Τρίτη, 23 Μαρτίου 2021

Ἔναρξη τῆς Ἐπανάστασης στή Ρούμελη

Του Φωτίου Σταυρίδη 


Ἡ Ἀνατολική Στερεά Ἑλλάδα ἐπαναστάτησε ταυτόχρονα μέ τήν Πελοπόννησο, στά τέλη Μαρτίου τοῦ 1821. Ἡ ἐξέγερση ἔλαβε μέρος κυρίως στή Φωκίδα, τήν Δωρίδα, τήν Λιβαδειά καί τήν Λοκρίδα. Οἱ ψυχομένοι Ρουμελιῶτες κλεφταρματολοί Ὀδυσσέας Ἀνδροῦτσος, Ἀθανάσιος Διάκος, Βασίλης Μποῦσγος, Πανουργιᾶς, Δῆμος Σκαλτσᾶς καί Ἰωάννης Δυοβουνιώτης δέν πτοήθηκαν ἀπό τόν ἰσχυρό τουρκικό στρατό πού ἦταν σταθμευμένος στό Ζητούνι (Λαμία), στά Τρίκαλα καί τή Λάρισα ἀλλά ἄναψαν τή φωτιά στήν Ρούμελη. Εἶχαν φανεῖ ἄλλωστε οἱ προθέσεις τους στή σύσκεψη τῆς Ἁγίας Μαύρας (Φεβρουάριος 1821), ὅπου εἶχαν ἀποφασίσει μέ ἐνθουσιασμό τήν ἐπανάσταση, σέ ἀντίθεση μέ τούς προκρίτους τοῦ Μοριᾶ οἱ ὁποῖοι στή σύσκεψη τῆς Βοστίτσας εἶχαν φανεῖ διστακτικοί καί ἀναβλητικοί.


Ἡ πρώτη πόλη τῆς Ρούμελης πού θά ἐλευθερωνόταν θά ἦταν ἡ πρωτεύουσα τῆς Φωκίδος, τά Σάλωνα (Ἄμφισσα). Στίς 24 Μαρτίου 1821, στό μοναστήρι τοῦ Προφήτη Ἠλία, ὁ ἐπίσκοπος Ἠσαΐας ἀπό κοινοῦ μέ τόν ἀρματολό Πανουργιᾶ καί τούς προεστούς τῶν Σαλώνων Ἀναγνώστη Γιαγτζή, Ρήγα Κοντορήγα καί Ἀναγνώστη Κεχαγιά, συγκέντρωσαν ἑκατοντάδες παλληκάρια, ἔκαναν δοξολογία στή μονή καί ὕψωσαν τή σημαία τῆς Ἐπαναστάσεως.

Ὁ Πανουργιᾶς εἶχε γεννηθεῖ στό χωριό Δρέμισσα (Πανουργιᾶς Φωκίδας) τό 1767. Ὁ πατέρας τοῦ Πανουργιᾶ λεγόταν Ξηροδημήτρης, ἐπειδή ἦταν ἐξαιρετικά ἀδύνατος. Ἦταν προεστός τοῦ χωριοῦ Δρέμισσα τῆς Παρνασσίδος. Ὅταν o γιός του βαπτιζόταν, ὁ ἀνάδοχός του τόν πέρασε γιά κορίτσι καί τοῦ ἔδωσε τό ὄνομα Πανώρια. Οἱ γονεῖς τοῦ Πανουργιᾶ, πού ἦταν πολύ θεοσεβούμενοι, θεώρησαν ἁμαρτία νά ἀλλάξουν τό ὄνομα πού δόθηκε μέ τό μυστήριο καί ἁπλά τόν φώναζαν Πανουργιᾶ. Τό ὄνομα αὐτό τελικά ἔγινε οἰκογενειακό ὄνομα τῶν Πανουργιάδων.

Ὁ Πανουργιᾶς ὡς νέος διακρινόταν γιά τό ὡραῖο του παρουσιαστικό. Ἡ ἐντυπωσιακή του ἐμφάνιση ἔγινε ἡ αἰτία νά σωθεῖ ἡ ζωή του ὅταν καταδικάστηκε σέ θάνατο γιά κάποια ἀσήμαντη αἰτία. Ἕνας ἰσχυρός Τοῦρκος, ὁ Δελή Ἀχμέτ λυπήθηκε τό νεαρό Πανουργιᾶ καί μεσολάβησε νά τοῦ χαρίσουν τή ζωή. Μάλιστα τόν πῆρε στήν ὑπηρεσία του. Ὅταν πέθανε ὁ Τοῦρκος, ὁ δεκαεξάχρονος Πανουργιᾶς ἔγινε κλέφτης, συνεργάστηκε μέ τόν Ἀνδρέα Ἀνδροῦτσο Βερούση (Ἀνδρίτσο) καί ἔλαβε μέρος στίς ἐπιχειρήσεις τοῦ Λάμπρου Κατσώνη. Μετά τόν θάνατο τοῦ Ἀνδρίτσου ὁ Ἀλή πασᾶς, γιά νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τόν Πανουργιᾶ τόν ἔκανε ἀρματολό. Ἀργότερα ὁ τελευταῖος ἔγινε πάλι κλέφτης, ὅταν ἀντικαταστάθηκε στό ἀρματολίκι ἀπό τόν Λάμπρο Σουλιώτη. Ἐπειδή ἦταν ἀδύνατο νά τόν συλλάβει ὁ Ἀλή πασάς ἔδωσε ἐντολή καί πῆραν τήν οἰκογένειά του στά Ἰωάννινα. Τότε ὁ Πανουργιᾶς ἀναγκάστηκε νά παραδοθεῖ στόν Ὀδυσσέα Ἀνδροῦτσο καί νά ἀποσταλεῖ στόν τύραννό της Ἠπείρου. Ὁ Ἀλή πασᾶς δέν ἔβλαψε τόν Πανουργιᾶ ἀλλά τόν κράτησε κοντά του ἀπό τό 1817 ἕως τό 1820.

Ὅταν ὁ Ἀλή πασᾶς πολιορκήθηκε στά Γιάννενα ὁ Πανουργιᾶς κατόρθωσε νά δραπετεύσει καί νά ἐπιστρέψει στήν ἰδιαίτερη πατρίδα του. Τότε ὀργάνωσε ἕνα πειθαρχημένο σῶμα ἑξῆντα ἀνδρῶν ντυμένων καί ἐξοπλισμένων ὁμοιόμορφα καί διάλεξε γιά πρωτοπαλλήκαρά του τόν Γιάννη Γκούρα, τόν Θανάση Μανίκα καί τόν Παπαντρέα ἀπό τήν Κουκουβίστα. Μόλις σήκωσε τό λάβαρο τῆς ἐπανάστασης στή Μονή τοῦ Προφήτη Ἠλία, ὁ Πανουργιᾶς ἔστειλε τόν Θανάση Μανίκα μαζί μέ τόν Παπανδρέα νά στρατολογήσουν στά Βλαχοχώρια τῆς Δωρίδος ὅσους μποροῦσαν νά φέρουν ὅπλα, τόν δέ ἀνιψιό τοῦ Γιάννη Γκούρα τόν ἔστειλε στό χωριό Ἅι Γιώργης κοντά στά Σάλωνα, γιά νά ἔρθει σέ ἐπαφή μέ τούς Γαλαξειδιῶτες, ζητώντας τή σύμπραξή τους.

Οἱ θαρραλέοι Γαλαξειδιῶτες μέ ἀρχηγούς τόν Γιάννη Μητρόπουλο καί τόν Φούντα δέχτηκαν μέ ἐνθουσιασμό τό κάλεσμα τοῦ Πανουργιᾶ καί κινήθηκαν ἀμέσως πρός τήν Ἄμφισσα. Ἡ συμμετοχή αὐτή τοῦ Γαλαξειδίου εἶχε ἐξαιρετική σημασία διότι τό Γαλαξείδι διέθετε 40 πλοῖα μεγάλα καί πολλά μικρότερα, ἱκανά νά ἐκμηδενίσουν τήν ἀπειλή τῶν τουρκικῶν πλοίων πού βρίσκονταν στό λιμάνι τῆς Ναυπάκτου. Ἐξασφαλιζόταν λοιπόν ἡ ἐλευθερία τοῦ Κορινθιακοῦ κόλπου, ἡ παρεμπόδιση τῶν συγκοινωνιῶν τῶν Τούρκων τῆς περιφέρειας, ἐνῶ διασφαλιζόταν ἡ ἐπικοινωνία μέ τούς Πελοποννησίους ἐπαναστάτες.

Ὁ Γκούρας ἐνθουσιάστηκε τόσο πολύ, πού δέν περίμενε νά συνεννοηθεῖ μέ τόν Πανουργιᾶ. Στάθμευσε μέ τούς 150 μαχητές του τή νύκτα στό χωριό Ἅι Γιώργης καί ἔστειλε γράμμα στόν Πανουργιᾶ, δηλώνοντας τήν ἐπιθυμία του νά “βαρέσει ταχιά τά Σάλωνα”. Ὁ Πανουργιᾶς, γνωρίζοντας τήν ἀποφασιστικότητά του, ἔσπευσε νά στείλει ἀγγελιοφόρο ζητώντας του νά μήν ἐπιτεθεῖ ἕως ὅτου πάρει νεώτερη διαταγή γιά νά μήν καταστρέψει ἀπό βιασύνη τήν ἐπανάσταση. Εὐτυχῶς ὁ Γκούρας συγκρατήθηκε.

«Στή Ρούμελη οἱ προϋποθέσεις γιά σηκωμό στέκονταν πολύ πιό δύσκολες ἀπό τό Μοριᾶ. Βρισκόταν σιμά σέ τέσσερεις σημαντικές τούρκικες βάσεις: Γιάννενα, Λάρισα, Βόλο, Εὔβοια. Ἦταν εὐτύχημα βέβαια πώς στά Γιάννενα ξακολούθαγε τήν ἀντίστασή του ὁ Ἀλήπασας. Οἱ στρατιωτικές ὅμως δυνάμεις πού τόν πολιορκοῦσαν μποροῦσαν νά στείλουν σημαντικά ἀποσπάσματα νά κτυπήσουν τούς ἐπαναστάτες.

Ἀντιστάθμιζε ὅμως τούτη τή δυσκολία ἡ ὕπαρξη μιᾶς μαχητικῆς ἀπό αἰῶνες παράδοσης – ἡ κλεφτουριά καί τ’ ἀρματολίκια. Ἕνας στρατός σχεδόν ἕτοιμος, μέ θαυμάσια στελέχη γιά τόν ἄτακτο πόλεμο, πού τόσο τόν εὐνοοῦσαν τά βουνά τῆς Ρούμελης.


