Σελίδες

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2022

Ήταν ξαστεριά και είχε φεγγάρι

Αφήγηση του καπετάν Νικηφόρου καθώς περιγράφει  μια νυχτερινή πορεία του ΕΛΑΣ με εκκίνηση από την Τοπόλια μέσα από τον ελαιώνα της Άμφισσας.



"Ήταν ξαστεριά και είχε φεγγάρι. Προχωρούσαμε πλέον αμίλητοι. Κάπου - κάπου ακουγόταν στη φάλαγγα κάποιο νυσταγμένο παγούρι χτυπώντας μονότονα, κανένα βήξιμο ή ξεμύξιασμα. Κάποιο μουλάρι που φρούμαζε. Ο ελαιώνας βουβός γέμισε θρόισμα κι έκσταση, κοσκίνιζε από πάνω μας εκατομμύρια φύλλα φεγγάρι. Σα να βαδίζαμε στο βυθό κάποιας προαιώνιας θάλασσας. Ξύπνησαν άσωτο πλήθος και οι ροζιασμένοι κορμοί, μπήκαν σε μια εκπληκτική κίνηση γύρω μας, ο ένας πίσω από τον άλλον... Όλος ο ελαιώνας έρχονταν γύρω σαν εκστατικός..."

 

Απόσπασμα απ’ το βιβλίο του "Αντάρτης στα βουνά της Ρούμελης", εκδόσεις Παρασκήνιο.

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2022

Η μάχη της Άμφισσας (1 και 2 Ιούλιου 1944)

 

Του Ιάσονα Χανδρινού


Στις 30 Μαΐου 1944, δύο πλήρη τάγματα (το Ι και το ΙΙΙ) του 7ου Συντάγματος Τεθωρακισμένων Γρεναδιέρων της 4ης Αστυνομικής Μεραρχίας των Ες-Ες εγκατέστησαν διοικήσεις σε Λαμία, Άμφισσα, Λιβαδειά, Ιτέα, Αράχωβα. Η μετακίνηση έγινε μετά από επείγουσα διαταγή της ανώτατης διοίκησης στο Βελιγράδι να κατασταλεί το αντάρτικο κίνημα στη Ρούμελη, ένα από τα ισχυρότερα που αντιμετώπισαν οι Γερμανοί στην Ελλάδα.

Η μεραρχία αυτή ήταν τυπική μονάδα των Βάφφεν Ες-Ες και μάλιστα στρατολογημένη από πρώην αστυνομικούς και νεοσύλλεκτους της χιτλερικής νεολαίας είχε ήδη "διακριθεί" σε  σφαγές αμάχων σε Θεσσαλία και Μακεδονία. Στη Ρούμελη τα Ες-Ες συνάντησαν πιο σκληροτράχηλους αντάρτες αν κρίνουμε ότι μέσα σε δέκα μέρες από την άφιξή τους, τα δύο τάγματα θρηνούσαν ήδη 20 νεκρούς και 36 τραυματίες. Μια διμοιρία αποδεκατίστηκε έξω από την Καρυά Λοκρίδας περιμένοντας ότι θα έκανε "περίπατο" εναντίον του τάγματος του Λοκρού. Τη δέκατη μέρα, η προσπάθεια του 2ου Λόχου να παγιδεύσει τους αντάρτες ντύνοντας τους άνδρες του με χωριάτικα ρούχα έξω από το Στείρι απέτυχε με απώλειες, οπότε οι Γερμανοί έπαθαν αμόκ και κατέσφαξαν τον πληθυσμό του γειτονικού Διστόμου γράφοντας μια από τις μελανότερες σελίδες του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, 

Η μεγαλύτερη μάχη δόθηκε τη νύχτα της 1ης προς 2α Ιουλίου μέσα στην Άμφισσα. Με βάση ένα φιλόδοξο  σχέδιο της τοπικής V Ταξιαρχίας του ΕΛΑΣ, 500 έως 600 αντάρτες από τα τάγματα του Κρόνου (ΙΙ/34), το ΙΙΙ/42 (από την περιοχή της Φθιώτιδας) και του Νικηφόρου (5ο Ανεξ. Τάγμα Παρνασσίδας) εισέβαλλαν νύχτα από βορρά -Κάστρο, Χάρμαινα, Άγιος Αθανάσιος- και τα νότια -οικία Αναγνωστόπουλου (όπου το φυλάκιο εισόδου στην πόλη, η σημερινή "Ελλαδογραφία") και Ηλεκτρική Εταιρία (η σημερινή ΔΕΗ)- και ενεπλάκησαν σε σκληρές οδομαχίες. Παράλληλα έγιναν αντιπερισπασμοί σε Ιτέα, Δελφούς και Αράχωβα. Στην Άμφισσα, όπως ξέρουμε από τα γερμανικά αρχεία, βρίσκονταν δύο λόχοι του ΙΙΙ Τάγματος των Ες-Ες (ο 9ος και ο 10ς) μαζί με τη διοίκηση, δηλαδή τουλάχιστον 300 με 350 άνδρες. Αν και οι αντάρτες έσπασαν τα φυλάκια και κυριάρχησαν για ώρες στο μεγαλύτερο μέρος της πόλης, η επίθεση απέτυχε εξαιτίας κακού συντονισμού και φυσικά της ετοιμότητας των Γερμανών (που δεν ήταν τυχαίοι πολεμιστές) να αντεπιτεθούν. 

Είναι παράδοξο που δεν γνωρίζουμε αρκετά για αυτή τη μάχη η οποία ήταν μία από τις πιο σοβαρές επιθετικές προσπάθειες της Αντίστασης. Οι αντάρτες δεν έκαναν απλή κρούση, ή προπαγανδιστική επίδειξη, αλλά προσπάθησαν να εξοντώσουν τη φρουρά. Τουλάχιστον 45 αντάρτες (ταυτοποιημένοι) σκοτώθηκαν και σχεδόν 100 τραυματίστηκαν. Οι γερμανικές απώλειες ήταν σημαντικές σε σχέση με τη δυσκολία της επιχείρησης: 20 νεκροί και 90 τραυματίες σε "ισχυρή επίθεση συμμοριτών σε όλον τον τομέα του ΙΙΙ Τάγματος" (σύμφωνα με το επίσημο ανακοινωθέν) ενώ τους ίδιους αριθμούς αναφέρει σε επίσημο έγγραφό του και ο Νομάρχης Βοιωτίας Ιωάννης Γεωργόπουλος στην κυβέρνηση στην Αθήνα προσθέτοντας ότι "η αποτυχία των ανταρτών μόνο εις τύχη μπορεί να αποδοθή" (ο νομάρχης προφανώς ήταν με τους Γερμανούς). Ο Δρόσος Κραβαρτόγιαννος αναφέρει 28 νεκρούς και 50 τραυματίες των Γερμανών. Στη μάχη σκοτώθηκαν 5 χωροφύλακες της τοπικής Διοίκησης Χωρ/κής (που πολεμούσαν με τους Γερμανούς), ο πρώην κλαρίτης και αντάρτης του 5/42 και νυν συνεργάτης των Γερμανών που είχε σταμπαριστεί από τους αντάρτες και εξοντώθηκε κατόπιν σχεδίου-ενέδρας, Θεόδωρος Λενής ή "Πατσάς" και τουλάχιστον δύο πολίτες, πιθανόν από αδέσποτες, η Ουρανία Μπατσαλιά στην οδό Ι.Σ. Γάτου και ο ιερέας Φώτης Ψιλογιάννης έξω από το σπίτι του στην οδό Τζαμάλα. Το τάγμα των Ες-Ες δεν πραγματοποίησε άλλη σοβαρή επιχείρηση στην περιοχή και αντικαταστάθηκε στα τέλη Ιουλίου.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζουν ονομαστικά τα αθώα θύματα αυτής της μάχης που δολοφονήθηκαν την επομένη σε "εκκαθάριση" κατά μήκος του δρόμου Ιτέας-Γραβιάς: Παναγιώτης Καραγιώργος, Ανάργυρος Παναγιώτας, Θεοχάρης Βασιλόπουλος και η γυναίκα του Γεωργίου Κοτσίμπου που θερίστηκαν από τα γερμανικά πολυβόλα στη διασταύρωση προς Βάριανη, ο τσοπάνος Νικόλαος Μήταλας ή «Ματσούκας» (52 ετών) με τη σύζυγό του Κωνσταντίνα Παπαδήμα-Μήταλα (39 ετών) και τις δύο κόρες τους Βιολέτα (έξι ετών) και Μαρία (βρέφος), ο Γεώργιος Σεγδίτσας ή «Μπαλαμάσκας» (19 ετών) και ο Ευθύμιος Κασούτσας ή «Ιούντας» (62 ετών) στη θέση «Ψηλή Ράχη» μετά τον αυχένα του 51 χλμ. και ο Νικόλαος Ευθ. Μπελούμπασης που δολοφονήθηκε εν ψυχρώ στην τοποθεσία «Στρογγυλόλακος», από το εκεί γερμανικό φυλάκιο.


Στη φωτογραφία φαίνεται η διοίκηση του ΙΙ/34 Τάγματος του ΕΛΑΣ που σήκωσε το μεγαλύτερο βάρος της μάχης. Στη μέση καθιστός ο διοικητής Βασίλης Κορνηλάκης ο οποίος τραυματίστηκε σοβαρά με διαμπερές στην λεκάνη ενώ βρισκόταν στην Πλατεία Ησαία. Δεξιά του με το παχύ μουστάκι ο καπετάνιος του τάγματος, Κρόνος (Κώστας Αντωνόπουλος).

