστικό εργαστήρι για να αρχίσει η παρέλαση.
Η παρέλαση
θα ξεκινήσει από την εκκλησία του Αγίου Νικολάου στο κέντρο της πόλης και θα
κατέβει μια μεγάλη πέτρινη σκάλα με κατεύθυνση προς την πλατεία Κεχαγιά. Κατά
μήκος των σκαλοπατιών μικρές νεράιδες έχουν πάρει την θέση τους κρατώντας αναμμένες
δάδες. Η παρέλαση συνοδεύει τα τρία μεγάλα στοιχειά που κατευθύνονται στην
πλατεία. Υπάρχει μία μεγάλη ξύλινη σκηνή που έχει στηθεί στην πλατεία και
υπάρχουν πολλοί προβολείς και τρομακτικοί ήχοι από ουρλιαχτά και σύρσιμο
αλυσίδων. Τα στοιχειά φτάνουν στην σκηνή και πολεμούν μεταξύ τους. Το στοιχειό
της Χάρμαινας είναι όπως πάντα ο νικητής. Αφού τα στοιχειά εγκαταλείψουν την
σκηνή, ένας τεράστιος αριθμός ντυμένων παρελαύνει από αυτή. Γύρω από την σκηνή
υπάρχει μεγάλο κοινό που παρακολουθεί την παράσταση. Όταν όλοι οι συμμετέχοντες
περάσουν από την σκηνή, το πάρτι συνεχίζεται στα τοπικά μπαρ και ταβέρνες.
Οι φωτογραφίες είναι του Γιώργου Τατάκη
Ετικέτες
Απόκριες,
Λαογραφία,
Με το βλέμμα των άλλων
Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2016
Η νύχτα των στοιχειών
Το Στοιχείο της Χάρμαινας,
ήταν ένα ανθρωπόμορφο τέρας, πανύψηλο,
με μακρουλά χέρια. Είχε άγριο και φριχτό
παρουσιαστικό. Φύλαγε την Πηγή της
Χάρμαινας, που δούλευαν οι ταμπάκηδες
της πόλης και τους προστάτευε από κάθε
κακό και από τ’ άλλα στοιχειά της
περιοχής. Γιατί, τους αγαπούσε τους
βυρσοδέψες, τους ένιωθε δικούς του
ανθρώπους. Κι όταν κάποιος απ’ αυτούς,
ήταν ετοιμοθάνατος, τότε γύριζε έξω από
το σπίτι του και άρχιζε ένα αξιοθρήνητο
ουρλιαχτό πόνου. Όταν το έζωνε η μοναξιά,
το στοιχειό, έβγαινε από το ησυχαστήριο
του και περιφερόταν από σοκάκι σε σοκάκι,
βγάζοντας άγριες στριγκλιές και βογκητά.
Μαζί με τα ουρλιαχτά ακούγονταν και
περίεργοι θόρυβοι και σύρσιμο από
αλυσίδες. Ακολουθούσε πάντα την ίδια
διαδρομή. Περνούσε από το σπίτι της
Λενιώς, από το πατρικό του και από τα
σπίτια των φίλων του. Τότε ο κόσμος
κλειδαμπαρωνόταν στα σπίτια τους και
γεμάτοι φόβο, προσεύχονταν στο Θεό να
τους φυλάει. Στην Άμφισσα τότε, εκτός
από το Χαρμαινιώτικο, υπήρχαν και άλλα
στοιχειά. Το καθένα από αυτά, προστάτευε
κάποια πηγή νερού, κάποια συνοικία, τους
αμπελώνες, τα ελαιόδεντρα κα. Πολλές
φορές τα στοιχειά συγκρούονταν μεταξύ
τους και πάλευαν μερόνυχτα ολόκληρα.
Πάντα όμως νικούσε το Χαρμαινιώτικο,
γιατί ήταν το πιο δυνατό και έξυπνο. Η
πάλη γινόταν στην Χάρμαινα, κάτω από τα
πλατάνια και τα πεύκα. Οι Αμφισσιώτες
φοβόνταν και δεν ‘‘έβγαζαν μύτη’’
κατά την διάρκεια του αγώνα. Περίμεναν
καρτερικά, ώσπου να τελειώσουν όλα και
να σταματήσουν οι κραυγές και τα ουρλιαχτά
των στοιχειών.
Φωτογραφίες: Μιχάλης
Παππάς/ FOSPHOTOS
Περισσότερα γι' αυτό
το αποκριάτικο δρώμενο της Άμφισσας
μπορείτε να διαβάσετε ΕΔΩ.