Ἡ ψυχή τοῦ Πανουργιᾶ ἀνάσαινε ἔλατο, θυμάρι καί λευτεριά. Ἔτσι, ὅταν στίς 24 τοῦ Μάρτη 1821 ἔμαθε τό σηκωμό τῆς Πάτρας, πῆρε τούς λεβέντες του καί τράβηξε γιά τό μοναστήρι τοῦ Προφήτη Ἠλία. Φωνάζει τούς προεστούς καί τούς λέει πώς θ’ ἀνεμίσει τό μπαϊράκι τοῦ σηκωμοῦ καί θά κτυπήσει τούς Τούρκους. Στ’ ἀναμεταξύ ἔφτασαν στά Σάλωνα οἱ Τοῦρκοι τῆς Βοστίτσας, τοῦ Αἰγίου δηλαδή, τρομοκρατημένοι ἀπ’ ὅσα ἔτρεξαν στό Μοριᾶ. Ἡ δύναμη τῶν ντόπιων Τούρκων μαζί μ’ ἐκείνους πού ἦρθαν ἀπό τή Βοστίτσα δέν ἦταν ἀψήφιστη, ἔφτανε τά ἑξακόσια ντουφέκια

Ὁ Πανουργιᾶς στέλνει στό Γαλαξείδι τόν Γκούρα, τόν γαμπρό του Μανίκα καί τόν Παπαντρέα νά στρατολογήσουν. Οἱ Γαλαξειδιῶτες μέ προθυμία δέχονται ν’ ἀντιβγοῦν στό δυνάστη ὄχι μονάχα στή θάλασσα, παρά καί στή στεριά. Ὅταν κάπως δυνάμωσε ὁ Πανουργιᾶς ἀποφασίζει, ἄν καί τ’ ἀσκέρι του ἦταν πιό ἀδύναμο ἀπό τό τούρκικο τῶν Σαλώνων, νά κτυπήσει, λογαριάζοντας πώς τό χειρότερο ἀπ’ ὅλα θά ἦταν νά χασομερήσει δίνοντας καιρό στούς ἐχθρούς νά συνεφέρουν καί νά ἑτοιμαστοῦν.

Ἐπειδή ὅμως ἔβλεπε πολλούς νά εἶναι διστακτικοί, σκαρφίζεται τοῦτο δῶ τό κόλπο. Ὁρμηνεύει κάποιον τῆς ἐμπιστοσύνης του νά πάει στήν Ἰτέα κι ὅταν γυρίσει νά πεῖ πώς εἶδε τάχα στόν κόρφο τό ρούσικο στόλο. Ὅταν ἦρθε καί ξεφούρνισε τήν ψεύτικη εἴδηση, φωνάζει ὁ Πανουργιᾶς:

– “Ἀδέρφια, τί καρτερᾶμε”;

Ξεχύνονται – ἦταν 27 τοῦ Μάρτη – νά πάρουν τήν πολιτεία. Οἱ Τοῦρκοι, βλέποντας τήν ὁρμή τους, τήν παρατᾶνε κι ἀνεβαίνουν στό φράγκικο κάστρο, πού τά ἐρείπια τοῦ ἴσαμε τίς μέρες μας ὡσάν κορῶνα στέκονται πάνω ἀπό τήν Ἄμφισσα, καθώς λένε τά Σάλωνα τώρα.»

Στίς 27 Μαρτίου 1821, ξημερώματα, τά Σάλωνα βρέθηκαν σέ κατάσταση πολιορκίας. Στή μία μετά τά μεσάνυχτα δόθηκε τό σύνθημα. Ἡ πρώτη μεγάλη φωτιά φάνηκε στό Παλουμάκι τῆς Δεσφίνας καί ἀκολούθησαν οἱ ἄλλες στό Μετόχι τοῦ Προφήτη Ἠλία, στόν Κόφινα κοντά στά Λιβαδάκια, στόν Ἄϊ Θανάση στό ρέμα τῆς Μηλιᾶς καί στήν Κουτσουρέρα πάνω ἀπό τήν Ἁγία Θυμιά. Τά παλληκάρια συγκεντρώθηκαν ἔξω ἀπό τήν πόλη σέ τρία τμήματα. Τό ἀριστερό διοικοῦσε ὁ Γκούρας, τό δεξιό ὁ Παπαντριᾶς καί ὁ Θανάσης Μανίκας καί τό μεσαῖο ὁ Πανουργιᾶς.

Οἱ Γαλαξειδιῶτες ἔφεραν ψιλά ὅπλα, πολεμοφόδια καί μικρά κανόνια ἀπό τά καράβια τους. Ἀνάμεσά τους διακρινόταν ὁ Ἰωάννης Καραλίβανος, ἀξιωματικός γιά πολλά χρόνια στά τούρκικα πλοῖα, καί οἱ γενναῖοι ὁπλαρχηγοί Γιάννης καί Νικολάκης Μητρόπουλος. Ἡ ἐπίθεση, ἄρτια ὀργανωμένη, κράτησε τέσσερεις ὧρες. Καθώς οἱ Τοῦρκοι ὑποχωροῦσαν γιά νά κλειστοῦν στό κάστρο, ἕνας σκοπευτής τους, ὀχυρωμένος στά τούρκικα λουτρά (χαμάμ) πυροβόλησε καί τό βόλι βρῆκε τόν ἄτυχο Σταμάτη Τράκα στό μέτωπο. Ἦταν ὁ πρῶτος νεκρός στήν πρώτη ἐπίσημη μάχη τῆς ἐπαναστατημένης Ρούμελης. Ὁ πατέρας του Θεόδωρος Τράκας, βλέποντας νεκρό τό παιδί του, ἔσφιξε τήν καρδιά καί εἶπε στούς στρατιῶτες: “Γάμος χωρίς σφαχτά δέν γίνεται”. Οἱ ἐλάχιστοι Τουρκαλβανοί πού ξέμειναν στήν πόλη παραδόθηκαν καί βρῆκαν μαρτυρικό θάνατο. Ὡστόσο, οἱ Σαλωνίτες ἔκρυψαν γιά πολλές ἡμέρες μέσα σέ κάδους καί πιθάρια μερικές τουρκικές οἰκογένειες μέ τίς ὁποῖες συνδέονταν φιλικά.

Στήν οἰκία τοῦ Ἀναγνώστη Κεχαγιά ὑψώθηκε τό λάβαρο τῆς ἐπαναστάσεως. Ἀμέσως συγκροτήθηκε Ἑλληνική Διοίκηση. Τήν ἀποτελοῦσαν οἱ Ἀναγνώστης Κεχαγιάς, Ἀναγνώστης Γιαγτζής, Ρήγας Κοντορήγας, Γιωργάκης Παπαηλιόπουλος, Ἠλίας Κόκκαλης, Εὐστάθιος Μαρκίδης ἤ Μαρκόπουλος, Δεστερλής, Βασίλειος Χαντζάρας, Εὐθύμιος Κρανάκης, Παπαϊωάννης Οἰκονόμος καί Χαρίτος μέ πρόεδρο τόν ἐπίσκοπο Σαλώνων Ἠσαΐα.

Τήν ἴδια ἡμέρα ἄρχισε ἡ πολιορκία τοῦ κάστρου. Τά μπρούτζινα γαλαξειδιώτικα κανόνια στήθηκαν στό σπίτι τοῦ Στράγκα, πού βρισκόταν στό ἄκρο τῆς πόλης. Μέ τούς πρώτους πυροβολισμούς σκοτώθηκαν μία γυναίκα καί δύο παιδιά καί καταστράφηκαν δύο φορτώματα ἄλευρα τῶν Τούρκων. Καθώς ὅμως, οἱ ὑπόλοιποι πυροβολισμοί πήγαιναν χαμένοι, τά κανόνια μεταφέρθηκαν στά μνήματα, πάνω ἀπό τήν συνοικία Χάρμαινα, κοντά στό στρατηγεῖο τοῦ Πανουργιᾶ.

Οἱ Τοῦρκοι ἀρνοῦνταν νά παραδοθοῦν, ἐλπίζοντας σέ ἐνισχύσεις ἀπό Εὔβοια καί Λαμία. Ὁ Πανουργιᾶς κάλεσε τούς ὁπλαρχηγούς σέ συμβούλιο, ἀλλά καμία πρόταση δέν φαινόταν ἀρκετά καλή, μέχρι πού πῆρε τό λόγο ὁ Καραπλής. Ζήτησε μαραγκούς, σανίδια καί πάτερα. Ἦταν πρωταπριλιά, παραμονή τοῦ Λαζάρου. Στό χῶρο κάτω ἀπό τά πηγάδια, ὁ Καραπλής κατασκεύασε σκαλωσιά καί ἀνέβηκε μαζί μέ 30 παλληκάρια, γκρεμίζοντας τήν στό τέλος. “Πῶς θά γυρίσουμε πίσω;” ρώτησε κάποιος. “Ἐδῶ ἤρθαμε γιά νά νικήσουμε ἤ νά σκοτωθοῦμε”, ἀπάντησε ὁ Καραπλής.

Οἱ Ἕλληνες κατέλαβαν τίς πηγές τοῦ νεροῦ καί οἱ ἐχθροί περιῆλθαν σέ δεινή θέση. Ἡ ἀπόπειρά τους νά τίς καταλάβουν ἔληξε ἄδοξα μέ δεκατρεῖς Τούρκους νεκρούς, ἀνάμεσά τους καί τόν ξακουστό Τοῦρκο Χάϊτα. Μή μπορώντας ἄλλο νά ἀντέξουν τή δίψα, οἱ Τοῦρκοι ἔστειλαν τούς μπέηδες νά διαπραγματευτοῦν. Ὁ Πανουργιᾶς τούς ὑποσχέθηκε ἀσφάλεια ζωῆς, τιμῆς καί περιουσίας. Στίς 10 Ἀπριλίου 1821, ἀνήμερα τῆς Λαμπρῆς, ἄνοιξε ἡ πύλη τοῦ κάστρου καί οἱ Τοῦρκοι ἄρχισαν νά βγαίνουν παραδίδοντας τά ὅπλα στόν Πανουργιᾶ, μετά ἀπό δεκατρεῖς ἡμέρες πολιορκίας. Παρά τήν συνθήκη πολλοί Τοῦρκοι δολοφονήθηκαν ἄγρια ἀπό τούς ἐξαγριωμένους Ἕλληνες.

Ἡ κήρυξη τῆς ἐπανάστασης στά Σάλωνα καί ἡ κατάληψη τοῦ κάστρου τῆς πόλης ἔπαιξαν ἀποφασιστικό ρόλο στή μετέπειτα ἐξέλιξη τοῦ Ἀγῶνα. Οἱ Ἕλληνες ὁπλίστηκαν μέ 600 ὅπλα καί ἑκατοντάδες γιαταγάνια ἀπό τούς Τούρκους. Ὁ Παπαηλιόπουλος ἀνέλαβε τό ταμεῖο τῆς ἐπαναστατημένης ἐπαρχίας, φροντίζοντας νά βοηθήσει καί τίς γειτονικές ἐπαρχίες Λιδωρίκι, Ὑπάτη, Καρπενήσι, Ἀταλάντη, Λιβαδειά.

