Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 23 Ιουλίου 2025

Τα Σάλωνα 1856

 


Τα Σάλωνα, απτο βιβλίο του William Linton “The scenery of Greece and its islands”, London 1856. 


Τετάρτη 10 Αυγούστου 2022

"Κατοχή - πείνα" του Χαράλαμπου Στέφου


Στο λεύκωμα «Κ Α Τ Ο Χ Η... Π Ε Ι Ν Α... 1940-44» του Χαράλαμπου Στέφου, παρουσιάζονται σχετικά ζωγραφικά έργα του καλλιτέχνη.

" Όλα τα έργα του πατέρα μου , ξεδιπλώνουν με τρόπο λιτό και απέριττο τα βιώματά του στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής.

Είναι το αποτύπωμα που άφησε στην παιδική ψυχή του ο εφιάλτης της πείνας και ο ξεριζωμός από το χωριό του, το Κόκκινο Δωρίδας.

Το έργο τούτο διατηρεί τη μνήμη άσβεστη και παραδίνεται στις νέες γενιές με την ελπίδα πως θα ζήσουν μια καλύτερη ζωή μακριά απ' όλα εκείνα που την χαμηλώνουν ."

Μαρία Χαρ. Στέφου

 

«Εγώ ήμουν παιδί τότε, αλλά οι σκληρές εικόνες και ο συνεχής φόβος από το ρυθμικό πάτημα της μπότας τού κατακτητή κι από τον ήχο των αεροπλάνων έχουν τυπωθεί βαθιά στην ψυχή μου.

Έντονα κι αξεπέραστα βιώματά μου στάθηκαν  η πείνα κι ο ανελέητος αγώνας για επιβίωση.

Παρόλα αυτά επέζησα .

Κι επειδή θεωρώ το παρόν και το μέλλον άρρηκτα συνδεδεμένα με το παρελθόν, αποφάσισα να αποτυπώσω τα συναισθήματα και τα βιώματά εκείνης της σκληρής εποχής πάνω στο μουσαμά για να θυμάμαι εγώ και οι συνομήλικοι μου, για να μάθουν οι νέοι και οι μεταγενέστεροι.»

Χαράλαμπος Στέφος.


Ο Χαράλαμπος Στέφος του Γεωργίου και της Αικατερίνης, γεννήθηκε στο Κόκκινο Δωρίδας το 1932. Ήταν το δεύτερο από τα τέσσερα παιδιά μιας οικογένειας της οποίας ο πατέρας δούλευε ως χτίστης μαζί με τα αδέρφια του και συντηρούσε την οικογένεια του. Το ξέσπασμα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου αναγκάζει τον καλλιτέχνη να διακόψει το σχολείο και να φύγει από το χωριό του καθώς ο πατέρας του αρρώστησε βαριά και πέθανε. Όντας το μεγαλύτερο από τα τρία αγόρια έπρεπε να δουλέψει και να συντηρήσει τη μάνα του και τ αδέρφια του. Έτσι φτάνει στην Άμφισσα. Αρχικά, εργάζεται ως υπάλληλος σε ένα μπακάλικο ενώ μένει σε ένα μικρό δωμάτιο. Τα τρία αυτά χρόνια της ζωής του είναι ιδιαίτερα δύσκολα καθώς, μακριά από την οικογένεια του, βιώνει την πείνα, το κρύο και τη σκληρή πλευρά της ζωής στην καθημερινότητα του. Βλέπει πολλούς συνανθρώπους του να υποφέρουν και να δουλεύουν ίσα-ίσα για ένα κομμάτι ψωμί. Η ζωγραφική, όμως, ήτανε πάντα μέσα στην καρδία του και σε εκείνο το μικρό, φτωχικό δωμάτιο, μπορούμε να πούμε ότι την ανακάλυψε περισσότερο και την εξωτερίκευσε.

Ο Χαράλαμπος Στέφος ήταν αυτοδίδακτος, είχε ένα έμφυτο ταλέντο το οποίο ταυτιζόταν με την ίδια του την ύπαρξη. Η ζωγραφική έγινε για αυτόν δημιουργία, σχέδιο, πίνακας. Θαύμαζε το τοπίο τριγύρω του, τις εναλλαγές του φωτός, τις αλλαγές της ώρας στη φύση, τη διαδοχή των ημερών και των εποχών οι οποίες έφερναν και τις ανάλογες μεταπτώσεις στα συναισθήματα του. Το πάθος του για την ζωγραφική ήταν τόσο μεγάλο ώστε όταν δεν εργαζόταν, ζωγράφιζε, σε οποιεσδήποτε συνθήκες της καθημερινότητα του. Στη διάρκεια εκείνων των χρόνων, δημιούργησε πολλά έργα, κυρίως τοπία, νεκρή φύση αλλά και θαλασσογραφίες. Κυρίως όμως τον γοήτευε η "αγρία" και τραχιά ομορφιά του . Στην εποχή του έλαβε μέρος και στις πρώτες εκθέσεις. Έτσι, τη δεκαετία 1959-1969 συμμετείχε σε πέντε ομαδικές εκθέσεις σε Άμφισσα και Αθήνα, ενώ πραγματοποίησε και την πρώτη του ατομική έκθεση στο Λιδωρίκι. Τα επόμενα χρόνια γνωρίζει σημαντικούς ανθρώπους της τέχνης οι οποίοι αναγνωρίζουν το ταλέντο του, όπως ο Θεόδωρος Στάμος, καθηγητής τέχνης του πανεπιστημίου Columbia της Νέας Υόρκης, ο ζωγράφος Α.Ζ. Πουλιανός, άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών όπως ο Χατζίνης, κριτικοί τέχνης όπως ο Β. Κουντουρίδης, ο Β. Παναγιωτόπουλος, ο Δ. Κραββαρτόγιαννος και άλλοι, οι οποίοι τον αναγνωρίζουν ως ένα από τους πολλά υποσχόμενους νέους ζωγράφους.

Η δεκαετία του 1970 τον βρίσκει εξίσου δημιουργικό και παραγωγικό σε έργα και εκθέσεις, ατομικές και ομαδικές. Έτσι εκθέτει έργα του την Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη, στη Άμφισσα ,στην Ιτέα αλλά και στο εξωτερικό. Εντυπωσιάζει και γοητεύει τους ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών αλλά και το απλό φιλότεχνο κοινό και ξεπερνά τα σύνορα της Ελλάδας. Στην "Ελληνική Εβδομάδα" που διοργανώνεται στην πόλη Deurne της Ολλανδίας το 1977, εκπροσωπεί την ελληνική ζωγραφική και οι κριτικές που αποσπά είναι διθυραμβικές. Το ίδιο συμβαίνει και σε τρεις ομαδικές εκθέσεις στις οποίες συμμετέχει ως μέλος της IAG (International Arts Guilt) στο Μόντε Κάρλο, το 1973, 1976 και το 1978. Ο ίδιος ο καλλιτέχνης δημιουργεί δικά του χρώματα, δουλεύοντας και σμιλεύοντας την πέτρα, φτιάχνοντας ζεστές, γήινες αποχρώσεις, ενώ από τα φυτά και τα λουλούδια δημιουργεί φυτικά χρώματα. Στις Εκθέσεις του παρουσιάζει αυτές του τις δημιουργίες και ο κόσμος ανταποκρίνεται. Στα "Φωκικά" τα οποία διοργανώνονται στην Άμφισσα το 1982 υπό την αιγίδα του Δήμου Άμφισσας, ο Χαράλαμπος Στέφος εκθέτει τη Συλλογή του "Κατοχή- Πείνα", έργο που συγκινεί το φιλότεχνο και όχι μόνο κοινό, με ιστορικές μνήμες του παρελθόντος, οι οποίες αναβιώνουν μέσα από τα προσωπικά βιώματα του καλλιτέχνη. Μαθητές, καθηγητές, φοιτητές, άνθρωποι του πνεύματος αλλά και απλοί άνθρωποι επισκέπτονται αυτή την έκθεση και συγκλονίζονται από τα έργα της.

Στα χρόνια που ακολουθούν, ο καλλιτέχνης είναι δημιουργικότατος. Συμμετέχει σε ομαδικές και ατομικές εκθέσεις σε διάφορες πόλεις της Ελλάδος ενώ οι κριτικές που δέχεται είναι διθυραμβικές. Τα βραβεία του, σε Ελλάδα και εξωτερικό επιβεβαιώνουν την αξία της τέχνης του. Έργα του βρίσκονται στις Δημοτικές Πινακοθήκες Αθήνας και Άμφισσας, στο ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, στο Λαογραφικό Μουσείο Άμφισσας, στην Ελληνική πρεσβεία της Χάγης, στη Δημοτική Πινακοθήκη Λαμίας και σε πολλές ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Ο Χαράλαμπος Στέφος ήταν μέλος του Συλλόγου Καλλιτεχνών Εικαστικών Τεχνών Κεντρικής Ελλάδας ΣΚΕΤΚΕ, ενώ συμπεριλαμβάνεται και στο Λεξικό Ελλήνων Καλλιτεχνών "Μέλισσα". Δυστυχώς, σε μία ακόμη γόνιμη και παραγωγική στιγμή της ζωής του και της εικαστικής του δημιουργίας, έφυγε από κοντά μας στην ηλικία των 77 ετών, αφήνοντας πίσω του μια τεράστια πολιτιστική κληρονομία για τον τόπο του αλλά και για την πατρίδα του καθώς και για την ελληνική ζωγραφική τέχνη. Ο Χαράλαμπος Στέφος ήταν παντρεμένος με την Αικατερίνη Χ. Μποτίνη και απέκτησαν δύο παιδιά, τον Γιώργο και την Μαρία.


Πέμπτη 7 Ιουλίου 2022

Ήταν ξαστεριά και είχε φεγγάρι

Αφήγηση του καπετάν Νικηφόρου καθώς περιγράφει  μια νυχτερινή πορεία του ΕΛΑΣ με εκκίνηση από την Τοπόλια μέσα από τον ελαιώνα της Άμφισσας.



"Ήταν ξαστεριά και είχε φεγγάρι. Προχωρούσαμε πλέον αμίλητοι. Κάπου - κάπου ακουγόταν στη φάλαγγα κάποιο νυσταγμένο παγούρι χτυπώντας μονότονα, κανένα βήξιμο ή ξεμύξιασμα. Κάποιο μουλάρι που φρούμαζε. Ο ελαιώνας βουβός γέμισε θρόισμα κι έκσταση, κοσκίνιζε από πάνω μας εκατομμύρια φύλλα φεγγάρι. Σα να βαδίζαμε στο βυθό κάποιας προαιώνιας θάλασσας. Ξύπνησαν άσωτο πλήθος και οι ροζιασμένοι κορμοί, μπήκαν σε μια εκπληκτική κίνηση γύρω μας, ο ένας πίσω από τον άλλον... Όλος ο ελαιώνας έρχονταν γύρω σαν εκστατικός..."