Ετικέτες
Απόκριες,
Λαογραφία,
Φωτογραφίες
Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2011
Η νύχτα των στοιχειών
Η νύχτα των στοιχειών είναι η σημαντικότερη αποκριάτικη εκδήλωση της Άμφισσας και συμπίπτει πάντα με το τελευταίο Σάββατο της αποκριάς. Αυτή τη νύχτα, το «Στοιχειό της Χάρμαινας», της συνοικίας των ταμπάκικων, το πιο έξυπνο και δυνατό απ’ όλα τα στοιχειά της πόλης, κυριολεκτικά ο φόβος και ο τρόμος της περιοχής αλλά και ο προστάτης όμως των Ταμπάκηδων, κατεβαίνει τα σκαλιά του Αγίου Νικόλαου για την πλατεία Κεχαγιά όπου θα συναντήσει μαζί με τα παρατρεχάμενα ξωτικά του, τα άλλα δύο Στοιχειά της πόλης μας, της Τέχολης και του Γκιριζιού, όπου και θα παλέψουν. Συνήθως νικητής βγαίνει πάντα αυτό :-)
Η εκδήλωση αυτή έχει ένα μοναδικό λαογραφικό αλλά και εικαστικό ενδιαφέρον γιατί το παραδοσιακό αυτό έθιμο προσεγγίζεται σήμερα μέσα από μια σύγχρονη εικαστική ματιά. Οι φορεσιές που είναι από δέρματα και τομάρια ζώων, το έντονο ναΐφ μακιγιάζ, η ψυχεδελική μουσική, ο υποβλητικός φωτισμός, μεταφέρουν το λαογραφικό αυτό δρώμενο, με την ταπεινότητα των αναφορών του, σε ένα άλλο πλαίσιο. Βίντεο αλλά και περισσότερα για τον μύθο του στοιχειού της Χάρμαινας μπορείτε να βρείτε: ΕΔΩ


Οι φωτογραφίες είναι του Γιάννη Κουλελή.
Η εκδήλωση αυτή έχει ένα μοναδικό λαογραφικό αλλά και εικαστικό ενδιαφέρον γιατί το παραδοσιακό αυτό έθιμο προσεγγίζεται σήμερα μέσα από μια σύγχρονη εικαστική ματιά. Οι φορεσιές που είναι από δέρματα και τομάρια ζώων, το έντονο ναΐφ μακιγιάζ, η ψυχεδελική μουσική, ο υποβλητικός φωτισμός, μεταφέρουν το λαογραφικό αυτό δρώμενο, με την ταπεινότητα των αναφορών του, σε ένα άλλο πλαίσιο. Βίντεο αλλά και περισσότερα για τον μύθο του στοιχειού της Χάρμαινας μπορείτε να βρείτε: ΕΔΩ


Οι φωτογραφίες είναι του Γιάννη Κουλελή. Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2010
Το στοιχειό της Χάρμαινας
Το Σάββατο πριν την καθαρή Δευτέρα πραγματοποιείται στην Άμφισσα ένα λαϊκό καρναβαλικό δρώμενο που σχετίζεται με θρύλους των βυρσοδεψών. Είναι η νύχτα των στοιχειών της Χάρμαινας, της παραδοσιακής συνοικίας των Ταμπάκικων, με τα στοιχειά (ξωτικά, νεράιδες, ξυλένιοι, αχυρένιοι, αράπηδες κ.α.) να κατεβαίνουν μέσα στις μαύρες φορεσιές τους σέρνοντας βαριές αλυσίδες και κρατώντας αναμμένες δάδες, και να περιηγούνται στους δρόμους, βυθίζοντας την πόλη σε μια μυστηριακή και υποβλητική ατμόσφαιρα, σε μια αναπαράσταση που ζωντανεύει τους θρύλους για τα "στοιχειά" που στην περιοχή είχαν πάντα μεγάλη διάδοση. Το σπουδαιότερο στοιχειό που είναι συνδεδεμένο με την παράδοση της περιοχής είναι το στοιχειό της Χάρμαινας, το οποίο ξυπνάει κάθε χρόνο τέτοια μέρα, ξεκινάει από την συνοικία Χάρμαινα, και με συνοδεία εκατοντάδων μεταμφιεσμένων φτάνει στο κέντρο της Άμφισσας όπου συναντά και αναμετράται με τα δύο άλλα μεγάλα στοιχειά της πόλης, αυτά της Τέχολης και του Γκιριζιού. Το στοιχειό της Χάρμαινας ήταν η στοιχειωμένη ψυχή ενός παλιού βυρσοδέψη, που ήταν εγκλωβισμένη εκεί στα τόπο του θανάτου του, μια ψυχή που στοίχειωνε την πόλη.