Ὁ ἀρματολός Δῆμος Σκαλτσᾶς καταγόταν ἀπό τήν Ἀρτοτίνα, καί φημιζόταν γιά τή γενναιότητά του, ἐνῶ ἔχαιρε τῆς ἐκτιμήσεως τῶν ὑπόλοιπων ὁπλαρχηγῶν. Εἶχε ὑπηρετήσει καί αὐτός στόν Ἀλή πασά καί τόν εἶχε καταδιώξει γιά νά τόν θανατώσει ὁ φοβερός Μπεχλιβάν ἤ Μπαμπά πασάς, χωρίς εὐτυχῶς νά τά καταφέρει. Στίς 28 Μαρτίου 1821, ὁ Σκαλτσᾶς, ἀμέσως μόλις ἔμαθε γιά τήν μάχη τῆς Ἄμφισσας, συνεννοήθηκε μέ τόν Ἀναγνώστη Λιδωρίκη καί τόν πάπα Γιώργη Πολίτη καί ὕψωσε τήν ἐπαναστατική σημαία. Στή συνέχεια μπῆκε στό Λιδωρίκι, ὅπου οἱ Τοῦρκοι παραδόθηκαν χωρίς ἀντίσταση. Ἀντίθετα, στό γειτονικό Μαλανδρίνο, ὁ ὑπαρχηγός τοῦ Σκαλτσᾶ, Θεόδωρος Χαλβατζής, συνάντησε πεισματική ἀντίσταση. Τελικά τό Μαλανδρίνο ἔπεσε στίς 30 Μαρτίου 1821.

Βορειότερα, ὁ Δυοβουνιώτης προήλασε πρός τή Μενδενίτσα καί τό Τουρκοχώρι τῆς Ἐλάτειας, ὅπου κήρυξε τήν ἐπανάσταση καί κυρίεψε τό βυζαντινό κάστρο τῆς Βοδονίτσας (18 Ἀπριλίου 1821). Ὁ Πανουργιᾶς, μαζί μέ τόν ἐπίσκοπο Ἠσαΐα, κινήθηκαν μέσω Γραβιᾶς, πρός τή Μονή Δαμάστας καί ἀπό ἐκεῖ στό χωριό Μουσταφάμπεη (Ἡράκλεια) τό ὁποῖο καί κατέλαβαν στίς 20 Ἀπριλίου 1821.

«Μαθών καί ὁ ὁπλαρχηγός τῶν ἐπαρχιῶν Ζητουνίου (Λαμίας), Βοδωνίτσης (Μενδενίτσας) καί Τουρκοχωρίου, Γιάννης Δυοβουνιώτης, ὅσα ἐπράχθησαν κατά τάς ἄλλας ἐπαρχίας καί ἔχων 80 συντρόφους ἐστρατολόγησεν ἄλλους 500 ἐκ τῶν κατοίκων τῶν ὑπό τά ὅπλα του ἐπαρχιῶν, ὕψωσε τῆς ἐπαναστάσεως τήν σημαίαν, ἄν καί ὁ υἱός του ἦτον ὑποχείριος του Ἀλῆ, καί τήν 8ην Ἀπριλίου 1821 ἐπολιόρκησεν τό φρούριο τῆς Βοδωνίτσης, ὅπου ἐκλείσθησαν αἱ ἐν αὐτῇ 70 τουρκικαί οἰκογένειαι.

Τήν αὐτήν ἡμέραν ἦλθεν εἰς ἐπικουρίαν καί ὁ Κόμνας Τράκας, σταλείς παρά τοῦ Πανουργιᾶ μετά διακοσίων καί ὁ Διάκος μετά τῶν περί αὐτόν καί ὤρμησαν ὅλοι ἐπί τό φρούριον, ὅπερ ἄν καί μικρόν, δέν ἦτον ἁλώσιμον εἰμή διά τῆς πείνας ἤ τῆς δίψας ὡς κείμενον ἐπί δυνατῆς θέσεως, διά τοῦτο οἱ ρηθέντες ὁπλαρχηγοί, ἀφήσαντες δύναμιν τινά εἰς διατήρησιν τῆς πολιορκίας, ἀνεχώρησαν εἰς Ζητούνι, καί τήν 10ην Ἀπριλίου, ἔφθασαν εἰς τήν ἐπί τοῦ Σπερχειοῦ γέφυραν, ὅπου δευτέρας σκέψεως γενομένης, ἀπεφάσισαν νά μή προχωρήσωσι πρός τό Ζητούνι, πρίν συνεννοηθῶσι καί μετά τοῦ ὁπλαρχηγοῦ τῆς ἐπαρχίας τοῦ Πατρατσικίου (Ὑπάτης) Μίτσου Κοντογιάννη, ἔχοντος καί δύναμιν ἱκανήν καί ἐπιρροήν.

Οἱ ὁπλαρχηγοί ἐκάλεσαν τότε τόν Κοντογιάννην εἰς συνεκστρατείαν, δέν τούς ἤκουσε, τόν ἐκάλεσαν καί ἐκ δευτέρου, οὐδέ καί τότε τούς ἤκουσε. Ἡ παρακοή του, ἀφορμήν ἔχουσαν τό κινδυνῶδες τοῦ ἐπιχειρήματος, δέν ἦταν ἄλογος, ἀλλά ἦτο παράκαιρος καί βλαπτική πρός τούς ἀποστατήσαντας λαούς καί πρός τούς συναδέλφους του ὁπλαρχηγούς, τόν ἐκάλεσαν καί ἐκ τρίτου, ἔστειλαν καί παραινέτας τόν Γεώργην Δεσποτόπουλον καί τούς ἀξιωματικούς του Διάκου, Καλύβαν καί Μπακογιάννην, ἄλλ’ ούτε αὐτοί τόν ἔπεισαν, ὥστε τό ἑλληνικόν στρατόπεδον ἐκάθητο ἀργόν ὀκτώ ἡμέρας.»

 

Αποσπάσματα από το τετράτομο έργο του Φωτίου Σταυρίδη “1821 – Η Απάντηση στην Τηλεόραση” 

Πηγή

Κυριακή, 21 Μαρτίου 2021

Γκραβούρες με θέμα την Άμφισσα



Φανταστική απεικόνιση της Άμφισσας (Γκραβούρα, 1545).

Χρονολογία έκδοσης: 1545

GERBELIUS, Nicolas. Nicolai Gerbelij in descriptionem Graeciae Sophiani, Praefatio. In qua docetur, quem fructum, quamque voluptatem allatura fit haec pictura studiosis, si diligenter eam cum historicum, poëtarum, geographorumque scriptis contulerint. Eiusdem de situ, nominibus & regionibus Graeciae perbrevis in picturam Sophiani introductio, Βασιλεία, Oporinus, 1545.



Το Κάστρο των Σαλώνων (Άμφισσα) (Γκραβούρα, 1820).

Πρωτότυπος τίτλος: Fortezza di Salona.

Χρονολογία έκδοσης: 1820

POMARDI, Simone. Viaggio nella Grecia fatto da Simone Pomardi negli anni 1804, 1805, e 1806. Arrichito di tavole in rame. τ. I, Ρώμη, Vincenzo Poggioli, 1820.



Τμήμα αρχαίου τείχους στα Σάλωνα (Άμφισσα) (Γκραβούρα, 1820)

Πρωτότυπος τίτλος: Antico muro a Salona.

Χρονολογία έκδοσης: 1820

POMARDI, Simone. Viaggio nella Grecia fatto da Simone Pomardi negli anni 1804, 1805, e 1806. Arrichito di tavole in rame, τ. I, Ρώμη, Vincenzo Poggioli, 1820.



Καραβάνι από γκαμηλιέρηδες Ταταρικής καταγωγής στην Άμφισσα του 1877. Γκραβούρα στο Le Tour Du Monde.


Σάββατο, 13 Μαρτίου 2021

Γιάννης Δυοβουνιώτης

 

Ο Γιάννης Ξύκης ή "Δυοβουνιώτης" (1757 - 1831) γεννήθηκε στα Δυο Βουνά της Φθιώτιδας το 1757 , γιος της Τριανταφυλλιάς και του Κώστα Ξύκη και πέθανε στην Άμφισσα το 1831, στα 74 του χρόνια, ταλαιπωρημένος απ τις κακουχίες του πολέμου, το σπίτι του Δυοβουνιώτη υπάρχει ακόμη, στην πλατεία Κεχαγιά της Άμφισσας.

Σε ηλικία 13 ετών είδε τον πατέρα του κρεμασμένο από τους Τούρκους, γεγονός που επηρέασε καθοριστικά τη μετέπειτα πορεία του. Έφηβος ακόμη πήγε στο αρματολίκι του Αντρίκου Βερούση και έγινε πρωτοπαλίκαρο.

Πολέμησε το 1770 τους Τουρκαλβανούς κατά την επανάσταση των Ορλόφ. Έγινε γρήγορα ονομαστός για τη δράση και τις ικανότητές του, πραγματικό φόβητρο για τους Τούρκους, οι οποίοι του ανέθεσαν το αρματολίκι της Μπουστουνίτσας (Μενδενίτσας). Αργότερα ο Αλή πασάς αναγκάστηκε να του δώσει το αρματολίκι του Ζητουνίου και των Σαλώνων.

Παντρεύτηκε την κόρη της ισχυρής οικογένειας των Γιολδάσηδων, αποκτώντας ένα γιο, τον Γεώργιο.

Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και με την έναρξη της Επανάστασης ύψωσε τη σημαία στη Μενδενίτσα την 8η Απριλίου 1821 μαζί με τους Αθανάσιο Διάκο και Παν. πανουργιά, και με τη βοήθεια του Κομνά Τράκα κυρίεψε το κάστρο της. Αγωνίστηκε ασταμάτητα, παίρνοντας μέρος σε όλες τις μάχες, μέσα και έξω από τα όρια της Ρούμελης, χωρίς ποτέ να αναμιχθεί στις πολιτικές ίντριγκες.


Σημαντικότερη στιγμή του υπήρξε το ευφυές σχέδιό του για την αναχαίτιση της στρατιάς του Μπεϊράν πασά στη θέση Βασιλικά, στις 26 Αυγούστου 1821. Ο Δυοβουνιώτης, με τους άλλους οπλαρχηγούς της Στερεάς περίμενε τη στρατιά στα στενά των Βασιλικών και κυριολεκτικά την αποδεκάτισε. Η νίκη στα Βασιλικά ανέτρεψε τα σχέδια των Τούρκων για ενίσχυση της πολιορκημένης Τριπολιτσάς και την κατάπνιξη της Επανάστασης. Του απονεμήθηκε τιμητικά ο βαθμός του στρατηγού.

Ο Γιάννης Ξύκης (Δυοβουνιώτης) υπήρξε μια ηγετική μορφή κι ένας δυνατός στρατιωτικός νους του επαναστατικού αγώνα. Γεννήθηκε στα Δυο Βουνά της Φθιώτιδας το 1757 και πέθανε στην Άμφισσα το 1831, στα 74 του, ταλαιπωρημένος απ τις κακουχίες του πολέμου. Σελίδες γεμάτες της ιστορίας τα κατορθώματά του στα πεδία των μαχών και η προσφορά του στην απελευθέρωση. Ο γιός του Γεώργιος Δυοβουνιώτης (1798-1880), υπήρξε ακόμα πιο μεγάλη προσωπικότητα, ως στρατιωτικός και πολιτικός, πληρεξούσιος βουλευτής και γερουσιαστής στην νεοσύστατη Ελλάδα. Η κόρη του Γιάννη Δυοβουνιώτη, Μαρία, παντρεύτηκε τον γιό του Γέρο-Πανουργιά, Νάκο, επίσης εξέχουσα προσωπικότητα της εποχής κι απέκτησαν μαζί 5 κόρες και 2 γιούς!


Το πορτραίτο του Γιάννη Δυοβουνιώτη είναι μια ελαιογραφία του Κερκυραίου ζωγράφου Σπύρου Προσελάντη γύρω στο 1865.