 

Ο Ιάσονας Χανδρινος είναι ιστορικός, επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Ρέγκενσμπουργκ. Αποφοίτησε το 2006 από το τμήμα ιστορίας και αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ. Την περίοδο 2007-2017 διετέλεσε επιστημονικός συνεργάτης του Εβραϊκού Μουσείου Ελλάδος και είναι ιδρυτικό μέλος του εργαστηρίου μελέτης ελληνικού Εβραϊσμού.

Παρασκευή 17 Σεπτεμβρίου 2021

Η συνθηκολόγηση μ’ ένα τσαρούχι


Στην αρχή της Επανάστασης, την άνοιξη του 1821, ο οπλαρχηγός Νάκος Πανουργιάς πολιορκούσε τους Τούρκους στο κάστρο των Σαλώνων (Άμφισσα). Οι Έλληνες είχαν καταφέρει να επιβάλλουν απόλυτο αποκλεισμό στο κάστρο και έτσι οι Τούρκοι γρήγορα ξέμειναν από τροφές. Το χειρότερο γι’ αυτούς ήταν ότι οι πολιορκητές τους είχαν κόψει το νερό και έτσι η δίψα τους έγινε ανυπόφορη. Οι Τούρκοι σύντομα ζήτησαν να διαπραγματευθούν την παράδοση του κάστρου με αντάλλαγμα να τους αφήσουν να φύγουν. Οι Έλληνες δέχτηκαν. Όμως, ο Τούρκος αγάς που ήταν φρούραρχος των Σαλώνων πληροφορήθηκε ότι αρχηγός των Ελλήνων ήταν ο Νάκος Πανουργιάς ο οποίος υπήρξε παλιότερα αρματολός κάτω από τη διοίκησή του. Ο αγάς θεώρησε ότι ήταν προσβλητικό για τον ίδιο να παραδώσει το κάστρο σε κάποιον που θεωρούσε παρατρεχάμενό του και έτσι διέκοψε τις διαπραγματεύσεις....



Η πολιορκία συνεχίστηκε και οι Τούρκοι έφθασαν στο σημείο να πεθαίνουν από τη δίψα και την πείνα. Ο αγάς αναγκάστηκε και κατάπιε την περηφάνειά του. Αποφάσισε να κάνει τη συμφωνία παράδοσης με τον Πανουργιά. Έτσι έγινε ανακωχή, και ο Τούρκος αγάς με τη συνοδεία του συναντήθηκε μαζί του έξω από το κάστρο. Ο αγάς έκανε ότι δεν ήξερε ότι ο Πανουργιάς ήταν ο Έλληνας διοικητής και ρώτησε δήθεν αθώα αν θα έπρεπε να κλείσει μ’ εκείνον τη συμφωνία για την παράδοση του κάστρου. Όμως, ο Πανουργιάς τότε έβγαλε το τσαρούχι του και είπε στον αγά: «Όχι, μ’ αυτό θα κάνεις τη συμφωνία!» Ο Πανουργιάς είχε πληροφορηθεί όλα όσα είχαν διαμειφθεί μέσα στο κάστρο των Σαλώνων και την περιφρόνηση που του είχε δείξει α αγάς. Ήταν αποφασισμένος λοιπόν να ξεπλύνει την προσβολή, ξευτιλίζοντάς τον με τον δικό του τρόπο....

Έτσι προέβη σε μία ενέργεια που ήταν άκρως ταπεινωτική. Ο αγάς αναγκάστηκε να μιλήσει με το τσαρούχι, ενώ ο Πανουργιάς ενεργούσε ως «εκπρόσωπος» του τσαρουχιού! Είχε βάλει ως εγγυητή της συμφωνίας το τσαρούχι του το οποίο την εκτέλεσε κατά γράμμα, και έτσι το κάστρο των Σαλώνων πέρασε ειρηνικά στους Έλληνες, ενώ οι Τούρκοι γλίτωσαν τη ζωή τους!


Αντλήθηκαν στοιχεία από: βλ. Γιάννης Βλαχογιάννης, Ιστορικά Ανέκδοτα και Αξιοπερίεργα Επιφανών Ελλήνων, Εκδόσεις Γνώση, Αθήνα, 2012, σελ. 268...

 

Σάββατο 11 Σεπτεμβρίου 2021

Fragments / the symptom 12


Αρχαιολογικό Μουσείο Άμφισσας

25 Σεπτεμβρίου - 28 Νοεμβρίου, 2021


                           Φωτογραφία από το Αρχαιολογικό Μουσείο Άμφισσας


Το The Symptom Projects πραγματοποιεί για δωδέκατη συνεχόμενη χρονιά, στην πόλη της Άμφισσας, το εκθεσιακό του πρόγραμμα: Το Σάββατο 25 Σεπτεμβρίου 2021 πραγματοποιούνται τα εγκαίνια της ομαδικής έκθεσης Fragments, στο Αρχαιολογικό Μουσείο Άμφισσας. Διάρκεια έκθεσης: 25 Σεπτεμβρίου - 19 Νοεμβρίου, 2021

 

 Fragments

Το θραυσματικό περιβάλλον της αρχαιότητας και η ολικότητα του θραύσματος

 

«Το θραύσμα της αρχαιότητας είναι ότι μας έχει απομείνει απ’ αυτή. Μόνο σ’ αυτή την ερειπωμένη μορφή μπορεί κάτι να διαβαστεί. Η μόνη πραγματική ακεραιότητα είναι πλέον η ακεραιότητα του θραύσματος. Η μόνη ανακτημένη μορφή είναι πλέον η θραυσματική μορφή. Θραύσματα που δεν επιζητούν την ολικότητα τους, αλλά τη διαθεσιμότητά τους, τη διαφύλαξη τους στη καταγωγική θέση του μηδενός.»

(απόσπασμα απ’ το επιμελητικό κείμενο)

 

Η φετινή ομαδική έκθεση «Fragments» του The Symptom Projects, σε επιμέλεια του Αποστόλη Αρτινού, και σε συνεργασία με την Εφορεία Αρχαιοτήτων Δελφών, θα πραγματοποιηθεί στις αίθουσες και στον κήπο του Αρχαιολογικού Μουσείου Άμφισσας, όπου δεκαπέντε σύγχρονοι εικαστικοί καλλιτέχνες θα επιχειρήσουν με το έργο τους να συνυπάρξουν με τη συλλογή του Μουσείου, να συντονιστούν με την ενέργεια των θραυσματικών αντικειμένων του και να συνδιαλεχθούν με τη γλώσσα τους. 

Τη βραδιά των εγκαινίων, στις 8μμ. στον κήπο του Μουσείου θα πραγματοποιηθεί και η περφόρμανς του Δημήτρη Αμελαδιώτη «Το κέλυφος».

Είσοδος ελεύθερη! 

 

Επιμέλεια έκθεσης: Αποστόλης Αρτινός


Συμμετέχοντες καλλιτέχνες:

Δημήτρης Αμελαδιώτης



Ευγενία Βερελή 



Παναγιώτης Βορριάς 



Αναστασία Δούκα 



Βασίλης Ζωγράφος 



Λίζη Καλλιγά



Άννα Λάσκαρη



Χριστίνα Μήτρεντσε 



Μαλβίνα Παναγιωτίδη  



Ηλίας Παπαηλιάκης 



Χαρά Πιπερίδου 



Πάνος Προφήτης



Γιώργος Σκυλογιάννης



Δέσποινα Χαριτωνίδη 



Διονύσης Χριστοφιλογιάννης



 

 

 

Fragments

Archaeological Museum of Amfissa

September 25th - November 28th, 2021         

 

The fragmented environment of antiquity and the entirety of the fragment

 

“The fragment of antiquity is what we have been left. Only in this dilapidated form can anything be read. The only real integrity that remains is the integrity of the fragment. The only recovered form is the fragmented form. Fragments, which do not seek their wholeness, rather seek their availability, and their preservation in the initial position of zero.”

(Excerpt from the curatorial text)

 

 This year's group exhibition "Fragments" by The Symptom Projects, curated by Apostolis Artinos, and in collaboration with the Delphi Antiquities Authority, will take place in the halls and garden of the Archaeological Museum of Amfissa, where fifteen contemporary visual artists will attempt to coexist with the Museum's collection through their work, to coordinate with the energy of its fragments and to interact with their language.


Curated by Apostolis Artinos


Artists: Malvina Panagiotidi, Panagiotis Vorrias, Panos Profitis, Christina Mitrentse, Eugenia Vereli, Anastasia Douka, Lizzie Calligas, Dimitris Ameladiotis, Dionisis, Hara Piperidou, Christofilogiannis, Ilias Papailiakis, Anna Lascari, Despina Charitonidi, Vasilis Zografos, George Skiloyannis.   

 

 

Archaeological Museum of Amfissa

Opening hours: Κυριακή / Sunday: 9.00 – 16.00, Δευτέρα / Monday: κλειστό / closed, Τρίτη / Tuesday: κλειστό / closed, Τετάρτη / Wednesday: 9.00 – 16.00, Πέμπτη / Thursday: 9.00 – 16.00, Παρασκευή / Friday: 9.00 – 16.00, Σάββατο / Saturday: 9.00 – 16.00.



Φωτογραφία: Μαλβίνα Παναγιωτίδη, «The Fools», ψυχρός πηλός, διαστάσεις μεταβλητές, 2018




Τετάρτη 11 Αυγούστου 2021

Οικία Γερολυμάτου

 


Του Νίκου Παπούλια

Στη γωνία των οδών Κοττορού και Πανταζή στην Άμφισσα, δίπλα από  το Εργατικό Κέντρο, βρίσκεται η οικία Γερολυμάτου, ένα σπάνιο αρχοντικό οίκημα με αρχαία ψηφιδωτά στο υπόγειό του.