 

Απόσπασμα απ’ το βιβλίο του "Αντάρτης στα βουνά της Ρούμελης", εκδόσεις Παρασκήνιο.

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2020

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΑΛΩΝΩΝ ΗΣΑΙΑΣ



Ο Επίσκοπος Σαλώνων Ησαΐας, υπήρξε ηγετική μορφή της Επανάστασης του 1821 στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα. Ήταν ο δεσπότης που το 1821 ξεσήκωσε την Ρούμελη κατά των Τούρκων και σκοτώθηκε πολεμώντας τους, στην Μάχη της Αλαμάνας, για να γίνει θρύλος.

Μία νέα εμπεριστατωμένη έκδοση για τον θρυλικό ιεράρχη, κυκλοφόρησε πρόσφατα στην Άμφισσα, με πρωτοβουλία του δήμου Δελφών και του το Τυπογραφείο ΑΡΧΕΤΥΠΟ. Πρόκειται για το βιβλίο του δημοσιογράφου Θεόδωρου Γκούμα «Ο ΑΓΙΟΣ ΣΑΛΩΝΩΝ ΗΣΑΪΑΣ», που έρχεται να καλύψει ένα σοβαρό κενό στη βιβλιογραφία, για τη ζωή, την προσφορά και το ηρωικό τέλος του Επισκόπου Σαλώνων (σημερινής Άμφισσας), που ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας και διατηρούσε αλληλογραφία -σε συνθηματική γλώσσα- με τον εθνομάρτυρα Πατριάρχη Γρηγόριο Ε’ εθνομάρτυρας, που η Ορθόδοξη Εκκλησία ανακήρυξε Άγιο.

Η έκδοση περιλαμβάνει παλαιά και νέα έγγραφα, ειδικά ένθετα, επώνυμα σχόλια, εμβόλιμα άρθρα και ενδιαφέροντα στοιχεία, όπως: περιηγήσεις, διηγήσεις αλλά και ξεχασμένα δημοτικά τραγούδια. Αποκλειστικές φωτογραφίες, από τα αυθεντικά ιερά άμφια του Αγίου Ησαΐα. Τις σωζόμενες ιδιόχειρες υπογραφές του. Γραφολογικές μελέτες για το ψυχολογικό του προφίλ. Αλλά και μοναδικά στοιχεία για τον σωματότυπό του. όπως αυτά προκύπτουν από ειδική μελέτη των διαστάσεων των ιερών αμφίων του.

Οι «πηγές» που χρησιμοποιήθηκαν από τον συγγραφέα, περιλαμβάνουν οτιδήποτε υπάρχει δημοσιευμένο, αδημοσίευτο, επαληθευμένο, διασταυρωμένο και σαφές, σε ελληνικά δημόσια αρχεία. Σε βιβλιοθήκες φορέων του εξωτερικού. Αλλά και στο Οθωμανικό Αρχείο του Πρωθυπουργείου, της Τουρκίας. Εκεί όπου δεν έφτασαν ποτέ ιστορικοί και όπου βρίσκεται η κρυμμένη γνώση για τον καιρό που η Ελλάδα ήταν οθωμανική επαρχία.

Το βιβλίο του Θεόδωρου Γκούμα, αποτελεί ουσιαστικά μία δημοσιογραφική έρευνα ιστορικού περιεχομένου, βασισμένο σε έγκυρες και διασταυρωμένες ιστορικές πηγές, που συνοδεύεται με φωτογραφίες, σχέδια, χάρτες και μακέτες σχετικά με τον Επίσκοπο Σαλώνων Ησαΐα, τον Αγώνα του 1821 και τα ιστορικά Σάλωνα. Παράλληλα στόχος του συγγραφέα, μέσα από την καταγραφή των ιστορικών γεγονότων, την παράθεση ντοκουμέντων, τις κρίσεις ιστορικών και απόψεις θεολόγων και ιερωμένων, είναι ν’ αναδειχθεί η αγιότητα του εθνομάρτυρα – ιερομάρτυρα Ησαΐα, κάτι που δεν του έχει αναγνωριστεί επισήμως έως σήμερα.

Αίτημα που κατατέθηκε τεκμηριωμένα από το 2000 προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, από τον Μέγα Φαράντο, καθηγητή Πανεπιστημίου, και τον αείμνηστο Μητροπολίτη Φωκίδος Αθηναγόρα Ζακόπουλο, χωρίς όμως να υπάρξει θετική εξέλιξη.

Ο τίτλος του βιβλίου «προβοκατόρικος», όπως γράφει και στον πρόλογο του βιβλίου ο πρώην δήμαρχος Δελφών Θανάσης Παναγιωτόπουλος, που στήριξε την αναγκαιότητα της έκδοσης, με στόχο ν΄ αναδειχθεί η ιστορική και εκκλησιαστική προσφορά του Επισκόπου Ησαΐα στη νεότερη ιστορία της χώρας.

Επί 25 χρόνια ο συγγραφέας Θεόδωρος Γκούμας, ασχολείται διεξοδικά με την ιστορική έρευνα για την Επανάσταση του 1821 στα Σάλωνα και ευρύτερα στην Ρούμελη. «Με καθαρά δημοσιογραφική ματιά, αποποιούμενος τον ρόλο ιστορικού και υπηρετώντας αποκλειστικά την δίψα για καθαρή γνώση. Από μηδενική βάση, χωρίς αναχρονιστικά στερεότυπα, δίχως ιδεοληψίες, ωραιοποιήσεις ή αφορεσμούς» όπως σημειώνει και ίδιος.

Ο κ.Γκούμας προσέφερε το πόνημά του χωρίς απολύτως κανένα τίμημα στον δήμο Δελφών με σκοπό να εκδοθεί, να διατεθεί στο νεοσύστατο Μουσείο Ελληνικής Επανάστασης προς πώληση από τον αρμόδιο φορέα του δήμου, έτσι ώστε να καλύψει τα όποια έξοδα έκδοσής του. Παράλληλα, διέθεσε τα πνευματικά δικαιώματα του εν λόγω βιβλίου τόσο για την παρούσα έκδοση, αλλά και για τις μελλοντικές.


Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2020

Δημοτική Βιβλιοθήκη Άμφισσας



Η Δημοτική Βιβλιοθήκη Άμφισσας ιδρύθηκε το 1957, και είναι μια από τις σημαντικότερες γενικές, επαρχιακές βιβλιοθήκες. Προσφέρει στους κατοίκους της πόλης, αλλά και εκτός των ορίων αυτής, δυνατότητες για πνευματική και καλλιτεχνική παιδεία και στους νέους συμπληρωματικές γνώσεις που θα τους βοηθήσουν στις σχολικές και πανεπιστημιακές τους εργασίες καθώς και την έρευνα κάθε μελετητή. Το δανειστικό τμήμα περιλαμβάνει περίπου 35.000 τόμους, όλων των κατηγοριών καθώς επίσης παιδικά και εφηβικά βιβλία. Το τμήμα αρχείων περιλαμβάνει αξιόλογο αριθμό φυλλαδίων, περιοδικών, εφημερίδων (τοπικό τύπο) καθώς και σπάνιο αρχείο χειρογράφων, όπως του Αλέξανδρου Δελμούζου, Κων. Κόντου, Κων. Σάθα, Βαλκανικών Πολέμων. Το τμήμα μελέτης της δωρεάς Βασίλη Λαχανά - Καλλιόπης Γιοτσαλίτου Λαχανά ταξινομημένο με το σύστημα Dewey, περιλαμβάνει 15.000 τόμους σπάνιες εκδόσεις, δερματόδετες, βιβλία με καλλιτεχνική βιβλιοδεσία και πολλά με συλλεκτική αξία. Η δωρεά του αείμνηστου, συντοπίτη μας δημοσιογράφου, Γιώργου Κ. Γάτου αποτελεί Παράρτημα της Δημοτικής Βιβλιοθήκης, μη δανειστικό, που περιλαμβάνει περίπου 10.000 τόμους επιστημονικού περιεχομένου πρόσφατες χρησιμότατες εκδόσεις, επίσης ταξινομημένο με το σύστημα Dewey. Στη Βιβλιοθήκη λειτουργεί αναγνωστήριο στα πλαίσια του ωραρίου, υπάρχει δυνατότητα ασύρματης σύνδεσης στο διαδίκτυο και Η/Υ για το κοινό. Στο κείμενο που ακολουθεί ο Γιώργος Γάτος διηγείται γλαφυρά την απαρχή της. 

«Η Δημοτική Βιβλιοθήκη της Άμφισσας γεννήθηκε, ύστερα από ατελείωτες συζητήσεις, θεωρήσεις, προτάσεις και αντιπαραθέσεις μέσα στις μικρές ή και μεγαλύτερες το συχνότερο ανεπίσημες, μαζώξεις φίλων και μελών της Φοιτητικής Ένωσης Φωκέων - ΦΕΦ- «Φευ και Αλίμονο» το παράφραζε σκωπτικά ο αξέχαστος εκείνος καθηγητής Θανάσης Σορόκος της μαθηματικής μας «παραπαιδείας» ο πρώτος και μοναδικός που έκανε αποκλειστικά τότε, στην Άμφισσα φροντιστήρια! Και εμείς νέοι, σε παρθενική επαφή με την πολύβουη και συχνά παράξενη Αθήνα, γεμάτοι ζωντάνια μα μαζεμένοι, με όνειρα, ιδανικά και φαντασιώσεις όλο και γυρνάγαμε πίσω, όλο και μας ακολουθούσε η πόλη, όλο και στήναμε το παραμύθι μας με την πόλη.
Έτσι ακριβώς ξεκίνησε η Βιβλιοθήκη. Το πρώτο μας βήμα στο μύθο του «εκπολιτισμού» έτσι το λέγαμε τότε: για τη «δημιουργία πνευματικών κέντρων στο νομό μας» για την «εξύψωση του μορφωτικού ηθικού επιπέδου του νομού», όπως έγραφε και το καταστατικό μας.
Προπομπός της πρωτοβουλίας ο Κώστας Πριγγής που χτύπησε την πόρτα του Δημάρχου Δ. Λιανουλόπουλου, που μετέφερε και ανέπτυξε την κοινή ιδέα. Έτσι η απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου της Άμφισσας, Αρ. 203 στις 19 Οκτωβρίου 1955, άνοιγε το δρόμο για τη δημιουργία της Δημοτικής Βιβλιοθήκης την 17 Ιανουαρίου 1957, που στη συνέχεια δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 18/ 8 Φεβρουαρίου 1957 τεύχος Α΄ και τελικά κατοχύρωνε τη σύσταση και την λειτουργία της, τη θεσμική της υπόσταση ως «νομικό πρόσωπο» .
Το Μάρτιο του 1957 ορίζεται και το πρώτο Δ.Σ της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Άμφισσας: Πρόεδρος Δ.Σ, ο Δήμαρχος Άμφισσας Δημ. Λιανουλόπουλος, μέλη από το Δημοτικό Συμβούλιο οι Ευθύμιος Καπράλος και Παναγιώτης Γούναρης και οι ιδιώτες Ζαφείρης Ζαφειρόπουλος και Κώστας Πριγγής. Ο τελευταίος ορίστηκε μάλιστα και διευθυντής της. Πρώτη στέγη προσωρινή, μια αίθουσα κάτω από το Δημαρχείο, στην πλατεία Κεχαγιά, κολλητά με το μεγάλο καφενείο εκεί όποιος θυμάται, που στεγάζονταν οι Οδηγοί. Περιουσία : «5000 δρχ.» και «ολίγοι τόμοι βιβλία»… Και σίγουροι πόροι: «ετήσια δημοτική επιχορήγησις χιλίων δρχ.»