Ηλίας Κατσάκος ή Πετώνης (1789-1896).



Ηλίας Κατσάκος ή Πετώνης (1789-1896). Εξ Αρεοπόλεως Μάνης. Το 1812 κατέφυγε στην Άμφισσα, εξαιτίας ενδοοικογενειακής χωσιάς (η βεντέτα στην Μάνη) . Σύνδεσμος του Οδυσσέα Ανδρούτσου με το τμήμα των Ηλία Μαυρομιχάλη και Ηλία Τσαλαφατίνου , το οποίο είχε έρθει από την Μάνη ως επικουρία ,στο τέλος Απριλίου 1821. Συμμετείχε στην Μάχη του Χανιού της Γραβιάς την 8η Μαΐου 1821, καθώς και σε άλλες μάχες της Εθνεγερσίας στην Ρούμελη. Με το πέρας του Αγώνα έζησε στην Άμφισσα. Για την δράση του, τιμήθηκε το 1839 με το Αργυρούν Αριστείον του Αγώνος και το 1844 με το Μετάλλιο της 3ης Σεπτεμβρίου, καθώς συνέβαλλε στην διατήρηση της τάξεως στην Άμφισσα. Αμφότερα τα διπλώματα βρίσκονται στο δημαρχείο της Άμφισσας.

Ο Ηλίας Πετώνης απεβίωσε στα μέσα του 1896 σε ηλικία 107 ετών. Ήταν ο τελευταίος επιζών μαχητής του Χανιού της Γραβιάς και ο τελευταίος ζων κάτοχος του Αριστείου του Αγώνος.


Πηγή φωτογραφίας : Amfissa History

Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2021

Οικία Ηλία Βασιλόπουλου

Ένα από τα παλιότερα σπίτια της Άμφισσας


Πάνω από την οδό Φρουρίου και κάτω από την πηγή «Ρέστη», στην οδό Η. Χρηστίδη 6,  βρίσκεται ένα από τα παλιότερα σπίτια της Άμφισσας, η οικία Ηλία Βασιλόπουλου. Χρονολογείται από το 1837, άλλωστε το μαρτυρά και η ανάγλυφη επιγραφή στον εξωτερικό τοίχο της εισόδου, η οποία έχει συντηρηθεί για να αντέξει στο πέρασμα των χρόνων, παρότι έχουν γίνει εργασίες αποκατάστασης  στην περιμετρική τοιχοποιία.

To οίκημα ανήκε στην οικογένεια Αραπόπουλου και ένας από τους  αρχικούς ιδιοκτήτες ήταν ο ελαιοκτηματίας Κωνσταντίνος Αραπόπουλος, προπάππους του Θοδωρή Αραπόπουλου τωρινού υπαλλήλου του Υπουργείου Πολιτισμού. Στο σπίτι έμεινε και ο γιός του Κωνσταντίνου, Θοδωρής (1864-1953), που ήταν εισπράκτορας του Δημοσίου, εφοριακός υπάλληλος θα λέγαμε σήμερα.


Το 1960 ο ιδιοκτήτης καφενείου Ηλίας Βασιλόπουλος (1928 -2019) αγοράζει το σπίτι από τον δικηγόρο Ηλία Αραπόπουλο (1905-1990), γιό του εφοριακού Θοδωρή, ο οποίος έμενε σε αυτό με την οικογένειά του μέχρι το 1957 και  μετά  εγκαταστάθηκαν στο Νεοκλασικό οίκημα της οδού Κόκκαλη.   Το αντίτιμο της αγοράς ήταν γύρω στις 30.000 δραχμές εποχής. Ο Ηλίας Βασιλόπουλος μόλις είχε παντρευτεί και αναζητούσε να αγοράσει σπίτι προκειμένου να ζήσει με την οικογένειά του. Ο ίδιος εκείνη την περίοδο είχε το καφενείο στο χώρο  που είναι πίσω από την Εθνική Τράπεζα σήμερα (ήταν μεσοτοιχία με αυτή). Μία από τις πηγές εξεύρεσης των χρημάτων του ήταν και τα έσοδα από την πώληση ενός jukebox της εποχής, το οποίο είχε στο μαγαζί του.

Τα σπίτι είναι κατασκευασμένο από χωματόπλιθα και πέτρα. Πρόκειται για μία διώροφη οικία (70τ.μ. ο κάθε όροφος περίπου) με υπόγειο, όπου το ισόγειο επικοινωνεί με τον όροφο με εσωτερική ξύλινη σκάλα. Χαρακτηριστικό του οικήματος είναι πως το ισόγειο έχει χαμηλό ύψος και ο όροφος είναι ψηλοτάβανος. Στους εσωτερικούς χώρους δεν έχουν γίνει παρεμβάσεις και αυτό προσδίδει μία ιδιαίτερη ομορφιά και γοητεία στο οίκημα. Από τα αντικείμενα που αντικρίζεις,  νιώθεις πως είσαι σε ένα μουσείο λαϊκής τέχνης. Υπάρχουν, ακόμη , οι παλιές ξύλινες εσωτερικές πόρτες και ντουλάπες, οικιακά σκεύη άλλων εποχών, παλιά έπιπλα και καρέκλες, σερβάντες, κρεβάτια προηγούμενων δεκαετιών,  όλα καλοδιατηρημένα και περιποιημένα. Πολλά από τα έπιπλα τα αγόρασε ο ιδιοκτήτης κ. Ηλίας Βασιλόπουλος.

Επιπλέον χαρακτηριστικό του σπιτιού είναι πως διέθετε υπόγειο με


πετρόχτιστη πόρτα που έβγαινε σε ένα καταφύγιο, σε ένα κενό χώρο (κρυφό δωμάτιο το έλεγαν), το οποίο βρισκόταν κάτω από την παλιά κουζίνα.  Το καταφύγιο χρησίμευε ως χώρος προφύλαξης των ιδιοκτητών κατά τον  Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο! Όταν γκρεμίστηκε η παλιά κουζίνα, το καταφύγιο «μπαζώθηκε» και το υπόγειο σφραγίστηκε.

Το σπίτι δεν είχε μπαλκόνια, παρά ένα χαγιάτι από την ανατολική πλευρά του που έχει θέα την Άμφισσα, το οποίο τώρα  έχει  διαμορφωθεί με άλλον τρόπο σε σχέση με την αρχική του όψη.   Στον κήπο του διαθέτει πηγάδι που αυτή τη στιγμή δεν χρησιμοποιείται. Στην αυλή είχε κατασκευαστεί, παλιός φούρνος με χωματόπλιθα. Σήμερα το συγκεκριμένο σημείο είναι αποθήκη και σε άλλο σημείο της αυλής ήταν το πλυσταριό, όπου δεν υπάρχει πια. Το οίκημα δεν έχει πολλά παράθυρα, τα παντζούρια είναι ταμπλαδωτά,  βαμμένα με κεραμιδί χρώμα κι  έχουν κι αυτά ζωή τουλάχιστον 120 χρόνων.

Η οικία Ηλία Βασιλόπουλου αποτελεί ένα οίκημα λαϊκής αρχιτεκτονικής με παρουσία δύο αιώνων περίπου στην Άμφισσα.  Συνεχίζει να διατηρεί την παραδοσιακή σαλωνίτικη όψη της σε πείσμα των πολυάριθμων τσιμεντένιων κατασκευών που κυριαρχούν  στην πρωτεύουσα της Φωκίδας.


(Ευχαριστούμε τον κ. Τάκη Βασιλόπουλο, γιό του Ηλία Βασιλόπουλου, για τις πληροφορίες που μας έδωσε για το ιστορικό σπίτι, στο οποίο κατοικεί ο ίδιος αυτή τη στιγμή)


Πηγή: https://3odimamfissas.blogspot.com/

Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2021

Αρχοντικό Μαργέλλου


Λίγο πάνω από την πλατεία Κεχαγιά στην περιοχή Πλακωτά, στην οδό Παναγιώτη Μαργέλλου 1, στέκεται αγέρωχο, στην καρδιά της Άμφισσας το «Αρχοντικό Μαργέλλου». Το οίκημα έχει άπλετη θέα προς την πόλη, τα γύρω βουνά που προστατεύουν την Άμφισσα, αλλά και το εντυπωσιακό Δελφικό Τοπίο!! Είναι ένα σπίτι που θυμίζει φρούριο με ψηλούς περιμετρικούς τοίχους και  μεγάλη δίφυλλη επιβλητική εξώπορτα που ακόμα φέρει  επιγραφή με τα οικογενειακά ονόματα των πρώτων ιδιοκτητών. Το συγκεκριμένο οικοδόμημα, με την ξεχωριστή αρχιτεκτονική, στέγασε μία από τις πιο επιφανείς οικογένειες της Άμφισσας. Φιλοξενήθηκαν κατά καιρούς σε αυτό,  μεγάλες προσωπικότητες της πολιτικής και της δημόσιας ζωής της χώρας (πρωθυπουργοί, υπουργοί, καθηγητές Πανεπιστημίου, Διοικητές Τραπεζών κ.ά), προσδίδοντας στο αρχοντικό μία ιδιαίτερη αίγλη,  κάνοντάς το κομμάτι της ζωντανής ιστορίας της Φωκίδας.


Πρόκειται για μια πανέμορφη, τριώροφη νεοκλασική κατοικία 400 τ.μ. περίπου, θεμελιωμένη το 1859. Ο αρχικός της ιδιοκτήτης της πρέπει να ήταν αστυνομικός υπάλληλος. Περίπου στα τέλη του 19ο αιώνα πέρασε στην οικογένεια Μαργέλλου, η οποία καταγόταν από το Λιδορίκι και ήρθε στην Άμφισσα στις αρχές του 20 αιώνα. Κατόπιν επεκτάθηκε σε διαφορετικά στάδια και αφότου αποπερατώθηκε, ανακαινίστηκε μερικές φορές. Το 2015 πουλήθηκε σε κάτοικο της Άμφισσας και έχουν ξεκινήσει εργασίες ανακατασκευής της.

 


Η ζωή του Φώντα Μαργέλλου

(από τον επικήδειο λόγο που εκφώνησε ο στενός οικογενειακός φίλος κ. Ηλίας Ρεκαΐτης, οδοντίατρος, το 2001)

Ο Φώντας γεννήθηκε στην Άμφισσα το 1933 και ήταν γιος του Δικηγόρου και πολιτευτή Παρνασσίδας Τάκη Μαργέλλου και εγγονός του επίσης δικηγόρου Ξενοφώντα Μαργέλλου. Τρία χρόνια αργότερα, το 1936, οι γονείς του θα φέρουν στη ζωή και ένα άλλο αγόρι, τον Βαγγέλη.

Τα πρώτα παιδικά χρόνια της ζωής του θα τα περάσει χαρούμενα κι ευτυχισμένα κοντά στη θαλπωρή και την αγάπη των γονιών του, ως την καταραμένη και σημαδιακή εκείνη χρονιά, το 1939, που ένας κεραυνός θα πέσει στο Μαργελλέικο, ένας κεραυνός αναπάντεχος κι απρόσμενος.