Το σπίτι αγοράστηκε από τον Ανδρέα Γερολυμάτο το 1910 από τον τότε ιδιοκτήτη κ. Ζαφειρίου μεγάλο άρχοντα της Άμφισσας εκείνη την εποχή. Η αρχική του κτήση υπολογίζεται γύρω στα 1880 και μάλιστα ως μονοκατοικία. Επειδή όμως, ο Ανδρέας,  είχε 5 παιδιά αποφάσισε να μετατρέψει το σπίτι σε διώροφη οικία προκειμένου να μπορεί να μένει η οικογένειά του με τα πέντε παιδιά.   Ο  ίδιος, ήταν έμπορος υφασμάτων και καθιέρωσε για πρώτη φορά στην Άμφισσα το έτοιμο ανδρικό ρούχο.  Είχε κι έναν αδελφό.


Ως προς την αρχιτεκτονική κατασκευή, πρόκειται για διώροφη οικία με υπόγειο, 120 τμ ο κάθε όροφος. Οι δύο όροφοι επικοινωνούν εσωτερικά με ξύλινη σκάλα. Στον πάνω όροφο είναι τα τέσσερα υπνοδωμάτια, στο ένα από αυτά υπάρχει και τζάκι για τη θέρμανση της οικίας. Το δωμάτια είναι ψηλοτάβανα, με ξύλινα πατώματα (δεν έχει γίνει κάποια αλλαγή) και εντυπωσιακές, «βασιλικές» πόρτες μεγάλων διαστάσεων.  Ο κάτω όροφος είχε δωμάτια που χρησιμοποιούνταν σε καθημερινές εργασίες. 


Εξωτερικά το αρχοντικό έχει πέτρινη επένδυση στην ολότητά του, δύο μπαλκόνια με μαρμάρινα φουρούσια και σιδεριές με περίτεχνα σχέδια και τρίτο μπαλκόνι στην δυτική πλευρά, εντός του οικήματος και απλής κατασκευής. Υπάρχουν 14 μεγάλα παράθυρα για να εισέρχεται άπλετο φως στο σπίτι. 

Η σκεπή είναι με κεραμίδια, και περιμετρικά στολίζεται με ακροκέραμα. Κάτω από τη σκεπή ο τοίχος  έχει γύρω γύρω ζωγραφιστό μαίανδρο. Το σπίτι έχει μεγάλο περιβόλι και βοτσαλωτή αυλή.

Η κύρια εξωτερική πόρτα της εισόδου επί της οδού Κοττορού,  είναι ξύλινη, μεγάλη σε ύψος, φέροντας δύο τζάμια στο πάνω μέρος της,  χωρίς ιδιαίτερη διακόσμηση.

Κατά την περίοδο της Κατοχής το σπίτι επιτάχθηκε από τους Γερμανούς οι οποίοι είχαν


αφήσει μόνο δύο ελεύθερα δωμάτια για την οικογένεια. Ένα για να ζει ο παππούς Ανδρέας και το άλλο τα υπόλοιπα μέλη της.  Μάλιστα στη δυτική πλευρά είχαν δημιουργήσει και δύο πολεμίστρες με τα όπλα τους να στοχεύουν στο Κάστρο της πόλης.

Στο υπόγειο του σπιτιού  όπου χρησίμευε ως αποθηκευτικός χώρος, βρίσκεται ένα σπάνιο  ψηφιδωτό διαστάσεων   2,25Χ1,50, υστερορωμαϊκού κτιρίου (3ου – 4ου αιώνα μ.Χ.) που αναπαριστά έναν έντρομο πυγμαίο, που κρατά ράβδο και τρέχει προς τα αριστερά κυνηγημένος από γερανό. Η εύγλωττη επιγραφή πάνω από την παράσταση: «ΣΧΟΛΗ ΜΕ ΤΗ ΔΡΕΙΛΟΝ» (Σχολή μη το δρείλον) είναι λόγια που απευθύνει ο πυγμαίος στον γερανό : «Άφησε μη (πειράζεις) το δρείλον. Η λέξη δρείλον είναι εδώ ουδέτερο κι όχι αρσενικό (ο δρείλος) και είναι ταυτόσημη με το φαλλός.



Μία δεύτερη επιγραφή , αντίποδα της προηγούμενης, διακρίνεται στο πάνω μέρος του μωσαϊκού κοντά στον τοίχο του θεμελίου της οικίας: «ΒΟΙΘΕΙ ΠΑΠΑ» (Βοίθει παπά). Το «βοήθει παπα» ξεστομίζει άλλος έντρομος πυγμαίος , που τον καταδιώκει γερανός. Η δεύτερη αυτή παράσταση που καλύπτεται από το θεμέλιο του σπιτιού, αποτελεί τον αντίποδα της προηγούμενης.

Η Άμφισσα θα συνεχίσει να είναι η πόλη με την πλούσια πολιτισμική κληρονομιά και τα αρχοντικά της  παραμένουν κομμάτι της ζωντανής ιστορίας της.

Τρίτη 23 Μαρτίου 2021

Ἔναρξη τῆς Ἐπανάστασης στή Ρούμελη

Του Φωτίου Σταυρίδη 


Ἡ Ἀνατολική Στερεά Ἑλλάδα ἐπαναστάτησε ταυτόχρονα μέ τήν Πελοπόννησο, στά τέλη Μαρτίου τοῦ 1821. Ἡ ἐξέγερση ἔλαβε μέρος κυρίως στή Φωκίδα, τήν Δωρίδα, τήν Λιβαδειά καί τήν Λοκρίδα. Οἱ ψυχομένοι Ρουμελιῶτες κλεφταρματολοί Ὀδυσσέας Ἀνδροῦτσος, Ἀθανάσιος Διάκος, Βασίλης Μποῦσγος, Πανουργιᾶς, Δῆμος Σκαλτσᾶς καί Ἰωάννης Δυοβουνιώτης δέν πτοήθηκαν ἀπό τόν ἰσχυρό τουρκικό στρατό πού ἦταν σταθμευμένος στό Ζητούνι (Λαμία), στά Τρίκαλα καί τή Λάρισα ἀλλά ἄναψαν τή φωτιά στήν Ρούμελη. Εἶχαν φανεῖ ἄλλωστε οἱ προθέσεις τους στή σύσκεψη τῆς Ἁγίας Μαύρας (Φεβρουάριος 1821), ὅπου εἶχαν ἀποφασίσει μέ ἐνθουσιασμό τήν ἐπανάσταση, σέ ἀντίθεση μέ τούς προκρίτους τοῦ Μοριᾶ οἱ ὁποῖοι στή σύσκεψη τῆς Βοστίτσας εἶχαν φανεῖ διστακτικοί καί ἀναβλητικοί.


Ἡ πρώτη πόλη τῆς Ρούμελης πού θά ἐλευθερωνόταν θά ἦταν ἡ πρωτεύουσα τῆς Φωκίδος, τά Σάλωνα (Ἄμφισσα). Στίς 24 Μαρτίου 1821, στό μοναστήρι τοῦ Προφήτη Ἠλία, ὁ ἐπίσκοπος Ἠσαΐας ἀπό κοινοῦ μέ τόν ἀρματολό Πανουργιᾶ καί τούς προεστούς τῶν Σαλώνων Ἀναγνώστη Γιαγτζή, Ρήγα Κοντορήγα καί Ἀναγνώστη Κεχαγιά, συγκέντρωσαν ἑκατοντάδες παλληκάρια, ἔκαναν δοξολογία στή μονή καί ὕψωσαν τή σημαία τῆς Ἐπαναστάσεως.

Ὁ Πανουργιᾶς εἶχε γεννηθεῖ στό χωριό Δρέμισσα (Πανουργιᾶς Φωκίδας) τό 1767. Ὁ πατέρας τοῦ Πανουργιᾶ λεγόταν Ξηροδημήτρης, ἐπειδή ἦταν ἐξαιρετικά ἀδύνατος. Ἦταν προεστός τοῦ χωριοῦ Δρέμισσα τῆς Παρνασσίδος. Ὅταν o γιός του βαπτιζόταν, ὁ ἀνάδοχός του τόν πέρασε γιά κορίτσι καί τοῦ ἔδωσε τό ὄνομα Πανώρια. Οἱ γονεῖς τοῦ Πανουργιᾶ, πού ἦταν πολύ θεοσεβούμενοι, θεώρησαν ἁμαρτία νά ἀλλάξουν τό ὄνομα πού δόθηκε μέ τό μυστήριο καί ἁπλά τόν φώναζαν Πανουργιᾶ. Τό ὄνομα αὐτό τελικά ἔγινε οἰκογενειακό ὄνομα τῶν Πανουργιάδων.