Η βιβλιοθήκη σήμερα στεγάζεται στον υπόγειο χώρο του Πνευματικού Κέντρου Άμφισσας, στην πλατεία Ησαΐα, αν και θα της άξιζε ένα δικό της κτήριο για να στεγάσει ανέτως τις συλλογές της και τα προγράμματα της. Μια καλή ιδέα θα ήταν η Οικία Κορδώνη…

Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2019

Στην οδό Σαλώνων 13



«Η Κατάθεση» είναι το πρώτο βιβλίο του Αμφισσιώτη συγγραφέα Παναγιώτη Μαργώνη.

Μετά την κατάσβεση της φωτιάς που ξέσπασε σε μια ­εγκαταλελειμμένη διατηρητέα οικία στο κέντρο της Αθήνας, δύο άντρες του Ανακριτικού Τμήματος της Πυροσβεστικής αναζητούν έναν άτυπο ένοικο –άστεγο όπως όλα δείχνουν–, προκειμένου να διαπιστώσουν τα αίτια της πυρκαγιάς. Όταν ο άνθρωπος αυτός βρίσκεται, δέχεται να ακολουθήσει τους δύο άντρες για να δώσει κατάθεση, που όμως θα εξελιχθεί σε διήγηση μίας ολόκληρης ζωής, μιας ζωής στο περιθώριο της πραγματικότητας, εκεί όπου τα όρια του ανθρώπινου «Είναι» γίνονται όλο και πιο ρευστά, αλλά και μιας ζωής, εντούτοις, μοναδικής, αφού κάθε άνθρωπος έχει τη δική του ιστορία.


Ο Παναγιώτης Μαργώνης γεννήθηκε το 1979 στη Χαλκίδα. Αποφοίτησε από το Λύκειο Άμφισσας το 1997, όπου και έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του, και εισήχθη στη Γυμναστική Ακαδημία του Πανεπιστημίου Αθηνών, από την οποία αποφοίτησε το 2004. Το επάγγελμα του πατέρα του όμως ήταν αυτό που τελικά τον κέρδισε, καθώς εκείνος αποτέλεσε και τον μέντορά του για τη μετέπειτα επαγγελματική του εξέλιξη. Το 2008 καταφέρνει να μπει στη Σχολή Πυροσβεστών και το 2010 στη Σχολή Δοκίμων Ανθυποπυραγών. Από το 2012 ασχολείται με τη συγγραφή ποιημάτων και διηγημάτων. Τη μεγάλη του αγάπη συνιστά η ενασχόληση με στίχους και η σύνθεση τραγουδιών. Το 2018 παρακολούθησε επιτυχώς το εαρινό εργαστήριο δημιουργικής γραφής από τα εργαστήρια βιβλίου «Ιανός», με διδάσκουσα τη συγγραφέα κυρία Ρέα Γαλανάκη. «Η Κατάθεση» είναι το πρώτο του μυθιστόρημα.


Στην οδό Σαλώνων 13

Της  Ευαγγελίας Τσονάκα

Με τις εκδόσεις Γαβριηλίδη να αποτελούν μια πρώτη εγγύηση ποιότητας, τον μονολεκτικό τίτλο, το ευσύνοπτο μέγεθος και το ατμοσφαιρικό εξώφυλλο να με προδιαθέτουν θετικά, κράτησα πριν λίγες μέρες στα χέρια μου το πρώτο μυθιστόρημα του Παναγιώτη Μαργώνη με τίτλο «Η κατάθεση» και… καταθέτω κι εγώ με τη σειρά μου.

Όλα ξεκινούν όταν μεγάλο μέρος ενός εγκαταλελειμμένου νεοκλασικού επί της οδού Σαλώνων 13, στο κέντρο της Αθήνας, καταστρέφεται ολοσχερώς από πυρκαγιά. Ο Μάνος και ο Παύλος, άνδρες του Ανακριτικού Τμήματος της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας,  αναλαμβάνουν να εντοπίσουν και να πάρουν κατάθεση από άστεγο άτομο που, σύμφωνα με μαρτυρίες, είχε βρει κατάλυμα στο κτήριο το τελευταίο διάστημα. Οι έρευνες  τους οδηγούν σε μια εξαρτημένη άστεγη σαραντάχρονη  γυναίκα. Σύντομα, η τυπική διαδικασία της  ένορκης κατάθεσης  για τα αίτια της πυρκαγιάς  παίρνει τη μορφή κατάθεσης ψυχής για τις αιτίες και τις αφορμές του προσωπικού της ολοκαυτώματος.

Η Αθήνα της κρίσης με τα εγκαταλελειμμένα νεοκλασικά, τις κλειστές επιχειρήσεις, τις ξεχασμένες γειτονιές και την ορατή -πια- φτώχεια καθώς και  η αμηχανία του μέσου ανθρώπου να δεχτεί τα νέα δεδομένα αλλά και να αντιδράσει μπροστά τους είναι μερικά από τα ζητήματα που θίγονται στην «Κατάθεση».

Διαβάζοντας το βιβλίο διακρίνει κανείς την συνειδητή πρόθεση του συγγραφέα να επιλέξει με προσοχή τις λέξεις του, να δημιουργήσει ένα καθαρό σκηνικό, να δομήσει σαφείς  χαρακτήρες, να φωτίσει την πορεία της ζωής τους και να αιτιολογήσει την ποιότητα των σχέσεών τους· και όλα αυτά  (σε πείσμα μιας εποχής που δείχνει να «αγαπά» το, ομολογουμένως όχι πάντα ουσιώδες, πολυσέλιδο μυθιστόρημα) σε ένα κείμενο που μόλις ξεπερνά τις εκατό σελίδες.

Μικρά «τρωτά» σημεία, κατά την προσωπική μου άποψη, μπορούν, ίσως, να θεωρηθούν η εκτεταμένη χρήση των μετοχών και των επιθέτων – σε κάποιες περιγραφές έχω την αίσθηση ότι θα μπορούσαν να περιοριστούν χωρίς να χάσει το κείμενο τη δυναμική του- και η έλλειψη περισσότερης φυσικότητας σε σημεία των διαλόγων που οι ήρωες εκφράζουν πιο εκτεταμένα σκέψεις ή προβληματισμούς τους. Αυτό, βέβαια, το αφήνω στην κρίση και των υπόλοιπων αναγνωστών καθώς άπτεται και της προσωπικής κάθε φορά προτίμησης. Εξάλλου, «Η κατάθεση» είναι ένα βιβλίο που ανεπιφύλακτα προτείνω να διαβάσετε.

Κλείνοντας, επιτρέψτε μου να σταθώ στη φωτογραφία που κοσμεί το εξώφυλλο, αποτέλεσμα της αισθητικής αντίληψης του Νικόλαου Καρμανιόλα (Karman) ο οποίος δημιουργεί τον δικό του «ασπρόμαυρο» κόσμο μέσα από τον φωτογραφικό του φακό. Αναζητήστε και την δική του καλλιτεχνική δουλειά.

Με τον Παναγιώτη Μαργώνη, τον οποίο γνώρισα μέσα από το κείμενό του, και τον Νίκο Καρμανιόλα, με τον οποίο γνωριζόμαστε λίγο περισσότερο, αποφοιτήσαμε από το Γενικό Λύκειο της Άμφισσας την ίδια χρονιά. Ανήκαν στους «γνωστούς-άγνωστους» συμμαθητές καθώς πάντα, λόγω επωνύμου, εντασσόμασταν σε διαφορετικά τμήματα. Μέσα από αυτό το κείμενο χαιρετίζω τους δύο αυτούς ανθρώπους της γενιάς μου και τους εύχομαι να είναι πάντα δημιουργικοί και οι δουλειές τους καλοτάξιδες.


Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2018

Το μανιφέστο ενός παιδαγωγού



Ο Αλέξανδρος Δελμούζος (1880-1956) γεννήθηκε στην Άμφισσα, από αριστοκρατική οικογένεια της πόλης. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και συνέχισε τις σπουδές του στη Γερμανία, όπου γνωρίστηκε με το Γεώργιο Σκληρό. Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, το 1908 ανέλαβε τη διεύθυνση του Ανώτερου Δημοτικού Παρθεναγωγείου του Βόλου, μετά από πρόταση του Δημητρίου Σαράτση και του Νικολάου Πολίτη. Ο Δελμούζος εφάρμοσε πρωτοποριακές παιδαγωγικές μεθόδους στα πλαίσια των ευρωπαϊκών παιδαγωγικών θεωριών, της πολιτικής θεωρίας του νέου ελληνισμού και της γλωσσικής θεωρίας του δημοτικισμού. Η νεωτεριστική δράση του προκάλεσε αντιδράσεις των συντηρητικών κύκλων, αντιδράσεις οι οποίες σχετίζονταν και με τη σύνδεσή του με το Εργατικό Κέντρο Βόλου. Το 1910 από κοινού με τους Δημήτρη Γληνό και Μανώλη Τριανταφυλλίδη πρωτοστάτησε στην ίδρυση του Εκπαιδευτικού Ομίλου. Το 1911, μετά από κινητοποιήσεις, η λειτουργία του Παρθεναγωγείου ανεστάλη και ο Δελμούζος παραπέμφθηκε μαζί με άλλα στελέχη του Εργατικού Κέντρου σε δίκη στο Ναύπλιο. Τα γεγονότα της δίκης έμειναν στην ιστορία ως τα Αθεϊκά του Βόλου. Ο Δελμούζος αθωώθηκε. Η συνεργασία του με τους Γληνό και Τριανταφυλλίδη συνεχίστηκε επί επαναστατικής κυβερνήσεως Βενιζέλου, όταν οι τρεις άντρες έδρασαν υπέρ της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης από υψηλές θέσεις του Υπουργείου Παιδείας. Την περίοδο εκείνη ο Δελμούζος ολοκλήρωσε το "Αλφαβητάρι" της Συντακτικής Επιτροπής (γνωστό ως "Το αλφαβητάρι με τον ήλιο") και από κοινού με τον Ζαχαρία Παπαντωνίου, τα "Ψηλά βουνά". Μετά την εκλογική ήττα του Βενιζέλου του 1920, έφυγε ξανά για τη Γερμανία, όπου συνδέθηκε με τον παιδαγωγό Γκέοργκ Κέρσενστάινερ, εισηγητή της θεωρίας του Σχολείου Εργασίας. Στην Αθήνα επέστρεψε το 1924 και ο Γληνός του ανάθεσε τη διεύθυνση της Μαρασλείου Παιδαγωγικής Ακαδημίας. Η εκεί δράση του προκάλεσε νέο κύκλο αντιδράσεων (γνωστών ως τα Μαρασλειακά), που οδήγησαν σε νέα δίκη του. Έχασε τη θέση του (όπως και ο Γληνός) και η φήμη του αποκαταστάθηκε μόλις το 1926, μετά την πτώση της δικτατορίας Παγκάλου, οπότε μετά από πρωτοβουλία του Υπουργού Δικαιοσύνης Κωνσταντίνου Τριανταφυλλόπουλου, η περίπτωση του Δελμούζου επανεξετάστηκε και οδηγήθηκε σε αθώωσή του. Το 1927 η ιδεολογική ρήξη του με το Γληνό (που ακολούθησε το δρόμο του μαρξισμού) προκάλεσε τη διάσπαση του Εκπαιδευτικού Ομίλου. Το 1929 ο Δελμούζος διορίστηκε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, θέση που διατήρησε ως το 1937, οπότε παραιτήθηκε υπό την πίεση του καθεστώτος του Μεταξά. Κατά τη διάρκεια της πανεπιστημιακής του θητείας ο Δελμούζος συνέβαλε στην ίδρυση και διετέλεσε επόπτης του Πειραματικού Σχολείου του Πανεπιστημίου. Από το 1927 και ως το τέλος της ζωής του διατήρησε χαμηλό προφίλ και ουδέτερη πολιτική στάση, χωρίς ποτέ να πάψει να ασχολείται με τα παιδαγωγικά θέματα. Πέθανε στην Αθήνα. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Αλέξανδρου Δελμούζου βλ. Μανώλης Γιαλουράκης, "Δελμούζος Αλέξανδρος", στη "Μεγάλη εγκυκλοπαίδεια της νεοελληνικής λογοτεχνίας", τ. 6, Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. [1968], Ευάγγελος Π. Παπανούτσος, "Αλέξανδρος Δελμούζος: η ζωή του, επιλογή από το έργο του", Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1978, β' έκδ. 1984, Άννα Φραγκουδάκη, Αλέξης Δημαράς, "Δελμούζος Αλέξανδρος", στο "Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό", τ. 3, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985 και Αλέξης Ζήρας, "Δελμούζος Αλέξανδρος", στο "Λεξικό νεοελληνικής λογοτεχνίας", Αθήνα, Εκδόσεις Πατάκη, 2007.