Η μητέρα του η Παναγούλα , θα προσβληθεί από την ανίατη για την εποχή εκείνη αρρώστια, όλως τυχαία και θα οδηγηθεί για θεραπεία σε διάφορα νοσοκομεία της Αθήνας. Σε λίγο διάστημα θα πεθάνει κι ο αδερφός του και ο Φώντας θα μεγαλώσει κάτω από τη στοργή και τη φροντίδα του πατέρα του, της γιαγιάς του της αρχόντισσας Ευδοξίας Μαργέλλου, που ήτανε θυγατέρα του γενναίου οπλαρχηγού της Ρούμελης Τζαμάλα Παπακώστα , καθώς και της άλλης αρχόντισσας γιαγιάς του, της Μαργαρίτας Μοσκαχλαϊδή και των δύο θειάδων του, της Βαγγελίτσας και Λουκίας Μοσκαχλαϊδή, αδελφάδων της μάνας του. Έτσι ο Φώντας από τα έξι του χρόνια θα στερηθεί το μητρικό χάδι, το μητρικό φιλί και τη στοργή της μάνας του και στα 13 του, στις 14-9-1946, θα χάσει οριστικά πλέον τη μάνα του και θα ορφανέψει. Ολόκληρο το οικογενειακό του περιβάλλον, που προανέφερα, θα επικεντρώσει την αγάπη του και τη φροντίδα του πάνω σε αυτό το παιδί και ο Φώντας θα ζήσει τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια μέσα στο Μαργελλέικο σε ένα σπίτι με ιστορία, με παράδοση και με καρδιά αρχοντική.

Σε ένα σπίτι που πέρασαν και φιλοξενήθηκαν κατά καιρούς προσωπικότητες της πολιτικής και της δημόσιας υγείας της χώρας, όπως ο Πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου, ο Υπηρεσιακός Πρωθυπουργός και Πρόεδρος του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού Κωνσταντίνος Γεωργακόπουλος, οι Υπουργοί Θεμιστοκλής Τσάτσος, Άγγελος Τσουκαλάς, Δημήτριος Παπασπύρου, βουλευτές, καθηγητές Πολυτεχνείου, όπως ο Πέτρος Γουναράκης που χρημάτισε και διοικητής της ΔΕΗ, καθηγητές Πανεπιστημίου, όπως ο καθηγητής της Παιδιατρικής και Πρύτανης του Πανεπιστημίου της Αθήνας Κωνσταντίνος Χωρέμης, εφοπλιστές όπως ο Ποταμιάνος, Διοικητές Τραπεζών, Βιομήχανοι, Ασφαλιστές, Μεγαλέμποροι και Μεγαλοεπιχειρηματίες, μεγαλοδικηγόροι και λοιποί…

Ο Φώντας θα τελειώσει το Γυμνάσιο και θα εισέλθει στην Πάντειο Σχολή Πολιτικών Επιστημών. Δεν θα αποπερατώσει τις σπουδές του και θα ασχοληθεί με την κτηματική περιουσία του και για πολλά χρόνια θα διευθύνει το πολιτικό γραφείο του πατέρα του, που τα χρόνια εκείνα εκτός της δικηγορίας ασχολείτο και με την πολιτική.

Το 1963 θα παντρευτεί την εκλεκτή της καρδιάς του, την αξιόλογη κοπέλα Φωτεινή (Φίφη) Τζαμτζή που είχε γεννηθεί και είχε μεγαλώσει στην Τανζανία, στην Ανατολική Αφρική. Είχε τελειώσει το γυμνάσιο στην Κένυα, στο Ναϊρόμπι και κατόπιν συνέχισε σπουδές στο Λονδίνο, γύρω από ξένες γλώσσες.

Θα ζήσουν μαζί μια χαρούμενη και ευτυχισμένη ζωή για σαράντα περίπου χρόνια. Ο Φώντας θα είναι πάντα τρυφερός και αβρός μαζί της. Το 1976 θα εκλεγεί πρόεδρος του Εμπορικού Επιμελητηρίου Φωκίδας και θα επανεκλεγεί στη συνέχεια και για άλλες τριετίες, ως το 1987. Επί των ημερών του θα αναπτύξει μεγάλη δραστηριότητα και θα αγοράσει και κτίριο για να στεγαστεί το Επιμελητήριο που μέχρι τότε δεν είχε στέγη.

Τις δύο τελευταίες τριετίες της δεκαετίας του ’90 θα εκλεγεί Πρόεδρος της Ένωσης Γεωργικών Συνεταιρισμών Φωκίδας, αναπτύσσοντας και πάλι αξιόλογη δράση και ιδρύοντας και Σούπερ Μάρκετ στον Συνεταιρισμό.

Στις πολιτικές δραστηριότητες του που ανέπτυξε κατά καιρούς δε θα αναφερθώ εκτενώς. Θα σταθώ μόνο σε δύο γεγονότα , όταν μαζί το Γενάρη του 1966 φτιάξαμε τη Νομαρχιακή της ΕΔΗΝ (Ελληνική Δημοκρατική Νεολαία) Φωκίδας και τον Δεκέμβρη του 1974 ιδρύσαμε τη Νομαρχιακή της ΕΔΗΚ (Ένωση Δημοκρατικού Κέντρου) Φωκίδας με τη μεταπολίτευση.

Θα τονίσω μόνο ένα σημείο, ο Φώντας κληρονόμησε μια πολιτική ιστορία, βαθιά φιλελεύθερη και βαθιά δημοκρατική από τον πατέρα του, από τον παππού του τον Ξενοφώντα και από τον προπάππου του, τον Τζαμάλα Παπακώστα την οποία συνέχισε και δε διανοήθηκε ποτέ να προδώσει.

Διέθετε μία τρομερή επιτήδευση στις δημόσιες σχέσεις, κάτι που είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του. Γεννήθηκε αριστοκράτης και πέθανε αριστοκράτης, αλλά συνάμα υπήρξε προσηνής και απλός. Και μετά τον θάνατο του πατέρα του, το 1969, το σπίτι του παρέμεινε, όπως και η καρδιά του, ανοικτή προς κάθε άνθρωπο. Όλοι βρίσκανε καταφύγιο, στέγη και παρηγοριά και φιλοξενία στο αρχοντικό του, μέχρι οι Ρομά ( οι Τσιγγάνοι) που σήμερα θρηνούν μαζί μας. Σε όποιο διαμέρισμα της Ελλάδος βρισκόσουνα μαζί του, πάντα θα πέρναγες ωραία, πάντα θα πέρναγες ευχάριστα, γιατί παντού έβρισκε φίλους πρόθυμους πάντα να τον εξυπηρετήσουν και να τον περιποιηθούν, αλλά και αυτός πάντα ήταν πρόθυμος να τους το ανταποδώσει, σε πρώτη ευκαιρία...


Πηγή: https://3odimamfissas.blogspot.com/

Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2021

Ο Αϊ-Γιάννης

Φωτογραφία του William J. Woodhouse, 1890 - 1935. 

Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2021

Αρχοντικό Αραπόπουλου

Ένα επιβλητικό νεοκλασικό στο κέντρο της Άμφισσας

 


Η Νεοκλασική οικία των κληρονόμων του δικηγόρου της Άμφισσας, Ηλία Θεοδώρου Αραπόπουλου, στη διασταύρωση των οδών Πανουργιά 7 και Κόκκαλη, κατασκευάστηκε περίπου το 1895. Ο Ηλίας Αραπόπουλος (δικηγόρος στο επάγγελμα για 55 έτη)  αγόρασε το συγκεκριμένο σπίτι το έτος 1939. Το κτίριο στέγασε για αρκετά χρόνια υπηρεσίας της Αστυνομικής Διεύθυνσης και της Χωροφυλακής Άμφισσας. Το έτος 1957 εγκαταστάθηκε στο οίκημα μόνιμα η οικογένεια του Ηλία Αραπόπουλου. Το σπίτι κατοικείτο συνεχώς ως το έτος 2003, κατά το οποίο απεβίωσε η ιδιοκτήτριά του Γιαννούλα σύζυγος του Ηλία.

Στη διώροφη οικία, το ισόγειο επικοινωνεί με το ανώγειο με εσωτερική σκάλα. Στο ισόγειο στεγάστηκε το δικηγορικό γραφείο του ιδιοκτήτη. Επίσης οι υπόλοιποι χώροι ήταν μισθωμένοι για αρκετά χρόνια από το Εργατικό Κέντρο της Άμφισσας, τον Σύνδεσμο Ιδιοκτητών Αυτοκινητιστών του ΚΤΕΛ της πόλης  και από γραφεία ελεύθερων επαγγελματιών. Διέθετε και υπόγειο με μεγάλους αποθηκευτικούς χώρους της συλλογής ελαιοκάρπου, αφού ο ιδιοκτήτης εκτός από δικηγόρος υπήρξε ένας σημαντικότατος ελαιοπαραγωγός της περιοχής.



Το οίκημα έχει τρία μπαλκόνια, το μεγαλύτερο είναι ανατολικά στην οδό Πανουργιά. Διακοσμούνται από σιδεριές με περίτεχνα σχέδια, όπως και τα φουρούσια στα οποία στηρίζονται.  Στο ανώγειο κομμάτι του υπάρχουν περιμετρικά, οκτώ μεγάλα παράθυρα διακοσμημένα με κορνίζες  για να εισέρχεται άπλετο φως στο σπίτι και υπάρχουν δύο ακόμη στο ισόγειο. Χαρακτηριστικό του οικήματος είναι το κοίλωμα που γίνεται στον τοίχο του σπιτιού που είναι επί της οδού Πανουργιά. Πρόκειται για «αρχιτεκτονική παρέμβαση» μοναδική στα αρχοντικά της πόλης!



Η οικία με Υπουργική Απόφαση, χαρακτηρίστηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο (15-5-1997).


Πηγή: https://3odimamfissas.blogspot.com/

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2020

Οίκος ανοχής


Οδός Παπαχρήστου, στην παλιά αγορά της Άμφισσας, στο ισόγειο το κρεοπωλείο Κουκούλη και στο πάνω όροφο οίκος ανοχής, που ήταν μάλιστα σε λειτουργία μέχρι το 1980.

Αρχείο Γιάννης Φαρόπουλος


Στην οδό Γιαγτζή



Στο κουρείο των αδελφών Πατρινόπουλου




Επαγγέλματα του παρελθόντος

 



Σχοινοποιοί 

Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2020

Οι τέσσερις τροχοί


Στην Άμφισσα του 1920, η μοναδική φωτογραφία από το πρώτο ταξί της Άμφισσας του Δημήτριου Πατσαγούρα , μπροστά στο Φωτογραφείο του Ευθύμιου Μαχαιρά.

Αρχείο Ασημάκη Λαλά


1940

1931


Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2020

Ο Εμφύλιος στην πόλη της Άμφισσας


Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΑΜΦΙΣΣΑΣ (3-4/11/1947)

"Το εσπέρας της παρ. Δευτέρας 3ης Ν/βρίου και ώραν 11:35 η Άμφισσα προσεβλήθη υπό ισχυρών δυνάμεων συμμοριτών υπερβαινουσών τους 1500 των Μπελή, Διαμαντή, Λοκρού, Πελοπίδα και Νικηφόρου, εξ όλων των σημείων της πόλεως με χωνιά, αλλαλαγμούς, απειλάς και ύβρεις και περί τας 100 Κολοβατιανές συμμορίτισσες φορτωμένες πυρομαχικά.