Ὁ Πανουργιᾶς ὡς νέος διακρινόταν γιά τό ὡραῖο του παρουσιαστικό. Ἡ ἐντυπωσιακή του ἐμφάνιση ἔγινε ἡ αἰτία νά σωθεῖ ἡ ζωή του ὅταν καταδικάστηκε σέ θάνατο γιά κάποια ἀσήμαντη αἰτία. Ἕνας ἰσχυρός Τοῦρκος, ὁ Δελή Ἀχμέτ λυπήθηκε τό νεαρό Πανουργιᾶ καί μεσολάβησε νά τοῦ χαρίσουν τή ζωή. Μάλιστα τόν πῆρε στήν ὑπηρεσία του. Ὅταν πέθανε ὁ Τοῦρκος, ὁ δεκαεξάχρονος Πανουργιᾶς ἔγινε κλέφτης, συνεργάστηκε μέ τόν Ἀνδρέα Ἀνδροῦτσο Βερούση (Ἀνδρίτσο) καί ἔλαβε μέρος στίς ἐπιχειρήσεις τοῦ Λάμπρου Κατσώνη. Μετά τόν θάνατο τοῦ Ἀνδρίτσου ὁ Ἀλή πασᾶς, γιά νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τόν Πανουργιᾶ τόν ἔκανε ἀρματολό. Ἀργότερα ὁ τελευταῖος ἔγινε πάλι κλέφτης, ὅταν ἀντικαταστάθηκε στό ἀρματολίκι ἀπό τόν Λάμπρο Σουλιώτη. Ἐπειδή ἦταν ἀδύνατο νά τόν συλλάβει ὁ Ἀλή πασάς ἔδωσε ἐντολή καί πῆραν τήν οἰκογένειά του στά Ἰωάννινα. Τότε ὁ Πανουργιᾶς ἀναγκάστηκε νά παραδοθεῖ στόν Ὀδυσσέα Ἀνδροῦτσο καί νά ἀποσταλεῖ στόν τύραννό της Ἠπείρου. Ὁ Ἀλή πασᾶς δέν ἔβλαψε τόν Πανουργιᾶ ἀλλά τόν κράτησε κοντά του ἀπό τό 1817 ἕως τό 1820.

Ὅταν ὁ Ἀλή πασᾶς πολιορκήθηκε στά Γιάννενα ὁ Πανουργιᾶς κατόρθωσε νά δραπετεύσει καί νά ἐπιστρέψει στήν ἰδιαίτερη πατρίδα του. Τότε ὀργάνωσε ἕνα πειθαρχημένο σῶμα ἑξῆντα ἀνδρῶν ντυμένων καί ἐξοπλισμένων ὁμοιόμορφα καί διάλεξε γιά πρωτοπαλλήκαρά του τόν Γιάννη Γκούρα, τόν Θανάση Μανίκα καί τόν Παπαντρέα ἀπό τήν Κουκουβίστα. Μόλις σήκωσε τό λάβαρο τῆς ἐπανάστασης στή Μονή τοῦ Προφήτη Ἠλία, ὁ Πανουργιᾶς ἔστειλε τόν Θανάση Μανίκα μαζί μέ τόν Παπανδρέα νά στρατολογήσουν στά Βλαχοχώρια τῆς Δωρίδος ὅσους μποροῦσαν νά φέρουν ὅπλα, τόν δέ ἀνιψιό τοῦ Γιάννη Γκούρα τόν ἔστειλε στό χωριό Ἅι Γιώργης κοντά στά Σάλωνα, γιά νά ἔρθει σέ ἐπαφή μέ τούς Γαλαξειδιῶτες, ζητώντας τή σύμπραξή τους.

Οἱ θαρραλέοι Γαλαξειδιῶτες μέ ἀρχηγούς τόν Γιάννη Μητρόπουλο καί τόν Φούντα δέχτηκαν μέ ἐνθουσιασμό τό κάλεσμα τοῦ Πανουργιᾶ καί κινήθηκαν ἀμέσως πρός τήν Ἄμφισσα. Ἡ συμμετοχή αὐτή τοῦ Γαλαξειδίου εἶχε ἐξαιρετική σημασία διότι τό Γαλαξείδι διέθετε 40 πλοῖα μεγάλα καί πολλά μικρότερα, ἱκανά νά ἐκμηδενίσουν τήν ἀπειλή τῶν τουρκικῶν πλοίων πού βρίσκονταν στό λιμάνι τῆς Ναυπάκτου. Ἐξασφαλιζόταν λοιπόν ἡ ἐλευθερία τοῦ Κορινθιακοῦ κόλπου, ἡ παρεμπόδιση τῶν συγκοινωνιῶν τῶν Τούρκων τῆς περιφέρειας, ἐνῶ διασφαλιζόταν ἡ ἐπικοινωνία μέ τούς Πελοποννησίους ἐπαναστάτες.

Ὁ Γκούρας ἐνθουσιάστηκε τόσο πολύ, πού δέν περίμενε νά συνεννοηθεῖ μέ τόν Πανουργιᾶ. Στάθμευσε μέ τούς 150 μαχητές του τή νύκτα στό χωριό Ἅι Γιώργης καί ἔστειλε γράμμα στόν Πανουργιᾶ, δηλώνοντας τήν ἐπιθυμία του νά “βαρέσει ταχιά τά Σάλωνα”. Ὁ Πανουργιᾶς, γνωρίζοντας τήν ἀποφασιστικότητά του, ἔσπευσε νά στείλει ἀγγελιοφόρο ζητώντας του νά μήν ἐπιτεθεῖ ἕως ὅτου πάρει νεώτερη διαταγή γιά νά μήν καταστρέψει ἀπό βιασύνη τήν ἐπανάσταση. Εὐτυχῶς ὁ Γκούρας συγκρατήθηκε.

«Στή Ρούμελη οἱ προϋποθέσεις γιά σηκωμό στέκονταν πολύ πιό δύσκολες ἀπό τό Μοριᾶ. Βρισκόταν σιμά σέ τέσσερεις σημαντικές τούρκικες βάσεις: Γιάννενα, Λάρισα, Βόλο, Εὔβοια. Ἦταν εὐτύχημα βέβαια πώς στά Γιάννενα ξακολούθαγε τήν ἀντίστασή του ὁ Ἀλήπασας. Οἱ στρατιωτικές ὅμως δυνάμεις πού τόν πολιορκοῦσαν μποροῦσαν νά στείλουν σημαντικά ἀποσπάσματα νά κτυπήσουν τούς ἐπαναστάτες.

Ἀντιστάθμιζε ὅμως τούτη τή δυσκολία ἡ ὕπαρξη μιᾶς μαχητικῆς ἀπό αἰῶνες παράδοσης – ἡ κλεφτουριά καί τ’ ἀρματολίκια. Ἕνας στρατός σχεδόν ἕτοιμος, μέ θαυμάσια στελέχη γιά τόν ἄτακτο πόλεμο, πού τόσο τόν εὐνοοῦσαν τά βουνά τῆς Ρούμελης.


Ἡ ψυχή τοῦ Πανουργιᾶ ἀνάσαινε ἔλατο, θυμάρι καί λευτεριά. Ἔτσι, ὅταν στίς 24 τοῦ Μάρτη 1821 ἔμαθε τό σηκωμό τῆς Πάτρας, πῆρε τούς λεβέντες του καί τράβηξε γιά τό μοναστήρι τοῦ Προφήτη Ἠλία. Φωνάζει τούς προεστούς καί τούς λέει πώς θ’ ἀνεμίσει τό μπαϊράκι τοῦ σηκωμοῦ καί θά κτυπήσει τούς Τούρκους. Στ’ ἀναμεταξύ ἔφτασαν στά Σάλωνα οἱ Τοῦρκοι τῆς Βοστίτσας, τοῦ Αἰγίου δηλαδή, τρομοκρατημένοι ἀπ’ ὅσα ἔτρεξαν στό Μοριᾶ. Ἡ δύναμη τῶν ντόπιων Τούρκων μαζί μ’ ἐκείνους πού ἦρθαν ἀπό τή Βοστίτσα δέν ἦταν ἀψήφιστη, ἔφτανε τά ἑξακόσια ντουφέκια

Ὁ Πανουργιᾶς στέλνει στό Γαλαξείδι τόν Γκούρα, τόν γαμπρό του Μανίκα καί τόν Παπαντρέα νά στρατολογήσουν. Οἱ Γαλαξειδιῶτες μέ προθυμία δέχονται ν’ ἀντιβγοῦν στό δυνάστη ὄχι μονάχα στή θάλασσα, παρά καί στή στεριά. Ὅταν κάπως δυνάμωσε ὁ Πανουργιᾶς ἀποφασίζει, ἄν καί τ’ ἀσκέρι του ἦταν πιό ἀδύναμο ἀπό τό τούρκικο τῶν Σαλώνων, νά κτυπήσει, λογαριάζοντας πώς τό χειρότερο ἀπ’ ὅλα θά ἦταν νά χασομερήσει δίνοντας καιρό στούς ἐχθρούς νά συνεφέρουν καί νά ἑτοιμαστοῦν.

Ἐπειδή ὅμως ἔβλεπε πολλούς νά εἶναι διστακτικοί, σκαρφίζεται τοῦτο δῶ τό κόλπο. Ὁρμηνεύει κάποιον τῆς ἐμπιστοσύνης του νά πάει στήν Ἰτέα κι ὅταν γυρίσει νά πεῖ πώς εἶδε τάχα στόν κόρφο τό ρούσικο στόλο. Ὅταν ἦρθε καί ξεφούρνισε τήν ψεύτικη εἴδηση, φωνάζει ὁ Πανουργιᾶς:

– “Ἀδέρφια, τί καρτερᾶμε”;

Ξεχύνονται – ἦταν 27 τοῦ Μάρτη – νά πάρουν τήν πολιτεία. Οἱ Τοῦρκοι, βλέποντας τήν ὁρμή τους, τήν παρατᾶνε κι ἀνεβαίνουν στό φράγκικο κάστρο, πού τά ἐρείπια τοῦ ἴσαμε τίς μέρες μας ὡσάν κορῶνα στέκονται πάνω ἀπό τήν Ἄμφισσα, καθώς λένε τά Σάλωνα τώρα.»