«Τότε, λοιπόν, που τα παραμύθια ήτανε ακόμα αλήθεια, ζούσε στην Άμφισσα ένα παλικάρι, ο Κωνσταντής. Ήτανε ένας όμορφος, ψηλός και περήφανος νέος. Πάνω απ’ όλα ήταν ειλικρινής και ντόμπρος. Δούλευε στο βυρσοδεψείο του θείου του, στη Χάρμαινα. Από τ΄ άγρια χαράματα ώσπου να πέσει ο ήλιος, ο Κωνσταντής μεταμόρφωνε το τομάρι σε απαλό σαν μετάξι δέρμα. Μοχθούσε καθημερινά για να βγάλει το ψωμί του, αλλά δεν τον ένοιαζε, ούτε η σκληρή δουλειά, ούτε η φτώχεια. Αγαπούσε την Λενιώ και ήταν ευτυχισμένος.Η Λενιώ, ήταν όμορφη, καλοσυνάτη νέα, χωρίς κανένα ψεγάδι απάνω της. Βοηθούσε στ΄ αμπέλια και στα ελαιόδεντρα που είχε ο πατέρας της. Ήταν μοναχοθυγατέρα και ανεκτίμητη για τους γονείς της. Αγαπούσε τον Κωνσταντή και λαχταρούσε να τον συναντήσει, στο Κάστρο της Ωριάς. Οι δύο νέοι ήταν ερωτευμένοι και έπλαθαν όνειρα για το μέλλον τους. Η ζωή απλωνόταν μπροστά τους και τους χαμογελούσε. Πίστευαν ότι τίποτα δεν μπορούσε, να τους αρπάξει την ευτυχία τους.
Μόλις χάραξε ο Θεός την μέρα, ο Κωνσταντής φόρτωσε το κάρο του με ολοκαίνουργα δέρματα και έφυγε από την πόλη. Είχε να παραδώσει τα εμπορεύματα και ν΄ αγοράσει εργαλεία, απαραίτητα για την δουλειά του. Περιόδευε από πόλη σε πόλη και από χωριό σε χωριό για βδομάδες και οι παραγγελίες των δερμάτων ολοένα αυξανόταν. Όλες του οι προσπάθειες, δεν πήγανε στράφι και μετά από κάμποσο καιρό γύρισε στην Άμφισσα με ένα δαχτυλίδι για την αγαπημένη του. Έτρεξε ανυπόμονα στο σπίτι της Λενιώς για να την ζητήσει, από τον πατέρα της, σε γάμο. Πλησιάζοντας τον ‘‘ζώσανε τα φίδια’’, γιατί το σπίτι έστεκε αλλόκοτο. Ήταν αμπαρωμένο και μια σκιά θανάτου πλανιόταν στον αέρα.
Έμαθε από τους γείτονες και τον καρδιακό του φίλο Γιάννο, τον απρόσμενο θάνατο της αγαπημένης του. Η Λενιώ, είχε πάει στην Πηγή της Χάρμαινας, για να γεμίσει την στάμνα της δροσερό νερό. Ξαφνικά, χάλασε ο καιρός και άρχισαν να πέφτουν αστραπές και κεραυνοί. Μία καταρρακτώδης βροχή πλημμύρισε τους χωματόδρομους. Άρχισε να σουρουπώνει, ερημιά, ψυχή δεν φαινόταν τριγύρω. Ήταν μόνη της κάτω από τα γέρικα πλατάνια. Ο αέρας φυσούσε με μανία και τίποτα δεν άφηνε όρθιο. Δεν πρόλαβε να φύγει. Ένας κεραυνός τη χτύπησε και σωριάστηκε εκεί, στην πηγή τους, μ’ ένα φρεσκοκομμένο ματσάκι γιασεμί, να ανεμίζει στα μακριά μαλλιά της.
Οι γονείς της Λενιώς, βουτήχτηκαν σε λύπη βαθιά. Μη μπορώντας ν’ αντέξουν το θάνατο της μονάκριβης θυγατέρας τους, πούλησαν το βιό τους, κακήν κακώς και πήραν των ομματιών τους και έφυγαν από την πόλη.