Ο ηρωϊκός μας Στρατός, Χωροφυλακή, τα Μ.Α.Υ. και το συγκρότημα του ηρωϊκού Ν. Κεφαλά και όλοι οι πολίτες αντέστησαν ερωμένως. Τα φυλάκια Γατσοπνίχτη και Αγίων Αναργύρων πιεσθέντα υπό όγκου συμμοριτών και συμμοριτισσών και υποχωρήσαντα συνεπτύχθησαν, επενεγκόντα τρομεράς απωλείας εις τον εχθρόν.

 Οι συμμορίται εισέδυσαν εκ δύο μόνον σημείων εντός της πόλεως αλλά το πυρ των πολυβολείων τους ανέτρεψεν. Στρατός, Χωροφυλακή Μ.Α.Υ και όλοι οι πολίται επετίθεντο εναντίων των ηρωϊκώτατα, μέχρι της 4 απογευματινής της επομένης ημέρας 4/11/47 ότε καταφθάσασα αεροπορία τους θέρισε κυριολεκτικώς κατά την φυγήν των. Οι δρόμοι της πόλεως και οι πέριξ λόφοι εγέμισαν νεκρών συμμοριτών.

 Το 237 χειρουργείον Εκστρατείας υπό τον Διοικ. Επίατρον κ. Κολλιτσίδαν Γεώργ. Με άνδρας αποφασιστικούς έκαμε άριστα τη δουλειά του. Πρόσκοποι, Οδηγοί, μαθηταί, επίσης Αξιέπαινοι είναι όλοι οι Αξιωματικοί και οπλίται του Εθ. Τάγματος υπό τον Αντι/χην κ. Σκουλάν Ηλίαν. Ο λοχαγός κ. Μούργελας Γρηγ. Και οι λόχοι του. Ο 8ος Λόχος ΛΟΚ υπό τον Λοχαγόν κ. Γεώργιον Ψύχαν και ο 71 ΛΟΚ υπό τον υπολοχ. {Δυσανάγνωστο Όνομα} συγκρότημα Μ.Α.Υ. υπό τον ηρωϊκόν κ. Νικ. Κεφαλάν, όστις και ετραυματίσθη. Επολέμησεν ανδρείως  το τμήμα 8ου ΛΟΚ υπό τους Ανθ/γους κ.κ. Νικ. Αρώνην και Σιόζιον Μιχ. Με απώλειαν 1 νεκρόν και 5 τραυματίας...".

Η φωτογραφία είναι απ' το βιβλίο "Συμμοριτοπόλεμος 1945-1949".


Άμφισσα 7 /11 / 1947. Αναμνηστική φωτογραφία Πολεμιστών ΜΑΥ της Άμφισσας , στα σκαλιά του Αγίου Νικολάου , μετά τη μάχη στις 3 και 4 Νοέμβρη του 1947.  


Μετά την μάχη που κράτησε δύο μέρες , 3 και 4 Νοεμβρίου, στρατιώτες και πλήθος κόσμου. Αρχείο Χρήστου Ψιλογιάννη 




Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2020

ΟΙΚΙΑ ΧΡΥΣΑΦΟΥΛΑΣ & ΚΩΝΣΤΑΝΤΊΝΟΥ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Στην οδό Αρείου Πάγου στην Άμφισσα, στον αριθμό 9, υπάρχει σήμερα το σπίτι (ιστορικά διατηρητέο μνημείο) της Χρυσαφούλας και Κώστα Παπαγεωργίου, αρχοντόσπιτο επαναστατικής περιόδου και  πρώην κατοικία του Πανεπιστημιακού Κωνσταντίνου Κόντου. Ένα επιβλητικό κτίσμα – με θέα πίσω του το περίφημο Κάστρο  των Σαλώνων – που δεν έχει τα χαρακτηριστικά του νεοκλασικού οικήματος, αλλά κρύβει τη δική του ιστορία και τον ξεχωριστό πολιτισμικό πλούτο. Διαθέτει πολλά παράθυρα, οι σκάλες της αυλής είναι διακοσμημένες με γεωμετρικά σχήματα, το εσωτερικό του σπιτιού καθηλώνει τον επισκέπτη, νιώθοντας πως βρίσκεται σε μια άλλη εποχή του μακρινού παρελθόντος, ανεβαίνοντας τις ξύλινες σκάλες, βλέποντας τις διακοσμημένες πόρτες, τα μοναδικά παλαιικά φωτιστικά, την προπολεμική ηλεκτρολογική εγκατάσταση και τα σπάνια έπιπλα των σαλονιών. Εντυπωσιακό και το δωμάτιο της αυλής  με πολύ λαογραφικό πλούτο και αντικείμενα καθημερινής χρήσης προηγούμενων δεκαετιών, αυτό όμως που μαγεύει τον επισκέπτη είναι η σπηλιά που υπάρχει στο οίκημα και όπως μας είπε ο ιδιοκτήτης στον εμφύλιο πόλεμο κρύβονταν οι αντάρτες εκεί. Η ιδιοκτήτρια κ. Χρυσαφούλα -93 ετών σήμερα – μας είπε πως ο Σταύρος Κόντος, οπλαρχηγός της επανάστασης,  έχτισε ο ίδιος αυτό το σπίτι στην Άμφισσα. Η κατασκευή του κτιριακού συνόλου (κατοικία και βοηθητικά κτίσματα, περιβάλλων χώρος) ανάγεται στην προ της ίδρυσης του ελληνικού κράτους (1833) περίοδο, καθώς είναι πιστοποιημένο και από το Δήμο Άμφισσας πως ήταν αυτό το σπίτι όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Σαλωνίτης ελληνιστής και γλωσσολόγος Κωνσταντίνος Κόντος (1834-1909).


Η αλληλουχία των ιδιοκτητών είναι ότι από κατοικία των Κοντάιων περνάει σαν προικώο στον γαμπρό της οικογένειας Χαραλαμπόπουλο (;), κατόπιν περιέχεται στην περιουσία της Εθνικής Τράπεζας η οποία το θέτει σε δημοπρασία περί το 1906, οπότε το αγοράζει ο Νικόλαος Ζαρμπούρης, κτηματίας ελαιών, έναντι του υψηλού για την εποχή ποσού των 7.000 δραχμών. Το 1947 παραχωρείται σαν προικώο στον Κωνσταντίνο Κάζο, κτηματία και ξενοδόχο, ο οποίος μετοικίζει στην Αθήνα το 1976 και το πουλά στους σημερινούς ιδιοκτήτες Χρυσαφούλα Παπαγεωργίου και Κώστα Παπαγεωργίου (Μαρτυρία της Αργυρώς Κάζου – Ζαρμπούρη, κόρης του Νικολάου Ζαρμπούρη, παλαιού ιδιοκτήτη).


Το κύριο κτίσμα – κατοικία – είναι ένα «τρίπατο» ελληνικό αρχοντικό της λεγόμενης


πρώτης ή πρώιμης περιόδου, (σε αντίστοιχες περιόδους διακρίνονται τα αρχοντικά του Γαλαξιδίου) δηλαδή πριν ακόμα ο νεοκλασικισμός επιβάλλει το ύφος του και τα στοιχεία του στα αρχοντικά και λαϊκά κτίσματα των ελληνικών πόλεων. (Ελληνικό=σε αντίθεση με τα τούρκικα σπίτια της Άμφισσας, με το χαγιάτι, της ίδιας περιόδου – προ του 1833 – και τοπικού χαρακτήρα. Αρχοντικό= σε αντίθεση με τα λαϊκά σπίτια της ίδιας περιόδου, μικρά σε όγκο και φτωχά σε υλικά. Ο μεγαλόπρεπος όγκος, το κεντρικό μπαλκόνι, η συμμετρία στην κύρια όψη, η «πυραμοειδής» σκάλα της εισόδου, αναδεικνύουν εξάλλου την οικονομική και κοινωνική κατάσταση του πρώτου ιδιοκτήτη). Στα λίγα από τα σπίτια της πρώτης περιόδου που σώζονται στην Άμφισσα (το σπίτι του οπλαρχηγού Δυοβουνιώτη στην ένωση των οδών Φρουρίου και Αθανασοπούλου, είναι επίσης αρχοντικό της ίδιας περιόδου με ανάλογα μορφολογικά στοιχεία) – πολύτιμα στοιχεία ενός «άλλου κόσμου» – διακρίνουμε μια αυστηρή μορφή κυβοειδή, μια μεγαλοπρέπεια στον όγκο μαζί με μία αρμονία απλών γραμμών δουλευμένων με μαεστρία από έμπειρους τεχνίτες.


Η θεμελίωση του σπιτιού δεν παρουσίασε προβλήματα  καθώς το έδαφος του τόπου είναι βραχώδες. Η εκσκαφή έγινε σε μικρό βάθος, τα θεμέλια ακολουθούν το περίγραμμα του σπιτιού, ενώ για μεγαλύτερη σταθερότητα υπάρχει ένα εγκάρδιο θεμέλιο στη μέση. Οι εξωτερικοί τοίχοι είναι κτισμένοι με λαξεμένη πέτρα και παρουσιάζουν πάχος από 70-80 εκ. στον κάτω όροφο και στο υπόγειο, επιχρισμένοι με ασβεστοκονίαμα και «δεμένοι» με ξυλοδεσιές. Οι διαχωριστικοί εσωτερικοί τοίχοι είναι «τσατμάδες» (ελαφρές κατασκευές) μικρά ξύλινα πηχάκια τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο και καρφωμένα σε κοντύτερα ξύλα που σκεπάζονται με κονίαμα. Τα δάπεδα και οι οροφές είναι από ξύλο και στο «πάνω σπίτι» διακρίνονται στην οροφή, μεγάλοι τετράγωνοι ταμπλάδες που παίζουν διακοσμητικό ρόλο. Τα εξωτερικά κουφώματα είναι ξύλινα, καρφωμένα στο έξω μέρος αρχικά του ανοίγματος και σήμερα (για προστασία) λίγο πιο μέσα, με περσίδες. Από ξύλο και όλες οι εσωτερικές πόρτες που η εμφάνισή τους συμβαδίζει με τη χρήση του χώρου που τις δέχεται. Ο εξώστης, κεντρικός στον πάνω όροφο, έχει φουρούσια από χοντρά ελατίσια ξύλα και μια λεπτή σιδεριά με απλό αλλά καλαίσθητο σχέδιο. Η στέγαση είναι μια απλή τετράριχτη ξυλοσκεπή με κεραμίδια «βυζαντινού» τύπου και με ένα γείσο 25 εκ. που εξέχει και τονίζει την επίστεψη.