Στίς 27 Μαρτίου 1821, ξημερώματα, τά Σάλωνα βρέθηκαν σέ κατάσταση πολιορκίας. Στή μία μετά τά μεσάνυχτα δόθηκε τό σύνθημα. Ἡ πρώτη μεγάλη φωτιά φάνηκε στό Παλουμάκι τῆς Δεσφίνας καί ἀκολούθησαν οἱ ἄλλες στό Μετόχι τοῦ Προφήτη Ἠλία, στόν Κόφινα κοντά στά Λιβαδάκια, στόν Ἄϊ Θανάση στό ρέμα τῆς Μηλιᾶς καί στήν Κουτσουρέρα πάνω ἀπό τήν Ἁγία Θυμιά. Τά παλληκάρια συγκεντρώθηκαν ἔξω ἀπό τήν πόλη σέ τρία τμήματα. Τό ἀριστερό διοικοῦσε ὁ Γκούρας, τό δεξιό ὁ Παπαντριᾶς καί ὁ Θανάσης Μανίκας καί τό μεσαῖο ὁ Πανουργιᾶς.

Οἱ Γαλαξειδιῶτες ἔφεραν ψιλά ὅπλα, πολεμοφόδια καί μικρά κανόνια ἀπό τά καράβια τους. Ἀνάμεσά τους διακρινόταν ὁ Ἰωάννης Καραλίβανος, ἀξιωματικός γιά πολλά χρόνια στά τούρκικα πλοῖα, καί οἱ γενναῖοι ὁπλαρχηγοί Γιάννης καί Νικολάκης Μητρόπουλος. Ἡ ἐπίθεση, ἄρτια ὀργανωμένη, κράτησε τέσσερεις ὧρες. Καθώς οἱ Τοῦρκοι ὑποχωροῦσαν γιά νά κλειστοῦν στό κάστρο, ἕνας σκοπευτής τους, ὀχυρωμένος στά τούρκικα λουτρά (χαμάμ) πυροβόλησε καί τό βόλι βρῆκε τόν ἄτυχο Σταμάτη Τράκα στό μέτωπο. Ἦταν ὁ πρῶτος νεκρός στήν πρώτη ἐπίσημη μάχη τῆς ἐπαναστατημένης Ρούμελης. Ὁ πατέρας του Θεόδωρος Τράκας, βλέποντας νεκρό τό παιδί του, ἔσφιξε τήν καρδιά καί εἶπε στούς στρατιῶτες: “Γάμος χωρίς σφαχτά δέν γίνεται”. Οἱ ἐλάχιστοι Τουρκαλβανοί πού ξέμειναν στήν πόλη παραδόθηκαν καί βρῆκαν μαρτυρικό θάνατο. Ὡστόσο, οἱ Σαλωνίτες ἔκρυψαν γιά πολλές ἡμέρες μέσα σέ κάδους καί πιθάρια μερικές τουρκικές οἰκογένειες μέ τίς ὁποῖες συνδέονταν φιλικά.

Στήν οἰκία τοῦ Ἀναγνώστη Κεχαγιά ὑψώθηκε τό λάβαρο τῆς ἐπαναστάσεως. Ἀμέσως συγκροτήθηκε Ἑλληνική Διοίκηση. Τήν ἀποτελοῦσαν οἱ Ἀναγνώστης Κεχαγιάς, Ἀναγνώστης Γιαγτζής, Ρήγας Κοντορήγας, Γιωργάκης Παπαηλιόπουλος, Ἠλίας Κόκκαλης, Εὐστάθιος Μαρκίδης ἤ Μαρκόπουλος, Δεστερλής, Βασίλειος Χαντζάρας, Εὐθύμιος Κρανάκης, Παπαϊωάννης Οἰκονόμος καί Χαρίτος μέ πρόεδρο τόν ἐπίσκοπο Σαλώνων Ἠσαΐα.

Τήν ἴδια ἡμέρα ἄρχισε ἡ πολιορκία τοῦ κάστρου. Τά μπρούτζινα γαλαξειδιώτικα κανόνια στήθηκαν στό σπίτι τοῦ Στράγκα, πού βρισκόταν στό ἄκρο τῆς πόλης. Μέ τούς πρώτους πυροβολισμούς σκοτώθηκαν μία γυναίκα καί δύο παιδιά καί καταστράφηκαν δύο φορτώματα ἄλευρα τῶν Τούρκων. Καθώς ὅμως, οἱ ὑπόλοιποι πυροβολισμοί πήγαιναν χαμένοι, τά κανόνια μεταφέρθηκαν στά μνήματα, πάνω ἀπό τήν συνοικία Χάρμαινα, κοντά στό στρατηγεῖο τοῦ Πανουργιᾶ.

Οἱ Τοῦρκοι ἀρνοῦνταν νά παραδοθοῦν, ἐλπίζοντας σέ ἐνισχύσεις ἀπό Εὔβοια καί Λαμία. Ὁ Πανουργιᾶς κάλεσε τούς ὁπλαρχηγούς σέ συμβούλιο, ἀλλά καμία πρόταση δέν φαινόταν ἀρκετά καλή, μέχρι πού πῆρε τό λόγο ὁ Καραπλής. Ζήτησε μαραγκούς, σανίδια καί πάτερα. Ἦταν πρωταπριλιά, παραμονή τοῦ Λαζάρου. Στό χῶρο κάτω ἀπό τά πηγάδια, ὁ Καραπλής κατασκεύασε σκαλωσιά καί ἀνέβηκε μαζί μέ 30 παλληκάρια, γκρεμίζοντας τήν στό τέλος. “Πῶς θά γυρίσουμε πίσω;” ρώτησε κάποιος. “Ἐδῶ ἤρθαμε γιά νά νικήσουμε ἤ νά σκοτωθοῦμε”, ἀπάντησε ὁ Καραπλής.

Οἱ Ἕλληνες κατέλαβαν τίς πηγές τοῦ νεροῦ καί οἱ ἐχθροί περιῆλθαν σέ δεινή θέση. Ἡ ἀπόπειρά τους νά τίς καταλάβουν ἔληξε ἄδοξα μέ δεκατρεῖς Τούρκους νεκρούς, ἀνάμεσά τους καί τόν ξακουστό Τοῦρκο Χάϊτα. Μή μπορώντας ἄλλο νά ἀντέξουν τή δίψα, οἱ Τοῦρκοι ἔστειλαν τούς μπέηδες νά διαπραγματευτοῦν. Ὁ Πανουργιᾶς τούς ὑποσχέθηκε ἀσφάλεια ζωῆς, τιμῆς καί περιουσίας. Στίς 10 Ἀπριλίου 1821, ἀνήμερα τῆς Λαμπρῆς, ἄνοιξε ἡ πύλη τοῦ κάστρου καί οἱ Τοῦρκοι ἄρχισαν νά βγαίνουν παραδίδοντας τά ὅπλα στόν Πανουργιᾶ, μετά ἀπό δεκατρεῖς ἡμέρες πολιορκίας. Παρά τήν συνθήκη πολλοί Τοῦρκοι δολοφονήθηκαν ἄγρια ἀπό τούς ἐξαγριωμένους Ἕλληνες.

Ἡ κήρυξη τῆς ἐπανάστασης στά Σάλωνα καί ἡ κατάληψη τοῦ κάστρου τῆς πόλης ἔπαιξαν ἀποφασιστικό ρόλο στή μετέπειτα ἐξέλιξη τοῦ Ἀγῶνα. Οἱ Ἕλληνες ὁπλίστηκαν μέ 600 ὅπλα καί ἑκατοντάδες γιαταγάνια ἀπό τούς Τούρκους. Ὁ Παπαηλιόπουλος ἀνέλαβε τό ταμεῖο τῆς ἐπαναστατημένης ἐπαρχίας, φροντίζοντας νά βοηθήσει καί τίς γειτονικές ἐπαρχίες Λιδωρίκι, Ὑπάτη, Καρπενήσι, Ἀταλάντη, Λιβαδειά.

Ὁ ἀρματολός Δῆμος Σκαλτσᾶς καταγόταν ἀπό τήν Ἀρτοτίνα, καί φημιζόταν γιά τή γενναιότητά του, ἐνῶ ἔχαιρε τῆς ἐκτιμήσεως τῶν ὑπόλοιπων ὁπλαρχηγῶν. Εἶχε ὑπηρετήσει καί αὐτός στόν Ἀλή πασά καί τόν εἶχε καταδιώξει γιά νά τόν θανατώσει ὁ φοβερός Μπεχλιβάν ἤ Μπαμπά πασάς, χωρίς εὐτυχῶς νά τά καταφέρει. Στίς 28 Μαρτίου 1821, ὁ Σκαλτσᾶς, ἀμέσως μόλις ἔμαθε γιά τήν μάχη τῆς Ἄμφισσας, συνεννοήθηκε μέ τόν Ἀναγνώστη Λιδωρίκη καί τόν πάπα Γιώργη Πολίτη καί ὕψωσε τήν ἐπαναστατική σημαία. Στή συνέχεια μπῆκε στό Λιδωρίκι, ὅπου οἱ Τοῦρκοι παραδόθηκαν χωρίς ἀντίσταση. Ἀντίθετα, στό γειτονικό Μαλανδρίνο, ὁ ὑπαρχηγός τοῦ Σκαλτσᾶ, Θεόδωρος Χαλβατζής, συνάντησε πεισματική ἀντίσταση. Τελικά τό Μαλανδρίνο ἔπεσε στίς 30 Μαρτίου 1821.