Της Μικέλας Χαρτουλάρη

Τα Ανάλεκτα του ριζοσπάστη δασκάλου Αλέξανδρου Δελμούζου είναι μία συγκεντρωτική έκδοση με αθησαύριστα κείμενά του, που φωτίζει την ιδεολογική διάσταση της διαμάχης για την εκπαιδευτική πολιτική.
Εξήντα επτά μαχητικά κείμενα ενός εμβληματικού δασκάλου. Τετρακόσιες πενήντα φλογερές σελίδες που πάλλονται από το όραμα της λαϊκής εθνικής παιδείας και από τη φωνή μιας κορυφαίας προσωπικότητας της προοδευτικής παιδαγωγικής σκέψης και της εκπαιδευτικής πράξης. Μια έκδοση επιστημονικά άρτια, που φωτίζει το κίνημα του εκπαιδευτικού δημοτικισμού, ερμηνεύει τη γλωσσική διαμάχη και τους εθνικισμούς που την ορίζουν και καταδεικνύει ότι το σχολείο είναι ο ισχυρότερος κοινωνικός θεσμός αναπαραγωγής των ιδεολογιών. Ενας τόμος για τα ηρωικά χρόνια των πολλαπλών μεταρρυθμιστικών εγχειρημάτων και των αλλεπάλληλων ματαιώσεων και, εντέλει, για την ήττα της διαφωτιστικής εθνικής ιδεολογίας, που σε κάθε περίοδο κρίσης της κοινωνίας παραμερίζεται από τον εθνικισμό της αρχαίας αίγλης.
Είναι τα Ανάλεκτα του Αλέξανδρου Δελμούζου, με κείμενα δημόσιου λόγου της περιόδου 1907-1954 υπό τον τίτλο Η γλώσσα είναι μόνο μέσον (…και όχι αυτοσκοπός). Ένα βιβλίο που μπορεί να συναρπάσει ακόμα και τον μη ειδικό διότι είναι λιγότερο φιλολογικό και περισσότερο πολιτικό. Και μόνο οι άλλες μεγάλες προσωπικότητες που συναντάμε στις σελίδες του, το επιβεβαιώνουν: Γληνός (με τον οποίο συγκρούστηκε ο Δ.), Τριανταφυλλίδης, Ψυχάρης, Ρόζα Ιμβριώτη, Ι. Κακριδής, Κουντουράς αλλά και Μιστριώτης, Γ. Χατζιδάκης, Παπανούτσος και φυσικά Γ. Σκληρός, Ελευθέριος Βενιζέλος ή Παπάγος.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον εδώ έχουν τα εκτενή εισαγωγικά δοκίμια της Αννας Φραγκουδάκη και του Χάρη Αθανασιάδη που ανατέμνουν πολιτικά τις θέσεις και τις ιδέες του Δελμούζου (1880-1956), την κριτική που δέχτηκε από αριστερούς διανοούμενους (ότι από σοσιαλίζων έγινε συντηρητικός) και τον πόλεμο που του έκαναν οι ιθύνοντες. Αλλά ανατέμνουν και τα διακυβεύματα του καιρού του, τα οποία συνομιλούν με τη δική μας επικαιρότητα, όπως συνομίλησαν και με την εκσυγχρονιστική εκπαιδευτική πολιτική της Μεταπολίτευσης.
Η συλλογή με τα Ανάλεκτα ξεκίνησε καθόλου τυχαία με τη φροντίδα του Αλέξη Δημαρά, ιστορικού της εκπαίδευσης, ταγμένου στη διδακτική πράξη και την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, που πέθανε ξαφνικά το 2012. Το εγχείρημα ολοκληρώθηκε με την επιμέλεια και τον σχολιασμό της διδάκτορος Σύγχρονης Ιστορίας Αλεξάνδρας Πατρικίου και κυκλοφόρησε μόλις από το Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ιδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη) και τη δραστήρια Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας (ιδρυτής: Σχολή Μωραΐτη). Το βιβλίο αυτό έχει ιδιαίτερο ειδικό βάρος στα σημερινά συμφραζόμενα. Διότι αφυπνίζει τον αναγνώστη απέναντι στην εθνικιστική ρητορεία και τη βαθιά συντηρητική ιδεολογία, η οποία κερδίζει έδαφος μέσα στη σύγχρονη γενικευμένη κρίση, όπως και επί Δελμούζου.
Μια ιδεολογία άρνησης του παρόντος που, όπως σχολιάζει η ομότιμη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών Αννα Φραγκουδάκη, «κηρύσσει τον εξευγενισμό της εθνικής ταυτότητας με την προς τα πίσω “εξέλιξη” της χώρας προς το ένδοξο παρελθόν».
Ήταν εντέλει ένα τραγικό πρόσωπο ο Δελμούζος. Ενώ αφιέρωσε τη ζωή του στο να εκπορθήσει τον εκπαιδευτικό θεσμό, ενώ ήξερε ότι ο αγώνας ήταν πολιτικός στο όνομα μιας δικαιότερης κοινωνικής προοπτικής, αποσύρθηκε από τις κεντρικές εκπαιδευτικές συγκρούσεις στα 48 του, όταν το μέτωπο των δημοτικιστών διασπάστηκε σε φιλελεύθερους και σοσιαλιστές. Και στο τέλος πια, μετά το 1951, φόρεσε τους φακούς ενός εκλεπτυσμένου εθνισμού, που όμως στη μετεμφυλιακή συγκυρία δύσκολα μπορούσε να διακριθεί από τη μισαλλόδοξη εθνικοφροσύνη του κράτους. Το εντυπωσιακό είναι ότι ακόμα και σήμερα τα μεγάλα όνειρά του -τα οποία δεν πρόδωσε ποτέ- γίνονται αντιληπτά ως ριζοσπαστικές ακρότητες.

Ατομικότητα των μαθητών, λύτρωση των δασκάλων

Κι όμως. Όταν συνεργάζονται ο μαθητής κι ο καθηγητής, όλα αλλάζουν. Κι όμως, όταν οι πολιτικοί ιθύνοντες δεν αντιμάχονται κάθε διαφωτιστική ιδέα σαν επικίνδυνη για το έθνος, ένα διαφορετικό ελληνικό σχολείο είναι εφικτό. Αυτό απέδειξε ο Αλέξανδρος Δελμούζος την τριετία 1908-1911 στο Ανώτερο Παρθεναγωγείο του Βόλου, όπου για πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας εφάρμοσε τις αρχές του δημοτικισμού.
Ήταν μόλις 28 χρόνων όταν ανέλαβε διευθυντής σ’ αυτό το σχολείο τρίχρονης φοίτησης (που ήταν πρωτοβουλία του δήμου, όχι αναγνωρισμένο από το κράτος), για μαθήτριες των μεσαίων στρωμάτων από 12 έως 14 χρόνων. Και τριάντα χρόνια αργότερα, όταν πια ο Δελμούζος είχε θητεύσει δημιουργικά ως διευθυντής του Μαρασλείου Διδασκαλείου (1923-26), ως ανώτερος επόπτης της Δημοτικής Εκπαίδευσης και έπειτα ως καθηγητής στο Πειραματικό Σχολείο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1934-1937), ανέλυσε γλαφυρά εκείνη την παιδαγωγική εμπειρία του σε ένα άρθρο του («Νέα Εστία» τχ 309, 1/11/1939), το οποίο περιλαμβάνεται στα Ανάλεκτα. Στη σημερινή Ελλάδα όπου η σχολική χρονιά 2014-15 ξεκίνησε με περίπου 9.000 κενά σε εκπαιδευτικούς της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και 3.000 της δευτεροβάθμιας, όσα περιγράφει παρακάτω είναι δυστυχώς, πολύ ψιλά γράμματα:
«…Οταν τους λέγαμε να γράψουν κάτι από τη συνηθισμένη, την καθημερινή ζωή τους, μας κοίταζαν γεμάτες απορία, δεν το χωρούσε το μυαλό τους πως μπορούσαν να γράφωνται σε σχολείο τέτοια πράγματα ταπεινά, και χάραζαν λίγες μονάχα τυπικές λέξεις. Για να υπερνικηθεί η κατάσταση αυτή, έπρεπε οι μαθήτριές μας ν’ αντικρύσουν τα ίδια τα πράγματα χωρίς βιβλία, να τα παρατηρήσουν και να σκεφτούν πάνω σ’ αυτά, έπρεπε να ξαναγίνουν παιδιά, να ιδούν το δάσκαλο σα φίλο και να μιλήσουν ελεύθερα μαζί του, όπως μιλούσαν στο σπίτι τους και μεταξύ τους» Συχνότατοι περίπατοι κι εκδρομές, ώρες ελεύθερη δουλειά στο περιβόλι, φιλικές συζητήσεις μαζί τους, διηγήσεις από την παράδοσή μας που τους θύμιζαν κάτι θαμμένο μέσα τους και λησμονημένο, όλα αυτά ξεκουβάριαζαν την παιδική ψυχή κι εμπρός στο δάσκαλο και μέσα στο σχολείο. Και όσο λυτρωνόταν η ψυχή, τόσο αδυνάτιζε και η αντίδρασή της και αποζητούσε μόνη της και τη δική της πραγματική έκφραση, και η έκφραση πάλι βοηθούσε το αναφτέρωμά της. Και με τον καιρό από τον ομοιόμορφο σχολικό τύπο άρχισαν να ξεχωρίζουν ζωντανές οι διάφορες ατομικότητες των παιδιών, ένας ολόκληρος μικρόκοσμος δικός μας με πολλά ελαττώματα, μα και με πλήθος χαρίσματα
«Για πρώτη φορά έλληνες δάσκαλοι ένιωθαν μέσα στη σχολική πράξη πόσο βαθιά λυτρωτικό ήταν το κίνημα του δημοτικισμού».
Κι όμως. Μια πολιτική τούμπα ήταν αρκετή για να πέσει σκοτάδι. Το 1911 ο Βενιζέλος «προδίδει» τη δημοτικιστική ιδέα προωθώντας την ψήφιση στο Σύνταγμα του άρθρου που ορίζει την καθαρεύουσα επίσημη γλώσσα του κράτους, οπότε οι αντίπαλοι των δημοτικιστών ξεσαλώνουν. Στον Βόλο ξεσπά «εθνικό σκάνδαλο», ο Δελμούζος κατηγορείται ότι «εδίδασκε την μαλλιαρήν», ήταν «αναρχικός», «άθεος» και «ανήθικος», και σύρεται σε δίκη. Το Παρθεναγωγείο κλείνει, και η πανηγυρική αθώωση του Δελμούζου το 1914 (βλ. τη φλογερή απολογία του στα Ανάλεκτα) δεν μπορεί να το αναστήσει. Μέχρι σήμερα, όπως γράφει και ο ιστορικός της Εκπαίδευσης Χ. Αθανασιάδης, παραμένει ζητούμενο το να έρθει ο μαθητής πραγματικά στο κέντρο της διδακτικής πράξης.