Οι αυλές και οι κήποι περικλείονται στο κάτω μέρος και στα πλαϊνά από ψηλούς


μαντρότοιχους κτισμένους με διάφορα υλικά (πέτρα, χωματόπλινθοι) και ασβεστωμένους, ενώ στο πίσω μέρος ο βράχος σχηματίζει ένα φυσικό φράχτη. Η εξώπορτα (αυλόπορτα) ήταν ξύλινη στην αρχική τους μορφή όμως τώρα έχει δώσει τη θέση της (αλλαγή το 1950) σε μια σιδερένια πόρτα από μαντέμι με πολύπλοκα σχέδια και ανάγλυφα. Μια μεγάλη κεντρική σκάλα οδηγεί στο σπίτι, στις αυλές και τα βοηθητικά κτίσματα. Κατασκευασμένη και αυτή γύρω στα 1950 με λευκό τσιμέντο και όμορφα σχέδια, πήρε τη θέση της παλιάς πέτρινης (στις αρχές του αιώνα – ιδιοκτησία Ζαρμπούρη – έδωσε τη θέση της σε «Καλντερίμι» για τις ανάγκες των ιδιοκτητών που ήθελαν το άλογο και η σούστα να μπορούν να ανεβαίνουν [μαρτυρία Αργυρώς Κάζου – Ζαρμπούνη]), απομεινάρι της οποίας είναι το πυραμοειδές κομμάτι μπροστά στην κεντρική πόρτα του σπιτιού. Ο κήπος είναι σε επίπεδα και στην πάνω αυλή δίπλα στα χαμοκέλια (αποθήκη, φούρνος, πλυσταριό και στάβλος) υπάρχει το πηγάδι που λειτουργεί ακόμα και σήμερα. Αυτή η αυλή με το πηγάδι επικοινωνεί με την κατοικία δια μέσου πλαϊνής πόρτας σκεπάζεται με πέργολα (κληματαριά) και αποτελεί τον πλέον λειτουργικό χώρο όπου εκτυλίσσονται σχεδόν όλες οι καθημερινές ασχολίες. Στην πίσω πλευρά του σπιτιού υπάρχουν τα «καδοτόπια» οι αποθήκες ελαιών.


Η κεντρική είσοδος του σπιτιού χαρακτηρίζεται από μία ανάγλυφη ξύλινη θύρα που οδηγεί σε ένα διάδρομο υποδοχής όπου «βλέπουν» οι πόρτες δύο μικρών δωματίων (πιθανά δωμάτια υπηρεσίας), η κατωγόπορτα και η ξύλινη σκάλα που οδηγεί στο πάνω σπίτι. Το «κατώι» είναι ο υπόγειος χώρος του σπιτιού και η κατεξοχήν αποθήκη υλικών και τροφίμων. Ανεβαίνοντας τη σκάλα συναντάμε ένα πλατύσκαλο όπου «βλέπουν» η πόρτα ενός μικρού δωματίου και η πόρτα του καθημερινού  με το τζάκι, βρισκόμαστε στον πρώτο όροφο που τον συμπληρώνουν το μαγειριό και ένα ακόμη μεγάλο δωμάτιο που πιθανά χρησίμευε για ξενώνας (το καθημερινό επικοινωνεί με το «κτίσμα προσθήκη» του 1950 που έχει πάρει το ρόλο της κουζίνας, αλλά και με τον πάνω όροφο, όπου ένα δωμάτιο έχει πάρει το ρόλο της επίσημης σημερινής τραπεζαρίας). Η ξύλινη σκάλα τελειώνει  σε έναν χώρο υποδοχής  στο «πάνω» σπίτι όπου παρατάσσονται οι επίσημοι χώροι της κατοικίας (σαλόνια) και δύο κύρια υπνοδωμάτια ( το ένα με τζάκι που κλείστηκε).

Τόσο το κύριο κτίσμα (κατοικία) όσο και ο περιβάλλων χώρος (αυλές, κήποι, πηγάδι, σκάλες) με τα βοηθητικά κτίσματα (πλυσταριό, φούρνος, στάβλος, καδοτόπια) αποτελούν μια χαρακτηριστική αρχιτεκτονική σύνθεση, ιστορικής σημασίας, σαν δείγμα ελληνικής αρχιτεκτονικής αρχοντόσπιτου των προ της ίδρυσης του νεοελληνικού κράτους χρόνων (επαναστατική περίοδος) στην περιοχή της Ρούμελης.

Η σημασία αυτή τονίζεται από το γεγονός ότι υπήρξε το πατρικό σπίτι του ελληνιστή Κωνσταντίνου Κόντου, καθώς και από τη θέση του, αφού εντάσσεται μέσα σε ένα οικιστικό σύνολο κτισμάτων της παλαιάς Άμφισσας, σύνολο που υπογραμμίζει τόσο τον χαρακτήρα της πόλης όσο και την ιστορική της ταυτότητα.

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΊΝΟΣ ΣΤΑΥΡΟΥ ΚΟΝΤΟΣ 

(12 Μαρτίου 1834, Άμφισσα — 1909, Αθήνα)

 


Γεννήθηκε στην Άμφισσα από πατέρα Ηπειρώτη, εγκαταστημένο στα Σάλωνα τον καιρό της Επανάστασης και μητέρα Αμφισσίδα. Οι γονείς του ονομάζονταν Σταύρος και Παναγιώτα (Κοντοδήμου), και ο πατέρας του κατάγονταν από το Δέλβινο της Βόρειας Ηπείρου και είχε πολεμήσει ως καπετάνιος μαζί με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, Γ. Καραϊσκάκη κατά την ελληνική επανάσταση, καθώς και είχε υπηρετήσει και στην αυλή του Αλή Πασά στα Ιωάννινα. Μετά το τέλος της επανάστασης απέκτησε τον βαθμό του ταγματάρχη, και η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Άμφισσα. Η οικογένεια είχε συνολικά 7 παιδιά (5 γιοί και 2 κόρες) εκ των οποίων ο Κωνσταντίνος ήταν ο μεγαλύτερος.

Υπήρξε ένας εκ των μεγαλύτερων ελληνιστών, διακρινόμενος  για την ακριβή και βαθιά γνώση της ελληνικής γλώσσας και φιλολογίας για το πλήθος άριστων διορθώσεων στους αρχαίους συγγραφείς και για τον αγώνα του υπέρ της φιλολογικής επιστήμης. Υπήρξε επίσης ο ιδρυτής και εκδότης του περιοδικού «Λόγιος Ερμής»  το οποίο αποτελούσε ανθολογία κειμένων και παρατηρήσεων που σχετίζονται με τη νέα ελληνική γλώσσα.

Σημαντικές περίοδοι της ζωής του:

Μεγαλώνοντας, μετακινήθηκε στην Ιθάκη και σπούδασε στο εκεί ελληνικό σχολείο, και κατόπιν πήγε στην Αθήνα όπου φοίτησε στο γυμνάσιο η διεύθυνση του οποίου ήταν υπό τον Γεώργιο Γεννάδιο. Διέκοψε για κάποιο διάστημα τις σπουδές του το 1854, διότι έσπευσε με τα γέροντα πατέρα του στα Θεσσαλικά πεδία, όπου είχε ξεσπάσει η επανάσταση. Συμμετείχε σε πολλές μάχες, εκθέτοντας τον εαυτό του σε κίνδυνο.

Μετά την λήξη της επαναστάσεως, πήγε στην Λαμία όπου ολοκλήρωσε τελικά τις σπουδές του εκεί, και κατόπιν στην Αθήνα όπου γράφτηκε ως φοιτητής της Φιλοσοφικής Σχολής το 1855. Μετά από τριετή φοίτηση εστάλη γυμνασιάρχης στο Γυμνάσιο της Χίου, το οποίο διεύθυνε επιτυχώς επί τρία έτη, και στη συνέχεια διεύθυνε το Γυμνάσιο Σάμου.

Το 1865 αναχώρησε για την Ολλανδία όπου σπούδασε επί τριετία κοντά στο διάσημο ελληνιστή , καθηγητή του Πανεπιστημίου του Λέυντεν, Κάρολο Κόμπετ.

Το 1867, προ της επανόδου του στην Ελλάδα, ο Κόντος αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου του Λέυντεν, τυχών διπλώματος του οποίου «ολίγιστοι επί μακρώ χρόνω έτυχον». Ο καθηγητής του τον προσφώνησε «κράτιστον» των φιλολόγων.

Το 1868 διορίστηκε έκτακτος καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και το 1875 τακτικός.  Επί σειρά ετών δίδασκε τυφλός, είχα χάσει το φως του δέκα χρόνια πριν το θάνατό του.

Ο Κόντος υπήρξε πολυγραφότατος. Ο καθηγητής Γ. Α. Χριστοδούλου ο σπουδαιότερος και ως τώρα ο μόνος σύγχρονος μελετητής του έργου του, έχει καταγράψει 357 λήμματα και πιστεύει πως υπάρχουν και άλλα.

Κατά την περίοδο που ο Κόντος με την άσπρη γενειάδα , οδηγούμενος από το γιό του, δίδασκε στο Πανεπιστήμιο τυφλός, παρακολουθούσαν τα μαθήματά του, πλην των φοιτητών του , λόγιοι και φοιτητές άλλων σχολών. Οι διαπρεπέστεροι Έλληνες φιλόλογοι, λογογράφοι, ερευνητές και συγγραφείς των αρχών του 20ου αιώνα υπήρξαν μαθητές του.  Ενδεικτικώς αναφέρονται ο κράτιστος των γλωσσολόγων πανεπιστημικός Γεώργιος Χατζηδάκης, ο διαπρεπής ελληνιστής Σπυρίδων Βάσης, ο ρουμελιώτης λόγιος ο μεγάλος Γιάννης Βλαχογιάννης, ο Νίκος Α. Βέης με τον οποίο έγιναν φίλοι και συμπολέμησαν στον αγώνα του 1854, ο Ιωάννης Γρυπάρης, καθηγητής και Γυμνασιάρχης αργότερα του Γυμνασίου Αμφίσσης, ο Αντώνιος Κεραμόπουλλος, καθηγητής κι αυτός στο Γυμνάσιο Άμφισσας και Έφορος Αρχαιοτήτων, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο Κώστας Βάρναλης, ο οποίος όταν επισκέφθηκε την Άμφισσα, περί τα τέλη της δεκαετίας του 1960, κι αντίκρισε τη φωτογραφία του Κόντου που κοσμούσε τη Δημοτική Βιβλιοθήκη εξέφρασε τον θαυμασμό του προς τον μεγάλο δάσκαλο και τέλος ο Αμφισσέας παιδαγωγός και καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Αλέξανδρος Δελμούζος.

Ο Κόντος δεν ασχολήθηκε εκτεταμένα με το θέμα του γλωσσικού ζητήματος, και τήρησε μετριοπαθή θέση, ενώ παρέβαινε μόνο σε όποια ζητήματα αφορούσαν την ορθότητα της αρχαίας γλώσσας σε φιλολογική βάση. Παρόλα αυτά, κατηγορήθηκε από κάποιους πως υπήρξε αττικιστής και πως επιθυμούσε την επιστροφή του αττικού λόγου, κάτι που αρνήθηκε έντονα ως αναληθές και παράλογο.

Ο Κωνσταντίνος Κόντος πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του μοναχικά καθώς έχασε την γυναίκα του. Οι μόνοι άνθρωποι που έμειναν δίπλα του ήταν οι μαθητές του με πρώτο τον Γ. Χατζιδάκη. Τέλος, αυτό που του στοίχισε περισσότερο ήταν όχι μόνο το ότι τυφλώθηκε,  αλλά το ότι βρήκαν την ευκαιρία οι αντίπαλοί του να του επιτεθούν γνωρίζοντες ότι ήταν ανήμπορος να υπερασπιστεί τις επιστημονικές του ιδέες. Για μία ακόμη φορά οι απαντήσεις του έφτασαν διά των αντιπροσώπων του οι οποίοι ήταν και πάλι οι μαθητές του οι οποίοι τον επισκέπτονταν συχνά.