Βορειότερα, ὁ Δυοβουνιώτης προήλασε πρός τή Μενδενίτσα καί τό Τουρκοχώρι τῆς Ἐλάτειας, ὅπου κήρυξε τήν ἐπανάσταση καί κυρίεψε τό βυζαντινό κάστρο τῆς Βοδονίτσας (18 Ἀπριλίου 1821). Ὁ Πανουργιᾶς, μαζί μέ τόν ἐπίσκοπο Ἠσαΐα, κινήθηκαν μέσω Γραβιᾶς, πρός τή Μονή Δαμάστας καί ἀπό ἐκεῖ στό χωριό Μουσταφάμπεη (Ἡράκλεια) τό ὁποῖο καί κατέλαβαν στίς 20 Ἀπριλίου 1821.

«Μαθών καί ὁ ὁπλαρχηγός τῶν ἐπαρχιῶν Ζητουνίου (Λαμίας), Βοδωνίτσης (Μενδενίτσας) καί Τουρκοχωρίου, Γιάννης Δυοβουνιώτης, ὅσα ἐπράχθησαν κατά τάς ἄλλας ἐπαρχίας καί ἔχων 80 συντρόφους ἐστρατολόγησεν ἄλλους 500 ἐκ τῶν κατοίκων τῶν ὑπό τά ὅπλα του ἐπαρχιῶν, ὕψωσε τῆς ἐπαναστάσεως τήν σημαίαν, ἄν καί ὁ υἱός του ἦτον ὑποχείριος του Ἀλῆ, καί τήν 8ην Ἀπριλίου 1821 ἐπολιόρκησεν τό φρούριο τῆς Βοδωνίτσης, ὅπου ἐκλείσθησαν αἱ ἐν αὐτῇ 70 τουρκικαί οἰκογένειαι.

Τήν αὐτήν ἡμέραν ἦλθεν εἰς ἐπικουρίαν καί ὁ Κόμνας Τράκας, σταλείς παρά τοῦ Πανουργιᾶ μετά διακοσίων καί ὁ Διάκος μετά τῶν περί αὐτόν καί ὤρμησαν ὅλοι ἐπί τό φρούριον, ὅπερ ἄν καί μικρόν, δέν ἦτον ἁλώσιμον εἰμή διά τῆς πείνας ἤ τῆς δίψας ὡς κείμενον ἐπί δυνατῆς θέσεως, διά τοῦτο οἱ ρηθέντες ὁπλαρχηγοί, ἀφήσαντες δύναμιν τινά εἰς διατήρησιν τῆς πολιορκίας, ἀνεχώρησαν εἰς Ζητούνι, καί τήν 10ην Ἀπριλίου, ἔφθασαν εἰς τήν ἐπί τοῦ Σπερχειοῦ γέφυραν, ὅπου δευτέρας σκέψεως γενομένης, ἀπεφάσισαν νά μή προχωρήσωσι πρός τό Ζητούνι, πρίν συνεννοηθῶσι καί μετά τοῦ ὁπλαρχηγοῦ τῆς ἐπαρχίας τοῦ Πατρατσικίου (Ὑπάτης) Μίτσου Κοντογιάννη, ἔχοντος καί δύναμιν ἱκανήν καί ἐπιρροήν.

Οἱ ὁπλαρχηγοί ἐκάλεσαν τότε τόν Κοντογιάννην εἰς συνεκστρατείαν, δέν τούς ἤκουσε, τόν ἐκάλεσαν καί ἐκ δευτέρου, οὐδέ καί τότε τούς ἤκουσε. Ἡ παρακοή του, ἀφορμήν ἔχουσαν τό κινδυνῶδες τοῦ ἐπιχειρήματος, δέν ἦταν ἄλογος, ἀλλά ἦτο παράκαιρος καί βλαπτική πρός τούς ἀποστατήσαντας λαούς καί πρός τούς συναδέλφους του ὁπλαρχηγούς, τόν ἐκάλεσαν καί ἐκ τρίτου, ἔστειλαν καί παραινέτας τόν Γεώργην Δεσποτόπουλον καί τούς ἀξιωματικούς του Διάκου, Καλύβαν καί Μπακογιάννην, ἄλλ’ ούτε αὐτοί τόν ἔπεισαν, ὥστε τό ἑλληνικόν στρατόπεδον ἐκάθητο ἀργόν ὀκτώ ἡμέρας.»

 

Αποσπάσματα από το τετράτομο έργο του Φωτίου Σταυρίδη “1821 – Η Απάντηση στην Τηλεόραση” 

Πηγή

Κυριακή 21 Μαρτίου 2021

Γκραβούρες με θέμα την Άμφισσα



Φανταστική απεικόνιση της Άμφισσας (Γκραβούρα, 1545).

Χρονολογία έκδοσης: 1545

GERBELIUS, Nicolas. Nicolai Gerbelij in descriptionem Graeciae Sophiani, Praefatio. In qua docetur, quem fructum, quamque voluptatem allatura fit haec pictura studiosis, si diligenter eam cum historicum, poëtarum, geographorumque scriptis contulerint. Eiusdem de situ, nominibus & regionibus Graeciae perbrevis in picturam Sophiani introductio, Βασιλεία, Oporinus, 1545.



Το Κάστρο των Σαλώνων (Άμφισσα) (Γκραβούρα, 1820).

Πρωτότυπος τίτλος: Fortezza di Salona.

Χρονολογία έκδοσης: 1820

POMARDI, Simone. Viaggio nella Grecia fatto da Simone Pomardi negli anni 1804, 1805, e 1806. Arrichito di tavole in rame. τ. I, Ρώμη, Vincenzo Poggioli, 1820.



Τμήμα αρχαίου τείχους στα Σάλωνα (Άμφισσα) (Γκραβούρα, 1820)

Πρωτότυπος τίτλος: Antico muro a Salona.

Χρονολογία έκδοσης: 1820

POMARDI, Simone. Viaggio nella Grecia fatto da Simone Pomardi negli anni 1804, 1805, e 1806. Arrichito di tavole in rame, τ. I, Ρώμη, Vincenzo Poggioli, 1820.



Καραβάνι από γκαμηλιέρηδες Ταταρικής καταγωγής στην Άμφισσα του 1877. Γκραβούρα στο Le Tour Du Monde.


Σάββατο 13 Μαρτίου 2021

Γιάννης Δυοβουνιώτης

 

Ο Γιάννης Ξύκης ή "Δυοβουνιώτης" (1757 - 1831) γεννήθηκε στα Δυο Βουνά της Φθιώτιδας το 1757 , γιος της Τριανταφυλλιάς και του Κώστα Ξύκη και πέθανε στην Άμφισσα το 1831, στα 74 του χρόνια, ταλαιπωρημένος απ τις κακουχίες του πολέμου, το σπίτι του Δυοβουνιώτη υπάρχει ακόμη, στην πλατεία Κεχαγιά της Άμφισσας.

Σε ηλικία 13 ετών είδε τον πατέρα του κρεμασμένο από τους Τούρκους, γεγονός που επηρέασε καθοριστικά τη μετέπειτα πορεία του. Έφηβος ακόμη πήγε στο αρματολίκι του Αντρίκου Βερούση και έγινε πρωτοπαλίκαρο.

Πολέμησε το 1770 τους Τουρκαλβανούς κατά την επανάσταση των Ορλόφ. Έγινε γρήγορα ονομαστός για τη δράση και τις ικανότητές του, πραγματικό φόβητρο για τους Τούρκους, οι οποίοι του ανέθεσαν το αρματολίκι της Μπουστουνίτσας (Μενδενίτσας). Αργότερα ο Αλή πασάς αναγκάστηκε να του δώσει το αρματολίκι του Ζητουνίου και των Σαλώνων.

Παντρεύτηκε την κόρη της ισχυρής οικογένειας των Γιολδάσηδων, αποκτώντας ένα γιο, τον Γεώργιο.

Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και με την έναρξη της Επανάστασης ύψωσε τη σημαία στη Μενδενίτσα την 8η Απριλίου 1821 μαζί με τους Αθανάσιο Διάκο και Παν. πανουργιά, και με τη βοήθεια του Κομνά Τράκα κυρίεψε το κάστρο της. Αγωνίστηκε ασταμάτητα, παίρνοντας μέρος σε όλες τις μάχες, μέσα και έξω από τα όρια της Ρούμελης, χωρίς ποτέ να αναμιχθεί στις πολιτικές ίντριγκες.


Σημαντικότερη στιγμή του υπήρξε το ευφυές σχέδιό του για την αναχαίτιση της στρατιάς του Μπεϊράν πασά στη θέση Βασιλικά, στις 26 Αυγούστου 1821. Ο Δυοβουνιώτης, με τους άλλους οπλαρχηγούς της Στερεάς περίμενε τη στρατιά στα στενά των Βασιλικών και κυριολεκτικά την αποδεκάτισε. Η νίκη στα Βασιλικά ανέτρεψε τα σχέδια των Τούρκων για ενίσχυση της πολιορκημένης Τριπολιτσάς και την κατάπνιξη της Επανάστασης. Του απονεμήθηκε τιμητικά ο βαθμός του στρατηγού.