Περισσότερα για τον Αλέξανδρο Δελμούζο μπορείτε να διαβάσετε ΕΔΩ.



Πέμπτη 9 Νοεμβρίου 2017

Αντάρτικο 2


Πρόκειται για τον ποιητικό διάλογο δύο συγγραφέων του Δημήτρη Γκιούλου και του Κωνσταντίνου Παπαπρίλη Πανάτσα. Το βιβλίο περιλαμβάνει συνολικά οκτώ διαλόγους, θεματικές ενότητες μιας κουβέντας, που με όπλο την κρυπτική γλώσσα της ποίησης προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει το παρόν. Ο Δημήτρης Γκιούλος κατάγεται από την Άμφισσα και περισσότερα για την συγγραφική του δουλειά μπορείτε να διαβάσετε ΕΔΩ.


Αντάρτικο στο μικροαστισμό και στην υποκρισία

Του Δήμου Χλωπτσιούδη

Η αναρχική ποίηση από την εποχή του Τόλη Νικηφόρου και της Κατερίνας Γώγου, τους επιφανέστερους εκφραστές της, έχει αλλάξει σημαντικά μέσα στις δεκαετίες και έχει κυλήσει αρκετό νερό στους χείμαρρους των πολιτικών μηνυμάτων και των συναισθημάτων. Αν και τα χαρακτηριστικά του πεζοδρομίου και των συγκρούσεων δεν έχουν εξαλειφθεί, καθώς αποτελούν εγγενή στοιχεία της αντιεξουσιαστικής προσέγγισης, εντούτοις αυτά σήμερα πια ενσωματώνονται σε ένα συναισθηματικό πρίσμα και το μαχητικό στοιχείο αποκτά και συμβολική διάσταση.
Σε ένα τέτοιο κλίμα σύγκρουσης, ειρωνείας και πολιτικής αντίδρασης εντάσσεται και η νέα ποιητική συλλογή των Δημήτρη Γκιούλου & Κωνσταντίνου Παπαπρίλη-Πανάτσα, «αντάρτικο2» (κουρσάλ, 2016). Άλλωστε, όπως αναπροσδιορίζεται ο Γκιούλος αντί να γίνει αστροναύτης έμεινε να κυνηγά τις ουτοπίες του στη γη, ενώ Παπαπρίλης-Πανάτσας παρουσιάζεται ως κυνηγός παραμυθιών που τώρα πια τα γδέρνει.
Πρόκειται για μία ποιητική παρωδία που τόσο καίρια πληγώνει το φίλαυτο μικροαστισμό της ψευδούς ασφάλειας και σιγουριάς, καθώς εμπλέκεται με ήπιες υπερρεαλιστικές ροές που εκτοξεύονται από τα βάθη της αγανάκτησης για την εκούσια υποτέλεια. Η συνειρμική κίνηση σε συνδυασμό με την -αποφθεγματικού τύπου- στιχουργική λειτουργεί ως ηφαίστειο που βυθίζει κάθε ποιητική και ασφάλεια. Η δηκτική ειρωνεία της συλλογής πυρπολεί τις μικροαστικές αντιλήψεις για τα όνειρα και το κυνήγι της ζωής. Οι λέξεις σαν μολότοφ καίνε την υποκρισία με την οποία περιβάλλουμε τον εαυτό μας μέσα σε μία κοινωνία που βρωμίζει από τη σαπίλα. Μα τελικά εμείς οι ίδιοι είμαστε τα βακτήρια της κοινωνικής γάγγραινας, με όνειρα αόρατα που ζωγραφίσαμε στους τοίχους της φυλακής μας και τελικά ποτέ δεν κυνηγήσαμε (1).
Πλούσιες μεταφορές σε μία πρωτότυπη ήπια σουρεαλιστική εικαστική εκτοξεύουν το συναίσθημα και κεντρίζουν μία στοχαστική διάθεση. Η εικόνα και οι αισθήσεις μέσα στο σκηνικό περιβάλλον γίνονται σκέψεις και -ίσως- αυτοκριτική του κοινού. Αυτός ακριβώς είναι και ο επικίνδυνος για κάθε σύστημα ρόλος της τέχνης και της ποίησης. Μόλο που η επανάληψη αποτελεί πια μία ποιητική κοινοτοπία, τούτη διαθλάται στο αντιθετικό πρωτοπληθυντικό πρίσμα, υποτασσόμενη στο υπερρεαλιστικό αφηγηματικό χείμαρρο καθώς το ερωτικό συμπλέκεται με το επαναστατικό (4, 5). Τα προσφυγικά κύματα σκοντάφτουν στη λάσπη του ματωμένου ουρανού πλάι στο λανθάνον ερωτικό συναίσθημα των δημιουργών.
Με αβίαστο τρόπο μέσα στη συνειρμική ροή, η λαϊκή δημοτική παράδοση (6), η αρχαιοελληνική (7, 5) και τα παραμύθια (7) συμπλέκονται με τον έρωτα και την κοινωνική αναζήτηση.
Και είναι αναγκαίο να δούμε και τη σκηνική διάσταση των ποιητικών συνθέσεων. Όλα τα ποιήματα -δομημένα πάνω στο δεύτερο πρόσωπο- απευθύνονται σαν ποιητικές προκηρύξεις και σαν συνθήματα απευθείας στην καρδιά του ακροατή/αναγνώστη. Γιατί το δευτεροπρόσωπο αντικείμενο ως αποδέκτης είναι πάντα το ίδιο το κοινό, παρά τη διπολική κλητική επίκληση σε κάποιο αντικείμενο του έρωτα. Μα τούτο, ακριβώς, διαμορφώνει ένα πολυποίκιλο ποιητικό αντικείμενο με αλληγορικά ή ερωτικά και ειρωνικά χαρακτηριστικά.
Και τούτο εκφράζεται τόσο με τη γενικότητα του β΄ ενικού γραμματικού προσώπου όσο και με τις μόνο λογικές εναλλαγές των πρώτων προσώπων (το συλλογικό εμείς και το αυτοαναφορικό εγώ). Έτσι όμως δημιουργείται και μία μορφή διακειμενικού διαλόγου τόσο στο εσωτερικό των συνθέσεων όσο και σαν διαδραστική θεατρικότητα προς το κοινό. Και η σκηνικότητα αυτή επικουρείται συχνά από διαλογικά σημεία (7) ή ευθείες ερωτήσεις προς το ακροατήριο (1, 2).
Ποίηση γεμάτη οργή καίει τις αγανακτισμένες συνειδήσεις που πολεμούν με οδηγό την ουτοπία για να ανατρέψουν τις ήττες του παρόντος και του παρελθόντος (8) οιονεί αναρχοποιητικής προκήρυξης. Στον σουρεαλιστικό ιστό που στήνουν οι δύο ποιητές πάνω σε ένα πεζολογικό ύφος με συνδέσεις συνειρμικές, η φωτιά διατηρεί μέσα στην επαναστατικότητά της μία εσχατολογική διάσταση κάθαρσης και εξαγνισμού.


Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2017

Σπύρος Παπαλουκάς. Ο Μητροπολιτικός Ναός της Ευαγγελίστριας στην Άμφισσα.




Από τις εκδόσεις ΜΙΕΤ/ΑΣΚΤ κυκλοφορεί το συλλογικό βιβλίο, Σπύρος Παπαλουκάς. Ο Μητροπολιτικός Ναός της Ευαγγελίστριας στην Άμφισσα. Αγιογραφίες, σχέδια, ανθίβολα. 1927-1931.