Κατά τους πρώτους μήνες του  1909, λίγο πριν το θάνατό του, είχε την ευτυχία να παραστεί  στον επίσημο εορτασμό των σαράντα χρόνων της καθηγεσίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μετά τον θάνατο του Κόντου, μερικές από τις πραγματείες του εξεδόθησαν από τον Χ.Χ. Χαριτωνίδη, μαθητή και γραμματέα του, ο οποίος τον βοηθούσε στον καταρτισμό και την έκδοση των πραγματειών από τότε που ο Κόντος τυφλώθηκε. Από το πλούσιο κι ανέκδοτο ως τις μέρες μας υλικό του μεγάλου ελληνιστή, η κόρη του μαθητή του  Ανδρομάχη Χ. Χαριτωνίδη δώρισε στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Άμφισσας, το 1969, μέρος του αρχείου του. Το χειρόγραφο αυτό υλικό, μαζί με πλήθος βιβλίων του Κόντου και για τον Κόντο, εξεδόθη κατά τα Α΄ «Φωκικά» του 1964 (Φιλολογικό μνημόσυνο του Κ.Σ. Κόντου) που οργάνωσε στην Άμφισσα το τοπικό παράρτημα της Ελληνικής Περιηγητικής Λέσχης. Ήταν, τότε που εντοιχίστηκε στον εξωτερικό τοίχο του πατρικού του σπιτιού μαρμάρινη πλάκα με την επιγραφή ΟΙΚΙΑ ΚΩΝ. ΚΟΝΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ. Το νεοκλασικό αυτό αρχοντικό έχει αλλάξει πολλούς ιδιοκτήτες.

Ο Κόντος είχε και μία κόρη τη Φιλαρέτη, η οποία παντρεύτηκε τον δημοσιογράφο Γ.Α. Βλάχο της εφημερίδας Καθημερινής, με τον οποίο απέκτησε μία κόρη , την Ελένη, που συνέχισε το επάγγελμα του πατέρα της. Όμως αυτή για δικούς της λόγους αγνόησε τον παππού της, γι ΄αυτό και η ιστορία του εκ μητρός τόπου καταγωγής της δεν βρήκε θέση σε αυτήν.


Βιβλιογραφία βιογραφίας

Χατζιδάκις, Γ.Ν. (21 Μαΐου 1910). «Λόγος Επιμνημόσυνος εἴς Κωνσταντίνον Σ. Κόντον, ἐκφωνηθείς ἐν συνεδρία τῶν ἐταίρων τῆς ἐν Ἀθῆναις Ἐπιστημονικής Ἐταιρείας». anemi.lib.uoc.gr. Τυπογραφείο Π.Δ.Σακελλαρίου. Ανακτήθηκε στις 15 Οκτωβρίου 2020.

Κραβαρτόγιαννος, Δ. (1997). Ιστορία της Πόλεως Αμφίσσης, Συμπληρώματα. Σύλλογος Απανταχού Αμφισσέων «Τα Σάλωνα».

 

Πηγή άρθρου: https://3odimamfissas.blogspot.com/

 

 

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2020

The Symptom Projects 2020

Το The Symptom Projects πραγματοποιεί για ενδέκατη συνεχόµενη χρονιά, στην πόλη της Άµφισσας, το εκθεσιακό του πρόγραµµα: Την Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου και ώρα 8μμ. πραγματοποιούνται τα εγκαίνια της έκθεσης «Saxa loquuntur» του Γιώργου Τσεριώνη στο Αρχαιολογικό Μουσείο Της Άμφισσας και το Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου και ώρα 8μμ. τα εγκαίνια της οµαδικής έκθεσης Please Please Me, σε επιµέλεια της Βασιλικής-Μαρίας Πλαβού, στο χώρο του παλαιού Νοσοκομείου Άμφισσας.

 


PLEASE PLEASE ME

Επιμέλεια: Βασιλική-Μαρία Πλαβού

Παραγωγή: The Symptom Projects

Τοποθεσία: Παλαιό Νοσοκομείο, Άμφισσα.

Εγκαίνια: Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2020, 20.00.

Διάρκεια: 19 Σεπτεμβρίου – 04 Οκτωβρίου, 2020 Kαθημερινά 18.00 - 22.00

 

Το the symptom projects ανοίγει το νέο του κύκλο, μετά από μία δεκαετή παρουσία, με την έκθεση “Please Please Me” που θα πραγματοποιηθεί τον Σεπτέμβριο, στην Άμφισσα. Α-: μόριο στερητικό, πρόθεμα αχώριστο, που εκφράζει άρνηση, στέρηση ή απουσία εκείνου το οποίο δηλώνει η λέξη από την παράγεται. Σπανίως προηγείται φωνήεντος. Πρόκειται για το α- σε λέξεις όπως αβεβαιότητα, αδυναμία. Η απόλαυση;

Ο Ρολάν Μπαρτ, στο βιβλίο του Τα Αποσπάσματα του Ερωτικού Λόγου, τοποθετεί το ερωτευμένο υποκείμενο στην αναπόφευκτη κατάσταση της αναμονής. Χαρακτηριστικά αναφέρει “Είμαι ερωτευμένος; - Ναι, αφού περιμένω”. Ωστόσο, το αντικείμενο της επιθυμίας δεν περιμένει ποτέ. Σε αυτή την παρτίδα παρουσιών και εμφανίσεων, ο ερωτευμένος αποδεικνύεται πάντα “χαμένος”, συνεπής στα ραντεβού του και απόλυτα αφοσιωμένος στο Άλλο. Ο λόγος και τα ενεργήματα του ερωτευμένου απευθύνονται αποκλειστικά στον Άλλο. Στη μετέωρη κατάσταση της αναμονής, ο ερωτευμένος κατοικεί, υπο-μένει στον απορημένο τόπο των απευθύνσεών του, στον τόπο του Άλλου.

Ο Άλλος δε συναντάται ποτέ στην πραγματικότητα της σεξουαλικής απόλαυσης αλλά στην οδύνη της μοναδικής του ξ-ενικότητας. Σε αυτή τη μακρινή απόσταση ερωτευμένου και Άλλου, στην αποτυχία της διατύπωσης, στην αποτυχία της εγγύτητας του σώματος του Άλλου, αναδύεται η απόλαυση μέσα από την έλλειψη. Μπορούμε να επεξεργαστούμε το εκθεσιακό ενέργημα ως μία κατασκευής τη “απόστασης”, ως μία ερωτική επιστολή στη σύγχρονη τέχνη της Αθήνας;

Μπορούμε να προ(σ)καλέσουμε το θεατή σε μία διαμεσολάβηση της απόλαυσης;

Στο σχήμα του ερωτευμένου-απόλαυσης-Άλλου και της μεταξύ τους απόστασης, η έκθεση Please Please Me με όρους ανάλογους εξετάζει στην απομακρυσμένη ύπαιθρο της Άμφισσας την επιθυμία της μητροπολιτικής καλλιτεχνικής παραγωγής, την απόλαυση στη στέρησή της. Στο Παλαιό Νοσοκομείο της Άμφισσας, στη χαρακτηριστική αρχιτεκτονική της αναμονής, επιχειρείται η σύσταση ενός εργοστασίου επιθυμίας.

 

Επιμέλεια έκθεσης: Βασιλική-Μαρία Πλαβού

Συμμετέχοντες καλλιτέχνες: Μαρίνα Βελησιώτη, Ευγενία Βερελή, Ξένια Βήτου, Κωνσταντίνος Γιώτης, Χρήστος Δεληδήμος, Διονύσης Καβαλλιεράτος, Ορέστης Καραλής, Μαλβίνα Παναγιωτίδη, Μάριος Σταμάτης, Κωνσταντίνος Τσικνής, The Callas (Άρης και Λάκης Ιωνάς), Hypercomf (Ιωάννης Κολιόπουλος και Πάολα Παλαβίδη).

 

Η έκθεση Please Please Me είναι επισκέψιμη καθημερινά, 18:00-22:00. Είσοδος ελεύθερη. Υποχρεωτική η χρήση μάσκας και η τήρηση αποστάσεων.

 


SAXA LOQUUNTUR / ΓΙΏΡΓΟΣ ΤΣΕΡΙΏΝΗΣ

Επιμέλεια: Αποστόλης Αρτινός

Διοργάνωση: The Symptom Projects

Τοποθεσία: Αρχαιολογικό Μουσείο της Άμφισσας,

Διάρκεια: 19 Σεπτεμβρίου έως 30 Οκτωβρίου 2020) Ωράριο Μουσείου: Τετάρτη – Κυριακή 9.00π.μ.– 4.00μ.μ.

 

Η έκθεση Saxa loquuntur του Γιώργου Τσεριώνη στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Άμφισσας, είναι μια προσπάθεια επικοινωνίας του με την αρχαιολογική συλλογή του Μουσείου. Κεραμικά του έργα που επιχειρούν έναν απευθείας διάλογο με συγκεκριμένα εκθέματα του Μουσείου. Πόσο εφικτός είναι ένας τέτοιος διάλογος; Υπάρχει έστω κι ένα μικρό περιθώριο επιτυχίας του; Ή τα σύγχρονα έργα, με τη διαφορά της αλήθειας τους, είναι απλώς επιτελέσεις μιας ανοικτής και αφιλόδοξης απεύθυνσης; Τα έργα του Γιώργου Τσεριώνη, στις αίθουσες αυτών των αρχαίων γλυπτών, μαρτυρούν τη θέση του Πράγματος, με τη λακανική έννοια του όρου. Κομίζουν έτσι ένα αίνιγμα στο χώρο, ακόμη ένα, επιδεινώνουν το περιβάλλον του, εκθέτοντας το στις σιωπές του. Είμαστε ήδη στην ετεροτοπία ενός νοήματος μυστικού, στη διασαλευμένη χωρικότητα μιας αφήγησης, στα ίχνη ενός αφηγήματος, στο φορτίο μιας διασύνδεσης που διαγράφει τις τροχιές του, και πυκνώνει τις μορφικές του εξάρσεις. Οι αναπαραστάσεις είναι επεισόδια αυτών των μυστικών συνδέσεων κι αποσυνδέσεων, συμβαντικές εγέρσεις που αποσπώνται, κι απελευθερώνονται, κι ύστερα βυθίζονται στη λήθη του ονόματός τους. Τίποτε δεν εξαϋλώνεται σ’ αυτή την οριακότητα του κόσμου, το ένα διαχέεται μέσα στο άλλο, βυθιζόμενα υποβαστάζουν, «ένα ένθεν κι ένα πέραν κι από ’κει ένα βήμα στο τίποτα».

 

Η έκθεση Saxa loquuntur πραγματοποιείται σε συνεργασία με την Εφορεία Αρχαιοτήτων Φωκίδος.

 

Περισσότερες πληροφορίες: http://the-symptom-projects.blogspot.com

 

Οι εκθέσεις Please Please Me και Saxa Loquuntur πραγματοποιούνται με την υποστήριξη του Οργανισμού Πολιτισμού και Ανάπτυξης ΝΕΟΝ.