Ο Γιάννης Ξύκης (Δυοβουνιώτης) υπήρξε μια ηγετική μορφή κι ένας δυνατός στρατιωτικός νους του επαναστατικού αγώνα. Γεννήθηκε στα Δυο Βουνά της Φθιώτιδας το 1757 και πέθανε στην Άμφισσα το 1831, στα 74 του, ταλαιπωρημένος απ τις κακουχίες του πολέμου. Σελίδες γεμάτες της ιστορίας τα κατορθώματά του στα πεδία των μαχών και η προσφορά του στην απελευθέρωση. Ο γιός του Γεώργιος Δυοβουνιώτης (1798-1880), υπήρξε ακόμα πιο μεγάλη προσωπικότητα, ως στρατιωτικός και πολιτικός, πληρεξούσιος βουλευτής και γερουσιαστής στην νεοσύστατη Ελλάδα. Η κόρη του Γιάννη Δυοβουνιώτη, Μαρία, παντρεύτηκε τον γιό του Γέρο-Πανουργιά, Νάκο, επίσης εξέχουσα προσωπικότητα της εποχής κι απέκτησαν μαζί 5 κόρες και 2 γιούς!


Το πορτραίτο του Γιάννη Δυοβουνιώτη είναι μια ελαιογραφία του Κερκυραίου ζωγράφου Σπύρου Προσελάντη γύρω στο 1865.

Ηλίας Κατσάκος ή Πετώνης (1789-1896).



Ηλίας Κατσάκος ή Πετώνης (1789-1896). Εξ Αρεοπόλεως Μάνης. Το 1812 κατέφυγε στην Άμφισσα, εξαιτίας ενδοοικογενειακής χωσιάς (η βεντέτα στην Μάνη) . Σύνδεσμος του Οδυσσέα Ανδρούτσου με το τμήμα των Ηλία Μαυρομιχάλη και Ηλία Τσαλαφατίνου , το οποίο είχε έρθει από την Μάνη ως επικουρία ,στο τέλος Απριλίου 1821. Συμμετείχε στην Μάχη του Χανιού της Γραβιάς την 8η Μαΐου 1821, καθώς και σε άλλες μάχες της Εθνεγερσίας στην Ρούμελη. Με το πέρας του Αγώνα έζησε στην Άμφισσα. Για την δράση του, τιμήθηκε το 1839 με το Αργυρούν Αριστείον του Αγώνος και το 1844 με το Μετάλλιο της 3ης Σεπτεμβρίου, καθώς συνέβαλλε στην διατήρηση της τάξεως στην Άμφισσα. Αμφότερα τα διπλώματα βρίσκονται στο δημαρχείο της Άμφισσας.

Ο Ηλίας Πετώνης απεβίωσε στα μέσα του 1896 σε ηλικία 107 ετών. Ήταν ο τελευταίος επιζών μαχητής του Χανιού της Γραβιάς και ο τελευταίος ζων κάτοχος του Αριστείου του Αγώνος.


Πηγή φωτογραφίας : Amfissa History

Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2021

Οικία Ηλία Βασιλόπουλου

Ένα από τα παλιότερα σπίτια της Άμφισσας


Πάνω από την οδό Φρουρίου και κάτω από την πηγή «Ρέστη», στην οδό Η. Χρηστίδη 6,  βρίσκεται ένα από τα παλιότερα σπίτια της Άμφισσας, η οικία Ηλία Βασιλόπουλου. Χρονολογείται από το 1837, άλλωστε το μαρτυρά και η ανάγλυφη επιγραφή στον εξωτερικό τοίχο της εισόδου, η οποία έχει συντηρηθεί για να αντέξει στο πέρασμα των χρόνων, παρότι έχουν γίνει εργασίες αποκατάστασης  στην περιμετρική τοιχοποιία.

To οίκημα ανήκε στην οικογένεια Αραπόπουλου και ένας από τους  αρχικούς ιδιοκτήτες ήταν ο ελαιοκτηματίας Κωνσταντίνος Αραπόπουλος, προπάππους του Θοδωρή Αραπόπουλου τωρινού υπαλλήλου του Υπουργείου Πολιτισμού. Στο σπίτι έμεινε και ο γιός του Κωνσταντίνου, Θοδωρής (1864-1953), που ήταν εισπράκτορας του Δημοσίου, εφοριακός υπάλληλος θα λέγαμε σήμερα.


Το 1960 ο ιδιοκτήτης καφενείου Ηλίας Βασιλόπουλος (1928 -2019) αγοράζει το σπίτι από τον δικηγόρο Ηλία Αραπόπουλο (1905-1990), γιό του εφοριακού Θοδωρή, ο οποίος έμενε σε αυτό με την οικογένειά του μέχρι το 1957 και  μετά  εγκαταστάθηκαν στο Νεοκλασικό οίκημα της οδού Κόκκαλη.   Το αντίτιμο της αγοράς ήταν γύρω στις 30.000 δραχμές εποχής. Ο Ηλίας Βασιλόπουλος μόλις είχε παντρευτεί και αναζητούσε να αγοράσει σπίτι προκειμένου να ζήσει με την οικογένειά του. Ο ίδιος εκείνη την περίοδο είχε το καφενείο στο χώρο  που είναι πίσω από την Εθνική Τράπεζα σήμερα (ήταν μεσοτοιχία με αυτή). Μία από τις πηγές εξεύρεσης των χρημάτων του ήταν και τα έσοδα από την πώληση ενός jukebox της εποχής, το οποίο είχε στο μαγαζί του.

Τα σπίτι είναι κατασκευασμένο από χωματόπλιθα και πέτρα. Πρόκειται για μία διώροφη οικία (70τ.μ. ο κάθε όροφος περίπου) με υπόγειο, όπου το ισόγειο επικοινωνεί με τον όροφο με εσωτερική ξύλινη σκάλα. Χαρακτηριστικό του οικήματος είναι πως το ισόγειο έχει χαμηλό ύψος και ο όροφος είναι ψηλοτάβανος. Στους εσωτερικούς χώρους δεν έχουν γίνει παρεμβάσεις και αυτό προσδίδει μία ιδιαίτερη ομορφιά και γοητεία στο οίκημα. Από τα αντικείμενα που αντικρίζεις,  νιώθεις πως είσαι σε ένα μουσείο λαϊκής τέχνης. Υπάρχουν, ακόμη , οι παλιές ξύλινες εσωτερικές πόρτες και ντουλάπες, οικιακά σκεύη άλλων εποχών, παλιά έπιπλα και καρέκλες, σερβάντες, κρεβάτια προηγούμενων δεκαετιών,  όλα καλοδιατηρημένα και περιποιημένα. Πολλά από τα έπιπλα τα αγόρασε ο ιδιοκτήτης κ. Ηλίας Βασιλόπουλος.

Επιπλέον χαρακτηριστικό του σπιτιού είναι πως διέθετε υπόγειο με


πετρόχτιστη πόρτα που έβγαινε σε ένα καταφύγιο, σε ένα κενό χώρο (κρυφό δωμάτιο το έλεγαν), το οποίο βρισκόταν κάτω από την παλιά κουζίνα.  Το καταφύγιο χρησίμευε ως χώρος προφύλαξης των ιδιοκτητών κατά τον  Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο! Όταν γκρεμίστηκε η παλιά κουζίνα, το καταφύγιο «μπαζώθηκε» και το υπόγειο σφραγίστηκε.

Το σπίτι δεν είχε μπαλκόνια, παρά ένα χαγιάτι από την ανατολική πλευρά του που έχει θέα την Άμφισσα, το οποίο τώρα  έχει  διαμορφωθεί με άλλον τρόπο σε σχέση με την αρχική του όψη.   Στον κήπο του διαθέτει πηγάδι που αυτή τη στιγμή δεν χρησιμοποιείται. Στην αυλή είχε κατασκευαστεί, παλιός φούρνος με χωματόπλιθα. Σήμερα το συγκεκριμένο σημείο είναι αποθήκη και σε άλλο σημείο της αυλής ήταν το πλυσταριό, όπου δεν υπάρχει πια. Το οίκημα δεν έχει πολλά παράθυρα, τα παντζούρια είναι ταμπλαδωτά,  βαμμένα με κεραμιδί χρώμα κι  έχουν κι αυτά ζωή τουλάχιστον 120 χρόνων.

Η οικία Ηλία Βασιλόπουλου αποτελεί ένα οίκημα λαϊκής αρχιτεκτονικής με παρουσία δύο αιώνων περίπου στην Άμφισσα.  Συνεχίζει να διατηρεί την παραδοσιακή σαλωνίτικη όψη της σε πείσμα των πολυάριθμων τσιμεντένιων κατασκευών που κυριαρχούν  στην πρωτεύουσα της Φωκίδας.


(Ευχαριστούμε τον κ. Τάκη Βασιλόπουλο, γιό του Ηλία Βασιλόπουλου, για τις πληροφορίες που μας έδωσε για το ιστορικό σπίτι, στο οποίο κατοικεί ο ίδιος αυτή τη στιγμή)


Πηγή: https://3odimamfissas.blogspot.com/

Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2021

Αρχοντικό Μαργέλλου


Λίγο πάνω από την πλατεία Κεχαγιά στην περιοχή Πλακωτά, στην οδό Παναγιώτη Μαργέλλου 1, στέκεται αγέρωχο, στην καρδιά της Άμφισσας το «Αρχοντικό Μαργέλλου». Το οίκημα έχει άπλετη θέα προς την πόλη, τα γύρω βουνά που προστατεύουν την Άμφισσα, αλλά και το εντυπωσιακό Δελφικό Τοπίο!! Είναι ένα σπίτι που θυμίζει φρούριο με ψηλούς περιμετρικούς τοίχους και  μεγάλη δίφυλλη επιβλητική εξώπορτα που ακόμα φέρει  επιγραφή με τα οικογενειακά ονόματα των πρώτων ιδιοκτητών. Το συγκεκριμένο οικοδόμημα, με την ξεχωριστή αρχιτεκτονική, στέγασε μία από τις πιο επιφανείς οικογένειες της Άμφισσας. Φιλοξενήθηκαν κατά καιρούς σε αυτό,  μεγάλες προσωπικότητες της πολιτικής και της δημόσιας ζωής της χώρας (πρωθυπουργοί, υπουργοί, καθηγητές Πανεπιστημίου, Διοικητές Τραπεζών κ.ά), προσδίδοντας στο αρχοντικό μία ιδιαίτερη αίγλη,  κάνοντάς το κομμάτι της ζωντανής ιστορίας της Φωκίδας.