Κείμενα: Νικόλαος Δ. Φουσέκης, Γιώργος Χαρβαλιάς, Μαίρη Μιχαηλίδου, Γιώργος Σκυλογιάννης, Ευθυμία Γεωργιάδου-Κούντουρα

Ο παρών τόμος αποτελεί μια συνολική παρουσίαση του εικονογραφικού έργου που σχεδίασε και εκτέλεσε ο Σπύρος Παπαλουκάς (1892-1957) στον Μητροπολιτικό Ναό της Ευαγγελίστριας της Άμφισσας. Το 1927 ο Παπαλουκάς κέρδισε τον πανελλήνιο διαγωνισμό για την αγιογράφηση του ναού και τα επόμενα έξι χρόνια εργάστηκε στην Άμφισσα, συνθέτοντας «ένα πρωτοπόρο, ανεπανάληπτο και γι’ αυτό μοναδικό αγιογραφικό έργο» –όπως γράφει στο εισαγωγικό κείμενό του ο Νικόλαος Φουσέκης. Ο Παπαλουκάς απομακρύνεται «από τις κλασικές βυζαντινές αγιογραφικές φόρμες, δίχως όμως τη διάπραξη κανενός είδους ύβρεως». Ωστόσο προχωρά «εν μέσω πολλών δυσκολιών. Με την εξέλιξη της δουλειάς του και τις καινοτομίες της, που εξαρχής διαφάνηκαν, δεν συμφωνούσαν όλοι». Μολονότι ο καλλιτέχνης εργάζεται μέχρι το 1931, το έργο μένει ημιτελές, καθώς «ο Παπαλουκάς θα ενοχληθεί από την κακόπιστη κριτική που θα ξεκινήσει σχεδόν αμέσως. Θα κουραστεί και θα θυμώσει από τις καθυστερήσεις στις πληρωμές». Καθοριστικό ρόλο για τη διακοπή των εργασιών έπαιξε, σύμφωνα με τον Γιώργο Σκυλογιάννη, και η παρέμβαση του επίσκοπου Ιωακείμ Αλεξόπουλου, ο οποίος δήλωσε ότι «το έργο έχει εκτραπεί από τις προδιαγραφές της εικαστικής βυζαντινής παράδοσης».
Εντούτοις, όπως σημειώνει ο Γιώργος Χαρβαλιάς στο δικό του κείμενο η εικονογράφηση της Μητρόπολης της Άμφισσας αποτελεί «ένα ιδιαίτερα σημαντικό δείγμα εκκλησιαστικής τέχνης, στο οποίο επιχειρείται η ανανέωση της αγιογραφίας με πρωτοτυπία αλλά και με σεβασμό στο ορθόδοξο δόγμα, καθώς ο Παπαλουκάς επιχειρεί τον γόνιμο και αρμονικό συγκερασμό των διδαγμάτων της βυζαντινής τέχνης και των αφομοιωμένων εκφραστικών μορφών και κατακτήσεων της σύγχρονής του ευρωπαϊκής ζωγραφικής. Από την ανάπτυξη του σχεδίου στα ανθίβολα ώς την τολμηρή σχεδιαστική και χρωματική ερμηνεία που παρατηρείται στην αγιογράφηση του ναού, είναι διακριτή μια ρευστότητα διαθέσεων, που παραπέμπει σε συγγενή ρεύματα της ζωγραφικής των αρχών του Μοντερνισμού».
Η μέθοδος των ανθιβόλων, την οποία χρησιμοποίησε ο Παπαλουκάς για την αγιογράφηση του ναού, ανάγεται στον 15ο αιώνα και ήταν διαδεδομένη στην Κρήτη. Τα ανθίβολα ήταν διάτρητα σχέδια μορφών, παραστάσεων και διακοσμητικών μοτίβων που χρησιμοποιούνταν με μηχανικό τρόπο για την παραγωγή τοιχογραφιών ή φορητών εικόνων. Τα ανθίβολα του Παπαλουκά είναι συνήθως μεγάλων διαστάσεων, για την αποτύπωση της παράστασης απευθείας στον τοίχο της εκκλησίας. Άλλα σχέδια, συνήθως με μολύβι, μη διάτρητα και μικρότερα σε μέγεθος, φιλοτεχνήθηκαν ως σπουδές μοτίβων και χρωματικών συνδυασμών. Το σύνολο των σχεδίων ο Παπαλουκάς, και εν συνεχεία η κόρη του Μίνα, το φύλαξαν στο σπίτι τους στην Αθήνα, ώς το 2001, οπότε η τελευταία το δώρισε στην Πινακοθήκη «Σπύρος Παπαλουκάς» της Άμφισσας. Τα ανθίβολα και τα σχέδια που περιλαμβάνονται στον παρόντα τόμο αναδεικνύουν αυτό το αφανές στάδιο της εργασίας του καλλιτέχνη που προηγείται του ολοκληρωμένου έργου. Όπως γράφει ο Γιώργος Σκυλογιάννης: «Η παρουσίαση αυτού του μέχρι στιγμής ανέκδοτου υλικού αποτελεί την ιστορική μαρτυρία όλης αυτής της διαδρομής».

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2016

«Οι απίστευτες περιπέτειες του Κυρίου Μανιτάρη Κάπα»


Κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα του Αμφισσιώτη συγγραφέα Ανδρέα Ασημακόπουλου με τίτλο «Οι απίστευτες περιπέτειες του Κυρίου Μανιτάρη Κάπα».



“Με το πέρας ενός παράξενου εγκεφαλικού επεισοδίου, ο κύριος Κάπας ανακαλύπτει ότι, εκτός από την διευρυμένη του αντίληψη, είναι παντελώς ανίκανος να θυμηθεί το μικρό του όνομα, το οποίο φαίνεται να έχει αντικατασταθεί από το περίεργο όνομα «Μανιτάρης». Σαν να μην έφτανε αυτό, ένα αλλοπρόσαλλο εξωδιαστατικό πλάσμα που του συστήνεται ως Χτυποκάρδιος, τον προτρέπει να ψάξει για την Αδελφότητα Των Απαγορευμένων Ιδεών, μία επικηρυγμένη ομάδα hackers του βιοδικτύου, του αντικαταστάτη του internet στο μέλλον, όπου οι άνθρωποι σερφάρουν και επικοινωνούν φορώντας περικεφαλαίες εικονικής πραγματικότητας.
Περίπου 80 χρόνια από σήμερα σε ένα όχι και τόσο απίθανο μέλλον, ο κύριος Μανιτάρης Κάπας διαπιστώνει ότι τα πράγματα σχεδόν ποτέ δεν είναι όπως φαίνονται. Καθώς βγαίνει αναγκαστικά από την ζώνη της καθημερινής του ασφάλειας έχει να αντιμετωπίσει έναν βρικόλακα σκέψεων, έναν σεξουαλικό κυβερνοδαίμονα, διανοητικούς ιούς, το σωφρονιστικό σύστημα του μέλλοντος που δημιουργεί αυτοματοποιημένους πολίτες και μια εταιρία-κολοσσό που απειλεί να ισοπεδώσει το ανθρώπινο είδος, όπως το ξέραμε μέχρι τώρα.
Τι δουλειά έχει ο φιλόσοφος Πλάτωνας και η διδασκαλία του Ζεν με όλα αυτά; Ποιοι είναι ο πατέρας-Χάος και ο Ψευδοκράτορας που όλοι τους τρέμουν, αλλά κανείς δεν τους έχει αντικρύσει ποτέ; Γιατί ο αριθμός 38 επιμένει να εμφανίζεται στον δρόμο του; Τώρα που όλες οι πιθανότητες είναι εναντίον του, θα καταφέρει άραγε ο Μανιτάρης Κάπας να σώσει τον εαυτό του, τον μεγάλο του έρωτα και τον ίδιο τον πλανήτη από την απόλυτη καταστροφή;”



Ο Ανδρέας Ασημακόπουλος γεννήθηκε στην Άμφισσα. Είναι απόφοιτος του τμήματος ηλεκτρολόγων μηχανικών και μηχανικών υπολογιστών του ΑΠΘ, με master στη μουσική τεχνολογία (MSc) από το πανεπιστήμιο του York. Τα τελευταία χρόνια ζει και εργάζεται στην Θεσσαλονίκη ως μουσικός παραγωγός και καθηγητής μουσικής τεχνολογίας.

Κυριακή 31 Μαΐου 2015

Δημήτρης Αρμάος

Ο Δημήτρης Αρμάος γεννήθηκε στην Άμφισσα το 1959 και απεβίωσε στην Αθήνα το 2015. Είχε σπουδάσει Φιλολογία και εργαζόταν ως καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης αλλά και ως επιμελητής εκδόσεων. Είχε δημοσιεύσει τα Ποιήματα Ι και ΙΙ (1979 και 1984), καθώς και ανάτυπα ποιητικών εργασιών (Μητρόπολη, 1989· Ηθογραφία, 1997·Μυθολόγημα, 2000· Ανάστημα Ορθίου & Καλένδες, 2001), έργα για τη διδασκαλία και τη διδακτική της λογοτεχνίας (με το φ.ψ. Δ. Πτολεμαίου: Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, συνεργ. Ζ.Κ. Μπέλλα, 4 ττ., 1982-83· συνεργ. Στη Νεοελληνική Λογοτεχνία για τις Κατευθύνσεις του Π.Ι., 1999· Ήθη Ερμηνευτικά, Ήθη Διδακτικά, 2002), μεταφράσεις (Ο Μπωντλαίρ, τα Άνθη του Κακού και το Ύψος του E. Auerbach, 1984· Χρόνος και Ιστορία του G. Agamben, 2003· Η Επιστολή στον Cangrande του Dante, 2004). Πρόσφατα κυκλοφόρησε κι ένας συγκεντρωτικός τόμος των ποιημάτων του από τις εκδόσεις Ύψιλον με τον τίτλο «Βίαιες εντυπώσεις των ετών 1975-2007».



Δημήτρης Αρμάος: Είναι τραυματικό να διαπιστώνεις ότι υπηρετείς μια τέχνη κοινωνικά αναποτελεσματική

Συνέντευξη στον Σταμάτη Μαυροειδη

«Βρήκα ό,τι γύρευα το πιο πολύ / Θέλει παράδοση / Που όλες τις άδειές μου υπερβαίνει», γράφει ένα τρίστιχο κάπου στις μέσα σελίδες των Βίαιων Εντυπώσεων. Και στη σύνοψη που κατατίθεται, ως προλόγισμα, στο βιβλίο διαφαίνεται ένας μελαγχολικός τόνος. Αν η επισήμανση είναι ορθή, πού εντοπίζεται «το πρόβλημα», κ. Αρμάο;

Το τρίστιχο που αναφέρετε έχει να κάνει με τις αντιστάσεις που προβάλλει κάθε άνθρωπος αλλοτριωμένος, λόγω βασικών βιοτικών του επιλογών, από τη βαθιά απόλαυση της μελέτης. Τη μελαγχολία του εισαγωγικού κειμένου τη γεννούν πολλές, όπως είδατε, αντινομίες, σε επίπεδο αξιών και πραγματώσεων. Αυτό είναι, ας πούμε, «το πρόβλημα».
Είναι τραυματικό να διαπιστώνεις ότι υπηρετείς μια τέχνη κοινωνικά αναποτελεσματική.

Τι εννοείτε με τη φράση ότι οι στίχοι σας «παραδίνονται όπως όλοι οι νικημένοι κατά κράτος»; Σημαίνει ότι η ποίησή δεν ευτυχεί στη συνάντησή της με το αναγνωστικό της κοινό ή κάτι περισσότερο;

Δεν αφορά μόνο στην ποίηση αυτό, και προφανώς όχι αποκλειστικά στη δική μου. Νομίζω πως έχει κιόλας επωαστεί ένας κόσμος που προβάλλει ανερυθρίαστα τις αξιώσεις του για έργα «μιας χρήσης», που δεν απαιτεί από τον εαυτό του κάτι παραπάνω από μια «θυμηδία επί τη εμφανίσει», κι αυτό ισοδυναμεί μάλλον με ήττα κάθε προηγούμενης αντίληψης για το άξιο να μας απασχολήσει, αποσπώντας μας κάπως, για λίγο ή για πολύ, από τη σπαρταριστή ζωή δίπλα μας. 