Καμιά φορά, η ζωή μας προλαβαίνει στα γεγονότα. Αλλιώς τα υπολογίζουμε και αλλιώς μας έρχονται τα πράγματα. Τότε γκρεμίζονται όλα τα όνειρά μας, χάνονται, σβήνουν σαν πυροτεχνήματα. Η λύπη και ο πόνος τρύπωσαν ίσαμε τα μύχια της καρδιάς του Κωνσταντή. Ένιωθε ανήμπορος, μπρος στο θάνατο, μετέωρος. Δεν μπόρεσε να αντέξει τον άδικο χαμό της αγαπημένης του και ράγισε η καρδιά του. Την άλλη μέρα, βρήκαν το άψυχο σώμα του κάτω από το Κάστρο της πόλης. Η όψη του ήταν γαλήνια και ένα αχνό χαμόγελο, διαγραφόταν στο πρόσωπό του. Πίστευε ότι η ψυχή του θα ενωνόταν με την αγαπημένη του Λενιώ. Έτσι, θα μπορούσε μα την έχει για πάντα κοντά του, χωρίς να φοβάται ότι θα πάψει να την αγαπάει. Η θρησκεία δεν τον δέχτηκε στην αγκαλιά της και καταδικάστηκε να περιπλανιέται.
Από τότε, ο Κωνσταντής στοίχειωσε και καταφεύγει στο λημέρι του, την Πηγή της Χάρμαινας. Μοιρολογούσε για τα νιάτα που δεν έζησε, θρηνούσε για την αγάπη που έχασε.
Όταν το έζωνε η μοναξιά, το στοιχειό, έβγαινε από το ησυχαστήριο του και περιφερόταν από σοκάκι σε σοκάκι, βγάζοντας άγριες στριγκλιές και βογκητά. Μαζί με τα ουρλιαχτά ακούγονταν και περίεργοι θόρυβοι και σύρσιμο από αλυσίδες.
Ακολουθούσε πάντα την ίδια διαδρομή. Περνούσε από το σπίτι της Λενιώς, από το πατρικό του και από τα σπίτια των φίλων του. Τότε ο κόσμος κλειδαμπαρωνόταν στα σπίτια τους και γεμάτοι φόβο, προσεύχονταν στο Θεό να τους φυλάει.
Στην Άμφισσα τότε, εκτός από το Χαρμαινιώτικο, υπήρχαν και άλλα στοιχειά. Το καθένα από αυτά, προστάτευε κάποια πηγή νερού, κάποια συνοικία, τους αμπελώνες, τα ελαιόδεντρα κα. Πολλές φορές τα στοιχειά συγκρούονταν μεταξύ τους και πάλευαν μερόνυχτα ολόκληρα. Πάντα όμως νικούσε το Χαρμαινιώτικο, γιατί ήταν το πιο δυνατό και έξυπνο. Η πάλη γινόταν στην Χάρμαινα, κάτω από τα πλατάνια και τα πεύκα. Οι Αμφισσιώτες φοβόνταν και δεν ‘‘έβγαζαν μύτη’’ κατά την διάρκεια του αγώνα. Περίμεναν καρτερικά, ώσπου να τελειώσουν όλα και να σταματήσουν οι κραυγές και τα ουρλιαχτά των στοιχειών.
Μετά από τα τριπλάσια χρόνια της ηλικίας του Κωνσταντή και της Λενιώς μαζί, το Στοιχειό της Χάρμαινας, ησύχασε, καταλάγιασε. Έπαψε να φοβίζει τους ανθρώπους. Φαίνεται, ότι ο Θεός το συγχώρησε.
Η ιστορία του, πέρασε από γενιές σε γενιές, στόμα με στόμα και σύρθηκε αθόρυβα μ μυστήριο και φόβο. Τρομαχτικό, αλλά συνάμα ελκυστικό. Και αν ποτέ, περπατήσεις στα στενά λιθόστρωτα σοκάκια της Χάρμαινας και αντικρίσεις τα πλίθινα μισοερειπωμένα εργαστήρια, να στέκουν περήφανα και δυνατά, από την βιαστική εποχή μας, τότε το φως του φεγγαριού, πλημμυρίζοντας μια βαθύτατη γαλήνη, γίνεται φιλικό και δίνει άλλη διάσταση, όχι μόνο στο χώρο, αλλά και στην ψυχή».
Από το βιβλίο της Μάντυ Δασκαλοπούλου: «Το στοιχειό της Χάρμαινας»
Φωτογραφίες από το δρώμενο μπορείτε να δείτε: ΕΔΩ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
