Πρόκειται για μια πανέμορφη, τριώροφη νεοκλασική κατοικία 400 τ.μ. περίπου, θεμελιωμένη το 1859. Ο αρχικός της ιδιοκτήτης της πρέπει να ήταν αστυνομικός υπάλληλος. Περίπου στα τέλη του 19ο αιώνα πέρασε στην οικογένεια Μαργέλλου, η οποία καταγόταν από το Λιδορίκι και ήρθε στην Άμφισσα στις αρχές του 20 αιώνα. Κατόπιν επεκτάθηκε σε διαφορετικά στάδια και αφότου αποπερατώθηκε, ανακαινίστηκε μερικές φορές. Το 2015 πουλήθηκε σε κάτοικο της Άμφισσας και έχουν ξεκινήσει εργασίες ανακατασκευής της.

 


Η ζωή του Φώντα Μαργέλλου

(από τον επικήδειο λόγο που εκφώνησε ο στενός οικογενειακός φίλος κ. Ηλίας Ρεκαΐτης, οδοντίατρος, το 2001)

Ο Φώντας γεννήθηκε στην Άμφισσα το 1933 και ήταν γιος του Δικηγόρου και πολιτευτή Παρνασσίδας Τάκη Μαργέλλου και εγγονός του επίσης δικηγόρου Ξενοφώντα Μαργέλλου. Τρία χρόνια αργότερα, το 1936, οι γονείς του θα φέρουν στη ζωή και ένα άλλο αγόρι, τον Βαγγέλη.

Τα πρώτα παιδικά χρόνια της ζωής του θα τα περάσει χαρούμενα κι ευτυχισμένα κοντά στη θαλπωρή και την αγάπη των γονιών του, ως την καταραμένη και σημαδιακή εκείνη χρονιά, το 1939, που ένας κεραυνός θα πέσει στο Μαργελλέικο, ένας κεραυνός αναπάντεχος κι απρόσμενος.

Η μητέρα του η Παναγούλα , θα προσβληθεί από την ανίατη για την εποχή εκείνη αρρώστια, όλως τυχαία και θα οδηγηθεί για θεραπεία σε διάφορα νοσοκομεία της Αθήνας. Σε λίγο διάστημα θα πεθάνει κι ο αδερφός του και ο Φώντας θα μεγαλώσει κάτω από τη στοργή και τη φροντίδα του πατέρα του, της γιαγιάς του της αρχόντισσας Ευδοξίας Μαργέλλου, που ήτανε θυγατέρα του γενναίου οπλαρχηγού της Ρούμελης Τζαμάλα Παπακώστα , καθώς και της άλλης αρχόντισσας γιαγιάς του, της Μαργαρίτας Μοσκαχλαϊδή και των δύο θειάδων του, της Βαγγελίτσας και Λουκίας Μοσκαχλαϊδή, αδελφάδων της μάνας του. Έτσι ο Φώντας από τα έξι του χρόνια θα στερηθεί το μητρικό χάδι, το μητρικό φιλί και τη στοργή της μάνας του και στα 13 του, στις 14-9-1946, θα χάσει οριστικά πλέον τη μάνα του και θα ορφανέψει. Ολόκληρο το οικογενειακό του περιβάλλον, που προανέφερα, θα επικεντρώσει την αγάπη του και τη φροντίδα του πάνω σε αυτό το παιδί και ο Φώντας θα ζήσει τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια μέσα στο Μαργελλέικο σε ένα σπίτι με ιστορία, με παράδοση και με καρδιά αρχοντική.

Σε ένα σπίτι που πέρασαν και φιλοξενήθηκαν κατά καιρούς προσωπικότητες της πολιτικής και της δημόσιας υγείας της χώρας, όπως ο Πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου, ο Υπηρεσιακός Πρωθυπουργός και Πρόεδρος του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού Κωνσταντίνος Γεωργακόπουλος, οι Υπουργοί Θεμιστοκλής Τσάτσος, Άγγελος Τσουκαλάς, Δημήτριος Παπασπύρου, βουλευτές, καθηγητές Πολυτεχνείου, όπως ο Πέτρος Γουναράκης που χρημάτισε και διοικητής της ΔΕΗ, καθηγητές Πανεπιστημίου, όπως ο καθηγητής της Παιδιατρικής και Πρύτανης του Πανεπιστημίου της Αθήνας Κωνσταντίνος Χωρέμης, εφοπλιστές όπως ο Ποταμιάνος, Διοικητές Τραπεζών, Βιομήχανοι, Ασφαλιστές, Μεγαλέμποροι και Μεγαλοεπιχειρηματίες, μεγαλοδικηγόροι και λοιποί…

Ο Φώντας θα τελειώσει το Γυμνάσιο και θα εισέλθει στην Πάντειο Σχολή Πολιτικών Επιστημών. Δεν θα αποπερατώσει τις σπουδές του και θα ασχοληθεί με την κτηματική περιουσία του και για πολλά χρόνια θα διευθύνει το πολιτικό γραφείο του πατέρα του, που τα χρόνια εκείνα εκτός της δικηγορίας ασχολείτο και με την πολιτική.

Το 1963 θα παντρευτεί την εκλεκτή της καρδιάς του, την αξιόλογη κοπέλα Φωτεινή (Φίφη) Τζαμτζή που είχε γεννηθεί και είχε μεγαλώσει στην Τανζανία, στην Ανατολική Αφρική. Είχε τελειώσει το γυμνάσιο στην Κένυα, στο Ναϊρόμπι και κατόπιν συνέχισε σπουδές στο Λονδίνο, γύρω από ξένες γλώσσες.

Θα ζήσουν μαζί μια χαρούμενη και ευτυχισμένη ζωή για σαράντα περίπου χρόνια. Ο Φώντας θα είναι πάντα τρυφερός και αβρός μαζί της. Το 1976 θα εκλεγεί πρόεδρος του Εμπορικού Επιμελητηρίου Φωκίδας και θα επανεκλεγεί στη συνέχεια και για άλλες τριετίες, ως το 1987. Επί των ημερών του θα αναπτύξει μεγάλη δραστηριότητα και θα αγοράσει και κτίριο για να στεγαστεί το Επιμελητήριο που μέχρι τότε δεν είχε στέγη.

Τις δύο τελευταίες τριετίες της δεκαετίας του ’90 θα εκλεγεί Πρόεδρος της Ένωσης Γεωργικών Συνεταιρισμών Φωκίδας, αναπτύσσοντας και πάλι αξιόλογη δράση και ιδρύοντας και Σούπερ Μάρκετ στον Συνεταιρισμό.

Στις πολιτικές δραστηριότητες του που ανέπτυξε κατά καιρούς δε θα αναφερθώ εκτενώς. Θα σταθώ μόνο σε δύο γεγονότα , όταν μαζί το Γενάρη του 1966 φτιάξαμε τη Νομαρχιακή της ΕΔΗΝ (Ελληνική Δημοκρατική Νεολαία) Φωκίδας και τον Δεκέμβρη του 1974 ιδρύσαμε τη Νομαρχιακή της ΕΔΗΚ (Ένωση Δημοκρατικού Κέντρου) Φωκίδας με τη μεταπολίτευση.

Θα τονίσω μόνο ένα σημείο, ο Φώντας κληρονόμησε μια πολιτική ιστορία, βαθιά φιλελεύθερη και βαθιά δημοκρατική από τον πατέρα του, από τον παππού του τον Ξενοφώντα και από τον προπάππου του, τον Τζαμάλα Παπακώστα την οποία συνέχισε και δε διανοήθηκε ποτέ να προδώσει.

Διέθετε μία τρομερή επιτήδευση στις δημόσιες σχέσεις, κάτι που είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του. Γεννήθηκε αριστοκράτης και πέθανε αριστοκράτης, αλλά συνάμα υπήρξε προσηνής και απλός. Και μετά τον θάνατο του πατέρα του, το 1969, το σπίτι του παρέμεινε, όπως και η καρδιά του, ανοικτή προς κάθε άνθρωπο. Όλοι βρίσκανε καταφύγιο, στέγη και παρηγοριά και φιλοξενία στο αρχοντικό του, μέχρι οι Ρομά ( οι Τσιγγάνοι) που σήμερα θρηνούν μαζί μας. Σε όποιο διαμέρισμα της Ελλάδος βρισκόσουνα μαζί του, πάντα θα πέρναγες ωραία, πάντα θα πέρναγες ευχάριστα, γιατί παντού έβρισκε φίλους πρόθυμους πάντα να τον εξυπηρετήσουν και να τον περιποιηθούν, αλλά και αυτός πάντα ήταν πρόθυμος να τους το ανταποδώσει, σε πρώτη ευκαιρία...


Πηγή: https://3odimamfissas.blogspot.com/

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2021

Ο Αϊ-Γιάννης

Φωτογραφία του William J. Woodhouse, 1890 - 1935.