Σε μια παλιότερη συζήτηση είχατε πει ότι «η λογοτεχνία δοκιμάζεται στο άκουσμα…».  Ποιος ο λόγος, λοιπόν, να προχωρήσετε σε μια συγκεντρωτική έκδοση και, μάλιστα, ιδιαίτερα φροντισμένη ως προς την τυποτεχνική της μορφή;

Είναι μια σύμβαση η τυπωμένη μορφή της ποίησης. Μια ελκυστική σύμβαση. Δεν αναθεωρώ το παραμικρό από την τοποθέτηση που μνημονεύετε. Προχώρησα στην έκδοση του βιβλίου, όμως, επειδή οι προηγούμενες δημοσιεύσεις ήταν πλέον απρόσιτες σε όσους ενδιαφέρονταν (πιεστικούς φίλους, κυρίως) κι επειδή έκρινα ότι έκλεισε ένας συγκεκριμένος ορίζοντας προβληματισμών. 

Παρ’ ότι στη λεγόμενη «αγορά» δεν υπάρχει ζήτηση για ποίηση, εντούτοις παρατηρούμε μια πρωτοφανή έκρηξη του είδους, ιδιαίτερα μέσω του Διαδικτύου. Πώς εξηγείται κάτι τέτοιο;

Η λαμπρή τύχη της ποίησης στο Διαδίκτυο είναι μια παρηγοριά. Η ζήτησή της είναι περιορισμένη στις περισσότερες χώρες (όχι σε όλες), εξαιτίας των «νόμων» που δυναστεύουν το βιβλίο – ιδίως το καλό βιβλίο. Το είδος αναγνώστη που παράγουμε (και στη χώρα μας) είναι απαράσκευο απέναντι στην ποίηση και μπροστά στο απαιτητικό βιβλίο ο καταπονημένος μέσος άνθρωπος των ημερών εύλογα εμφανίζεται απρόθυμος για δαπάνες χρόνου, κόπου και χρημάτων. Αλλά οι δοκιμασίες αυξάνονται σε μια περίοδο διευρυμένης εγγραμματοσύνης. Άρα, οι εκδηλώσεις δυσανεξίας, όπως και η έκφραση ικανοποιήσεων, βρίσκουν διέξοδο και διά του λόγου, σε όλες τις μορφές του. Πράγμα, κατά την εκτίμησή μου, απειλητικό για τις εξουσιαστικές ολιγαρχίες. Κι ελπιδοφόρο.

Θεωρείτε ότι η λειτουργία της ποίησης σήμερα έχει κάποιο σοβαρό αντίκτυπο στο δημόσιο χώρο, κι αν όχι, τότε ποιος ο λόγος της δημόσιας κατάθεσής της;

Πράγματι, πιστεύω ότι η τέχνη, κι όχι μόνο η ποίηση, είναι κατά το πλείστον σήμερα κοινωνικά αποδυναμωμένη. Ξεφεύγουν κάποια είδη μουσικής, κινηματογράφου, βίντεο, γραφιστικής, φωτογραφίας κλπ. Κάποια είδη! Ίσως όχι το καλύτερο κομμάτι τους. Αλλά ο άνθρωπος αυτά τα μέσα έχει. Και δεν σταματά να ελπίζει ότι, αξιοποιώντας τα πεισμόνως, υπάρχει πιθανότητα να «κάνει πράγματα» μ’ αυτά.

Εσείς γιατί γράφετε κ. Αρμάο, ποιες είναι οι αγωνίες που θέλετε να μοιραστείτε με τους άλλους ομοτέχνους ή μη;

Αν και γνωρίζω πως το κοινό της ποίησης είναι κυρίως ποιητές, σπανίως απευθύνομαι σε ομοτέχνους. Έχω έναν συνομιλητή δίπλα μου (καμιά φορά και περισσότερους, όλους το ίδιο «επαρκείς», όσο φτάνει ο νους μου πάντα) και συνήθως συνεχίζω μια συζήτηση (σπάνια την ανοίγω) πάνω στα ηθικά ελλείμματα, το εύκολο προσπέρασμα καθόλου δεδομένων ευτυχημάτων, τον βιωματικό χρόνο, την αίσθηση της ευθύνης, τα πάθη, τους πόθους – όσα ζώνουν τους αρχαίους πυρήνες μέριμνας, ολάκερης της ανθρωπότητας. 

Και κάτι τελευταίο: σ’ ένα από τα πολλά «πολιτικά» ποιήματα της συλλογής, όπου καταδικάζετε μέχρι υπερβολής κάθε μορφή βίας, ο «ακτιβιστής του ταξικού πολέμου» τοποθετείται «ανάμεσα σε αυτόχειρα και σε φονιά» και χαρακτηρίζεται ως «το ανεξέλεγκτο στα φυλλοκάρδια της χιονοστιβάδας». Είναι μια εξαίρεση αυτό;

Είναι, με μισή καρδιά. Και με την απαραίτητη προϋπόθεση της πρώτης ιδιότητας: του αυτόχειρα. Ο αφηρωισμός (εν γένει ύποπτη πρακτική) σε τέτοιες περιπτώσεις, δυστυχώς, είναι αδιανόητος χωρίς το θάνατο.
Γι’ αυτό κι υπάρχει και ένα «Ελεγείο» για τον Χ. Τσουτσουβή.
Η καθολική αξία που υποστηρίζεται πάντως, είδατε, είναι καταδίκη κάθε μορφής πόνου και αφαίρεσης ζωής. Από ανωριμότητα και έλλειψη συλλογικότητας δεν αξιοποιούμε τις υπάρχουσες δυνατότητες βελτίωσης της ζωής μας με μέσα ειρηνικά.

Στους δρόμους της ποίησης επί τριάντα χρόνια

Της Τιτίκας Δημητρούλια

Φιλόλογος σε νυχτερινό σχολείο, ο Δημήτρης Αρμάος είναι γνωστός για τις φιλολογικές του επιμέλειες, για την επιμονή, την εμμονή του στη λεπτομέρεια, σ' αυτό που δεν φαίνεται αλλά κάνει τη διαφορά όταν διαβάζει κανείς ένα βιβλίο. Λόγιος και ευρυμαθής, αλλά και διανοούμενος που δεν διστάζει να παρέμβει στις διαμάχες του καιρού του, ορθολογιστής και μουσόληπτος, όπως επισημαίνει ο ίδιος στον πρόλογό του, ο Αρμάος καταθέτει στον εξαιρετικά φροντισμένο αυτό τόμο -τον οποίο κοσμούν και συμπληρώνουν λοξά τα σχέδια του Αλέξη Ταμπουρά- την ποιητική του διαδρομή, από το 1975 που ξεκινά να γράφει ώς το 2007, σχεδόν δηλαδή ώς σήμερα. Για την ακρίβεια παραδίδει τα ποιήματά του νικημένα κατά κράτος, όπως λέει. Πολλά από τα ποιήματα έχουν εκδοθεί, σε συλλογές, σε περιοδικά, άλλα είναι ανέκδοτα. Σκιαγραφούν μαζί μια αγωνία κι έναν αγώνα, ενός «αυτόχθονος του χώρου» που αναζητεί τις ρίζες του στα βάθη της γραφής όσο και της ψυχής, αλλά και του κοινωνικού πραγματικού και των αναπαραστάσεών του.
Πολύσημη η βία στα ποιήματά του. Των αισθημάτων, του παθιασμένου έρωτα, της απόλυτης παράδοσης, της εγκατάλειψης, του πόνου. Της αίσθησης της ματαιότητας, της θνητότητας, της νομοτέλειας σε έναν κόσμο που δεν τον κατοικεί πια ο Θεός αλλά δεν κερδίζει γι' αυτό την αιωνιότητα. Του πόνου που γεννά ο ίδιος ο άνθρωπος, της μάχης και του πολέμου. Της βίας της ποίησης που ανατέμνει το παρελθόν για να γεννήσει το μέλλον.
Γεγονότα και σχόλια
Η ποίηση του Αρμάου είναι κατακλυσμένη από μια βία που έχει κρυώσει για να γίνει ποίηση, η οποία επίσης μιλάει για την ποίηση, για τον εαυτό της, ευθέως και με παραβολές, με ιστορίες ποιητών, μεσαιωνικών και ρομαντικών, Ευρωπαίων και Ελλήνων, εστέτ, νεορομαντικών και μοντερνιστών. Ποίηση που σχολιάζει στη διάρκεια την ποίηση μέσα από τα λόγια των άλλων. Κάπου στην αρχή του τόμου υπάρχει ένα «Ποίημα-αντικείμενο»: στην πράξη, όλα του τα ποιήματα είναι γεγονότα-σχόλια-πάνω-άλλα-γεγονότα, συνομιλίες και διάλογοι ανοιχτοί και μυστικοί, λέξεις σοφά βαλμένες για να υποδηλώνουν μαζί με τον ρυθμό, με το ποιητικό είδος, με το στίχο την καταγωγή και την απόβλεψη. Από τον λυρισμό στο έπος και από το χάι-κου -που γίνεται χάι-κλου- στο πεζόμορφο ποίημα, από το παντούμ στα πολλά ελευθερόστιχα ποιήματα που εκμεταλλεύονται σοφά, κατά τα διδάγματα του Μαλλαρμέ που κάπου εμφανίζεται στο μεγάλο θέατρο της δημιουργίας που στήνει στον τόμο αυτό ο Αρμάος, τη γραφική διάταξη στη σελίδα, ο τόμος περιγράφει, λοιπόν, μέσα από τη βία της αναίρεσης, της καθαίρεσης, της απομυθοποίησης, την ανακήρυξη του ποιητικού λόγου σε ύψιστη πραγματικότητα.
Κι όμως η ποίηση αυτή, που κλείνει μέσα της τον Ελ Σιντ και τη Χιμένα, την Ελένη και την Πηνελόπη, τον Δάντη και τη Βεατρίκη, τον Σαίξπηρ και τους μεταφυσικούς, τον Τέννυσον και τους ρομαντικούς, τον Κάλβο και τη θαλασσινή του κραυγή, τον Σολωμό, τον Παπαδιαμάντη με την μαγική ναυν και την αμφιλάφεια του Βιζυηνού, τον Σεφέρη και τον Ρεμπώ, την κόμησσα ντε Νοάιγ και τη μετάφρασή της από τον Καρυωτάκη, τον Βοκκάκιο και τον Βιγιόν, τον Ρίλκε και τον Μέλβιλ, μια ποίηση απόλυτα διακειμενική και αυτοαναφορική, είναι μαζί και μια ποίηση βαθιά αναπαραστατική. Με γλώσσα που αρύεται τον πλούτο της από την ελληνική στη διαχρονία της και ποικίλλεται από τις ευρωπαϊκές δημώδεις, καταγράφει τον πόνο, την αγωνία του ανθρώπου μπροστά σε όσα τον αφορούν και όσα τον ξεπερνούνε - της τέχνης συμπεριλαμβανομένης.
Εναλλάσσοντας τα είδη και τα ύφη, με μια ειρωνεία πότε κρυμμένη και πότε φανερή, καβαφική στην βαθύτερη ουσία της, να τινάζει στον αέρα κάθε υποψία μελοδραματισμού και δραματοποίησης, παίζοντας με την έκταση, τη στροφική οργάνωση του στίχου, ο Αρμάος δημιουργεί μια πολυφωνία που αιφνιδιάζει και φτάνει ώς το μεδούλι των πραγμάτων, με τον τρόπο των ποιητών που «τους καίνε οι αστραπές», που «κανείς τους δεν ορέχθηκε πλούτο άλλο ρυθμούς και λέξεις / κανείς τους δεν ευτύχησε με τη νεκροφιλία της εξουσίας/ ή δεν αγνόησε το λυγμό που πρέπει να σωθεί». Ένας ρομαντισμός που φωτίζει παρηγορητικά τις αρχές ενός δύσκολου αιώνα.



Η ομιλούσα κεφαλή στην έξοδο του ορφικού μύθου

 



Από την ασύνορη λογοτεχνική τύχη του ορφικού μύθου το μελέτημα αυτό απομονώνει εκείνη του τελευταίου επεισοδίου. Η θαλασσοπορία της κεφαλής που τραγουδάει, μιλάει και προφητεύει αντιμετωπίστηκε με νέο ενδιαφέρον στους νεότερους χρόνους, όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε παρακολουθώντας την, όχι μόνο στη λογοτεχνία, αλλά και στις καλές τέχνες. Τι αξιοποιήθηκε από τις παραδηλώσεις της αρχαίας αφήγησης και τι προστέθηκε; Έχουμε κάθε λόγο, ίσως, να πιστεύουμε ότι αναδείχτηκαν νέες παραστάσεις του συμβόλου, όχι όμως το μήνυμα της αρχαϊκής σκέψης σε όλο το βάθος και το εύρος.


Τι είναι εκείνο που κρατά την ανάμνηση των μύθων μέσα στο πέρασμα του χρόνου; Που παρασύρει στη λήθη ολόκληρες εποχές, πρόσωπα και καταστάσεις, αλήθειες και ψέματα ολόκληρων γενεών; Τι πιο συγκλονιστικό, μυθικά πρόσωπα που συνδέονται με σκοτεινούς πολλές φορές συμβολισμούς, να αντέχουν χιλιετίες ολόκληρες στη μνήμη της ανθρωπότητας, να υπάρχουν γύρω μας μέσα στην καθημερινότητά μας τόσο έντονα σα να πρόκειται για κοντινούς μας συγγενείς! Ο μύθος του Ορφέα, σύμφωνα με την ελληνική εκδοχή του, μας συνδέει με τις απαρχές της καλλιτεχνικής έκφρασης, μια και αναφέρεται στην τέχνη του τραγουδιού και της λύρας. Από το γένος της μητέρας του, ο Ορφέας συνδέεται με τη μουσική. Από τη μεριά του πατέρα κληρονομεί τη μυστική παράδοση, άρα τη θρησκεία.Αν και η ιστορία αυτή έχει τις ρίζες της στην αχλύ των μύθων, η παρουσία του Ορφέα σηματοδοτεί διαχρονικά την καλλιτεχνική υπόσταση. Ο Ορφέας, όνομα που προτιμούν αρκετοί με καλλιτεχνικές ανησυχίες για τα παιδιά τους, αλλά και πληθώρα ωδείων και μουσικών εκδοτικών οίκων, μοιάζει να συνεχίζει στο διηνεκές το μακρύ του ταξίδι στην ιστορία του πολιτισμού. Για αυτό και η παρούσα μελέτη του σημαντικού μας ποιητή και φιλόλογου Δημήτρη Αρμάου αποκτά τη δική της σημασία, μια και αποτελεί σημαντική συμβολή στη φιλολογική διερεύνηση όλων εκείνων των διαχρονικών συντελεστών που μεταφέρουν το συμβολικό φορτίο των μύθων στην καθημερινή ζωή. Η παρούσα μελέτη επικεντρώνει το ενδιαφέρον της σε ό,τι νεότερο έχουν να επιδείξουν οι πιο σύγχρονες τοποθετήσεις πάνω στο τελευταίο επεισόδιο της θαλασσοπορίας της ορφικής κεφαλής στις μεσογειακές ακτές, που τραγουδά, μιλά και προφητεύει... “
Ξενοφών Μπρουντζάκης
 

Βίαιες εντυπώσεις των ετών 1975-2007

 


Την ποιητική διαδρομή της τελευταίας τριακονταετίας του Δημήτρη Αρμάου αποτυπώνουν οι "Βίαιες εντυπώσεις των ετών 1975-2007" που μόλις κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις "Ύψιλον". "Βιβλίο στίχων" η έκδοση "Βίαιες εντυπώσεις" συγκεντρώνει 220 ποιήματα, στο μεγαλύτερο μέρος τους δημοσιευμένα αυτοτελώς ή σε περιοδικά, και με τις αναθεωρήσεις που σε αρκετές περιπτώσεις υπαγορεύει το πέρασμα του χρόνου, αναδεικνύοντας το ύφος και τον πυρήνα της ποιητικής του Αρμάου.
Μια ποίηση δηλαδή που θητεύει με συνέπεια στον μοντερνισμό συνομιλώντας διακριτικά ή και υπόκωφα με τον λυρισμό ή και την παραδοσιακή στιχουργία, και δεν αποποιείται τις συμβολές του υπερρεαλισμού και του εξπρεσιονισμού. Ωστόσο η γλώσσα του Αρμάου είναι εκεί να υποδεικνύει εκλεκτικές συγγένειες αλλά και την απόλυτη αμεροληψία της έναντι του παρελθόντος. Και κάπως έτσι "Μ' αυτό έρχεται το κρυφό μάτι των υποθέσεων που δε θέλει να πει/ Και τίποτα δε λέει να το όλο κι όλο/ Για τη ζωή όμως iam et nondum φτάνει κι ίσως-ίσως περισσεύει....".
Και λέει τα δέοντα και συνάμα ψυχωφελή για τον έρωτα, την απωλεσθείσα αθωότητα, το ακανθώδες της ανθρώπινης πορείας, των ιδεών, των διαψεύσεων. Έκδοση ενδεικτική της διαδρομής ενός ανθρώπου που θητεύει χρόνια όχι μόνο στα τοπία της ποίησης αλλά και στη διαδικασία δημιουργίας των βιβλίων ως επιμελητή εκδόσεων, και εμπλέκεται άμεσα με τον έντυπο λόγο αλλά και τα έργα πολυμέσων, η συλλογή "Βίαιες εντυπώσεις" αφήνει ένα γλυκό άρωμα εκδοτικής φροντίδας και αισθητικής το οποίο έρχεται να επικυρώσει τόσο η προμετωπίδα όσο και τα δώδεκα σχέδια του Αλέξη Ταμπουρά.

(δημοσίευση στην εφημερίδα "Αυγή" στις 18/09/2009)



Φονικό

Ως ήμαστε με βαρετό σκυμμένο άδειο κεφάλι
Μες στην καρδιά μας άναβε πράσινη περιστέρα
Μας είδε απ’ το κατάστρωμα κάποιος με κανοκιάλι
Μα το λεπίδι πρόφταξε κανείς δεν το καρτέρα
Μες στην καρδιά μας άναβε πράσινη περιστέρα
Οι περουζέδες περισσοί και τα ρουμπίνια κρίνοι
Μα το λεπίδι πρόφταξε κανείς δεν το καρτέρα
Ήσκιος περνούσε χάροντα που χνάρι δεν αφήνει
Οι περουζέδες περισσοί και τα ρουμπίνια κρίνοι
Με τι κοντύλι σβήστηκεν η θέση μας στο χάρτη;
Ήσκιος περνούσε χάροντα που χνάρι δεν αφήνει
Ξέραμε και ρωτιόμασταν πώς θα ’ρτει πότε θα ’ρτει
Με τι κοντύλι σβήστηκεν η θέση μας στο χάρτη
Κοπήκαμε απ’ τις ρίζες μας σα θλιβερά τραγούδια
Ξέραμε και ρωτιόμασταν πώς θα ’ρτει πότε θα ’ρτει
Η μέρα που οι παλιοί καρποί θα ρέψουν με τα φλούδια
Κοπήκαμε απ’ τις ρίζες μας σα θλιβερά τραγούδια
Που νοσταλγοί ψελλίζουνε παράφωνα ενώ θάλλει
Η μέρα που οι παλιοί καρποί θα ρέψουν με τα φλούδια
Ως ήμαστε με βαρετό σκυμμένο άδειο κεφάλι.



Νέοι ήχοι στο παμπάλαιο νερό


Ως είμαστε με βαρετό σκυμμένο άδειο κεφάλι
μες στην καρδιά μας άναβε πράσινη περιστέρα.
Μας είδε απ’ το κατάστρωμα κάποιος με κανοκυάλι,
μα το λεπίδι πρόφταξε· κανείς δεν το καρτέρα.
Μες στην καρδιά μας άναβε πράσινη περιστέρα:
Οι περουζέδες περισσοί και τα ρουμπίνια κρίνοι,
μα το λεπίδι πρόφταξε· κανείς δεν το καρτέρα.
Ίσκιος περνούσε χάροντα που χνάρι δεν αφήνει.

Οι περουζέδες περισσοί και τα ρουμπίνια κρίνοι. . .
Με τί κοντύλι σβήστηκεν η θέση μας στο χάρτη;
Ίσκιος περνούσε χάροντα που χνάρι δεν αφήνει.
Ξέραμε. . . Και ρωτιούμασταν πώς θά ’ρτει, πότε θά ’ρτει…

Με τί κοντύλι σβήστηκεν η θέση μας στο χάρτη. . .
Κοπήκαμε απ’ τη ρίζα μας σα θλιβερά τραγούδια. . .
Ξέραμε. . . Και ρωτιούμασταν πώς θά ’ρτει, πότε θά ’ρτει
η μέρα που οι παλιοί καρποί θα πεταχτούν σα φλούδια.

Κοπήκαμε απ’ τη ρίζα μας σα θλιβερά τραγούδια
που οι νοσταλγοί ψελίζουνε παράφωνα ενώ θάλλει
η μέρα που οι παλιοί καρποί θα πεταχτούν σα φλούδια
ως είμαστε με βαρετό σκυμμένο άδειο κεφάλι.



Έκβαση

Τι ιστορία κι αυτή!
Κει που κρατούσα τον χιτώνα μου ανοιχτό
Για νά' βρει καταφύγιο η καταιγίδα
Φύσηξε ένα αεράκι
Που δεν το νιώσανε ούτε οι ρίζες των μαλλιών.